Ένα γράμμα απο την Τραπεζούντα (1960) της Παρθενόπης Λαζαρίδου
Ένα γράμμα απο την Τραπεζούντα (1960)
Να 'σαν τ' ομμάτια που έλεπ'ν τον ουρανόν με τ' άστρα σ'
Ν' άοϊλοι 'ς ομμάτια που έλεπ'ν τα χαλασμένα κάστρα σ'...
Στις 18 Οκτωβρίου (1960) ανεχώρησα απ' την Τραπεζούντα με πούλμαν. Τζεβιζλούκ, Χαψίκιον, Ζύγανα, Άρδασα, Αργυρούπολις, σε τρεις ώρες. Ο καιρός μ' ευνόησε. Ήταν θαυμάσιος. Από εκεί ξεκινήσαμε μ' άλογα. Περάσαμε από τα εξής χωριά: Κιτίλ κιοή, Χαΐκσε, Ορντά μαχαλέ, Τζουλουκλή, Τζάπλι και διανυκτερεύσαμε στο Τέφιλ(;) (Σεφιλάντων), όπου φθάσαμε στις 19. Οι χωρικοί μας υπεδέχθησαν θερμά. Όταν έμαθαν πως είμαι Ελληνίς με περιποιήθηκαν όλως ιδιαιτέρως. Αρκεί να αναφέρω το τι παρέθεσαν στο τραπέζι που μας έκαμαν: καϊμάκια, βούτυρον, καβουρμά, τυριά, ξερά καϊμάκια, βραστές πατάτες νοστιμότατες, κεπάπ-μακαρίνα (σπιτιού), αχλάδια Κρωμή, ψωμίν. Το πρωί όταν μας έφεραν το γάλα, δεν ξέρω γιατί συνεκινήθηκα και με πήραν τα κλάματα. Ίσως γιατί θυμήθηκα τα πρόβατά μας, και γιατί το γάλα πούπινα ευώδιαζε όπως το γάλα πούπινα μικρή. Το πρωί μας κατευώδωσαν όλοι οι χωρικοί. Έκανε κρύο και σε λίγο μας πήρε ένα χιόνι και μουσκέψαμε όλοι πάνω στ' άλογα. Ευτυχώς μόλις ανεβήκαμε το βουνό το χιόνι σταμάτησε κ' ένας ευεργετικός ήλιος μας στέγνωσε γρήγορα. Με δυσκολία κρατούσα τα δάκρυά μου, βλέποντας γύρω τριγύρω ν' ασπρίζουν στα χωριά και στις κορφές των λόφων οι εκκλησιές που έμειναν χωρίς παπά και χωρίς προσκυνητάδες. Πως μιλάν μέσ' στην ψυχή και πως σφίγγουν την καρδιά τα ερειπωμένα εκείνα άσπρα σημάδια! Φτάσαμε στού Ναζιρλή (Θωμάντων) όπου μας περιποιήθηκαν εξαιρετικά. Από εκεί κατεβήκαμε στού Αμοιράντων, δηλαδή στην καθεαυτό Ίμεραν, όπου μας περίμεναν άλλαι συγκινήσεις.
Ο μουχτάρης μας φιλοξένησε στο σπίτι του (κατοικεί στο σπίτι του κατουρτζή του Χρύσου). Ο μουχτάρης αυτός δούλεψε είκοσι χρόνια στού Φωστηροπούλου και δεν μπορώ να περιγράψω την συγκίνηση με την οποία μιλούσε για τα παλιά αφεντικά του. Αι εκδηλώσεις της χαράς και της συγκίνησής του, γιατί φιλοξενούσε μια Κρωμναία, γνωστή των Φωστηροπουλαίων, στάθηκαν ατέλειωτες. Έστρωσε τραπέζι κι' άρχισε το γλέντι όπου μαζεύτηκε όλο το χωριό. Κεμεντζετζής θαυμάσιος και τραγωδιάντ' μοναδικοί και όλα τα τραγούδια δικά μας, Ελληνικά. Άρχισε έπειτα το «λαγκευτόν» κι' όλη η σειρά των χορών μας με κορωνίδα την «σέρραν» που την χορεύουν όλοι τους πολύ ωραία. Ενόμιζα πως έβλεπα τα παλληκάρια μας της Κρώμνης του παληού καλού καιρού. Εκείνο που μούκανε εντύπωση στην Ίμερα είνε το εξής: Βγήκα να περπατήσω λίγο στο χωριό. Μπήκα στην εκκλησία, που σώζεται, και μούκανε κατάπληξη να βλέπω στοιερό αναμμένα κεριά. Ρώτησα ποιός ανάβει κεριά σε χριστιανικό ναό και μ' απάντησαν: «Όποιος έχει άρρωστο πάει στην εκκλησία και ανάβει κεριά, παρακαλώντας τον Θεό να τον θεραπεύση!..» Αλλά και άλλο μούκανε εντύπωση. Στό μοναστήρι του 'Αγιάννη, που είνε ψηλά στην κορυφή της Ίμερας, όλα τα κελλιά, κι' όλα τα «χτισδόνας» είνε ερείπια και μόνον η εκκλησία υφίσταται με την χρονολογία της ιδρύσεώς της «έτος 1859» εντοιχισμένη στην είσοδό της.
«Ε!... μούρον μοναστήρ'!.. Πού είνε οι κήποι και τα δέντρα σου τα βαθύσκια.. Μόνο το κρυστάλλινο νερό του τρέχει πάντα έξω απ' την είσοδο και ποτίζει, όπως πρώτα, ολόκληρο το χωριό!.. Δίπλα του ένα μικρό παρεκκλήσι, Μπήκα μέσα. Όλες οι τοιχογραφίες σβυσμένες. Μόνον ένας σταυρός με τα γράμματα Ι.Χ. Νικά, σώζεται. Είνε περιττόν να περιγράψω την συγκίνησή μου...Πιό πέρα, απ' το ρομαντικό σπίτι του μακαρίτου του Ιακώβου Φωστηροπούλου, σώζονται μόνον τα ντουβάρια... Τίποτε άλλο. Ούτε στέγη, ούτε παράθυρα. Στις 21 του μηνός ξεκινήσαμε για την Κρώμνη. Ο δρόμος (τα Κοχρακοφώληα) αξιοδάκρυτος, σχεδόν αδιάβατος. Τέλος φθάσαμε στού Σαράντων το ρακάν, όπου η εκκλησία «Άγιος Θεόδωρος» στέκεται ολομόναχη, σαν φρουρός. Ούτε ένα σπίτι δεν έμεινε. Μόνο κάτι ελεεινές καλύβες πούχτισαν τζοπαναραίοι που βόσκουν τα κοπάδια τους εκεί γύρω. Ζωντανεύοντας τις μνήμες των Ελλήνων του Πόντου
Ένα θέαμα εξαίσιο παρουσιάζεται απ' το προαύλιον της εκκλησίας του «Αγίου Θεοδώρου» θέαμα που τα δάκρυά μου δεν μ' άφιναν να το χαρώ και να το χορτάσω. Απ' τη θέση εκείνη βλέπει κανείς όλες σχεδόν τις εκκλησίες της Κρώμνης, που στέκονται περήφανες, σαν κάτασπρα κάστρα, όπως τις αφήσαμε. Η εκκλησία του Νανάκ, τη Γλούβενας, τα Λωρία, τη Σιαμανάντων, τη Μαντζιάντων, τη Μεταμόρφωσης, 'Αγεθόδωρον τη Γεράντων, 'Αγιάννες τη Φραγκάντων!.. Κάθε εκκλησία και μιά ενορία, και μιά ιστορία, κ' ένας σπαραγμός... Αντίκρυζα την κάθε μία, έκανα το σταυρό μου και ξεφωνούσα από πόνο πούσφιγγε το στήθος μου και που τον ξελάφρωναν τα δάκρυα που έτρεχαν σαν ποτάμι στο πρόσωπό μου. Δίπλα στην Παναγία του Αληθινού, χτισμένα δύο-τρία σπιτάκια, το ίδιο και στην Μόχωραν και στον Καστρότοιχο όπου σώζονται μόνον η εκκλησίες. Κατέβηκα τον δρόμο του Αληθινού, πέρασα το γεφύρι του Χατζημουράτ' και έφθασα στού Κοτσάντων. Πουθενά ούτε ίχνος δένδρου. Κάπου - κάπου καμμιά αχλαδιά και μασούρας και τσουρανέας. Το όλον 6 οικογένειες στη μεγάλη εκείνη ενορία. Με φιλοξένησαν στού Σεϊτή αγά το κονάκι. Ποία ειρωνεία της Μοίρας, το κονάκι αυτό ήταν το σπίτι του προπάππου μου!.. Από κεί (Αλχαζάντων) ανέβηκα στη Μεταμόρφωση, κτίσμα του παππού μου, και δίπλα το μνήμα της αδελφής του πατρός μου, που ήταν και νονά μου. Το μνήμα χωρίς κάγκελα και το σχολείον χωρίς στέγη. Ερείπιον.
Με βαρειά καρδιά ανηφόρισα και πήγα στην ενορία μας, τη Παϊραμάντων. Τα δύο τα σπίτια μας, που ήταν απ' τα καλλίτερα της Κρώμνης, ερείπια. Προχώρησα και πήγα στη βρύση μας, δίπλα στο σπίτι του μακαρίτου θείου μου Κώστα Σιδηροπούλου. Κάθησα στο πεζούλι, φίλησα τις χορταριασμένες πέτρες της βρύσης και... απ' το πολύ το κλάμα άνοιξε η μύτη μου..., ίσως για να σκουπίσω τα δάκρυά μου ματωμένα.
Απάνω στη βρύση ήταν μιά τσουρανέα... Την βρήκα όπως την άφησα εδώ και μισό σχεδόν αιώνα. Και τί δεν μου θύμησε. Ήταν το πιό αγαπημένο μέρος για τα παιδικά μου παιχνίδια και η πιό ασφαλής κρυφτερίτσα μου... Τραπεζούντα (Trabzon) Πόντου. Ιστορία, Λαογραφία, Πολιτισμός, Ήθη, Έθιμα, Χοροί & Τραγούδια
Εκείνη τη βραδυά φιλοξενήθηκα στού Σεϊχάντων, γιατί του Παϊραμάντων είνε έρημο. Την άλλη μέρα, με πονεμένη καρδιά, σαν να έκαμα προσκύνημα σε νεκροταφείο, έφυγα για την Ίμερα και ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο έφθασα στην Αργυρούπολη. Το μόνο που βρήκα κι' αγόρασα ήταν παστίλλα. Φρούτα τίποτε. Δεν υπάρχουν. Ανεβήκαμε στο πούλμαν. Σταματήσαμε στο Χαψίκιοϊ για φαγί και από κεί συνεχίσαμε το ταξείδι μας για την Τραπεζούντα, όπου φτάσαμε, με το καλό. ΠΑΡΘΕΝΟΠΗ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ
Το γράμμα αυτό εστάλη στον κ. Γεώργιο Παπαγαβριήλ, που είχε την καλωσύνη να το παραχωρήση στην Ποντιακή Εστία. Τον ευχαριστούμε. "Η Ποντιακή Εστία"
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com