Μικρές ιστορίες - Ο ηγούμενος Πανάρετος της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου Χουτουρά κι ο Μεμέτ εφέντης, κείμενο του Α. Αβρααμίδη
Μικρές ιστορίες - Ο ηγούμενος Πανάρετος της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου Χουτουρά κι ο Μεμέτ εφέντης, κείμενο του Α. Αβρααμίδη
Κατά το 1897 ο ιερός ναός της Σταυροπηγιακής Μονής Αγίου Γεωργίου Χουτουρά έπαθε καθίζηση, την οποία κατά μακράς περιόδους αλλεπαλλήλως υφίστατο, και ο τότε εκ Κρώμνης καταγόμενος ηγούμενος της Μονής Πανάρετος, το γένος Ξενίδη, αποφάσισε την ανέγερση νέου ναού μεταθέτονταςυτόν κατά 10–15 μέτρα δυτικότερα, επί στερεωτέρας βάσεως. Προς τον σκοπόν αυτόν ενήργησε εράνους, ταξίδευσε και εις την Ρωσσίαν και συλλέξας το απαιτούμενον ποσόν κατά το 1898 άρχισε την κατεδάφιση του παλαιού και ανέγερσιν του νέου, αγοράσας το απαιτούμενον υλικόν και προσλαβών αρμοδίους μαστόρους και εργάτας. Μετά 10 ημερών εργασίαν παρουσιάσθη εκπρόσωπος της Διοικήσεως Αργυρουπόλεως και διέταξε να σταματήση κάθε εργασία, διότι δεν υπήρχε η σχετική άδεια ανεγέρσεως ναού.
Ο ηγούμενος εξήτησε μικράν προθεσμίαν δια την προσκόμισιν της αδείας, χωρίς να σταματήση την οικοδόμησιν. Μετά 5-6 όμως ημέρας επανήλθεν η αστυνομία με αυστηροτέρας διαταγάς. Κατόπιν τούτου αναγκάσθηκε ο Πανάρετος να απολύση μαστόρους και εργάτας, που δεν ηδύνατο εύκολα να επανεύρη, να συνεχίζη την εργασίαν κατά τας νύχτας. Αλλά καιυτό περιήλθεεις γνώσιν της διοικήσεως και τον ειδοποίησαν ότι δια την παράνομον ενέργειάν του θα λάβουν αυστηρά μέτρα. Επί είκοσι και πλέον ημέρας μετέβαινε καθημερινώς πεζός από την Μονήν εις το διοικητήριον, που απείχε μιάς ώρας δρόμου και εξητούσε να πληροφορηθή αν ήλθε η άδεια, την οποίαν εγκαίρως είχε ζητήση δι' επισήμου εγγράφου αιτήσεως. Η απάντησις ήταν πάντοτε αρνητική. Επιστρέφων μίαν εσπέραν εις την Μονήν και διερχόμενος προ του μεγάρου του εκ των προκρίτων και ισχυροτέρου όλων των Τούρκων Μεμέτ Εφέντη Ουζούν, αντίκρυσε εις την θύραν του προαυλίου του, μίαν γυναίκα με φερετζέ η οποία του είπε: «Γούμενος Εφένδι, παρακαλώ ελάτε». Ασυναισθήτως προχώρησε δύο βήματα εμπρός. Αποτόμως όμως εσταμάτησε διότι ήταν τούρκισα εκείνη που τον φώναζε, και ήταν επικίνδυνο να την πλησιάση. Εκείνη την στιγμή διέκρινε επί της εσωτερικής θύρας του μεγάρου τον Μεμέτ Εφένδιν με την ποδήρη νυκτικιά του, όστις τον φώναζε: «Γούμενος Εφένδι, παρακαλώ έλα, προχώρησε ελεύθερα». Μόλις εισήλθε, σχεδόν με κλάματα, του λέγει: «Έπαθα από τριημέρου εντερικάς διαταραχάς... θα πεθαίνω! Εσύ θα με γλυτώσης από το κακό...» Ηταν δε ο Μεμέτ Εφένδης λίαν εύσωμος και υψηλός, βάρους περί τα 115 κιλά. Εντός των τριών εκείνων ημερών είχε καταντήση σκελετός! «Μού ήλθε, διηγείτο αργότερα ο ηγούμενος, μια έμπνευσις. Τον φώναξα εις την γωνίαν του δωματίου και του είπα να γονατίση. Συνεμορφώθη. Έβγαλα από την τσάντα το ευχολόγιον, έβαλα το πετραχήλι και εσκέπασα με την άκρη του το κεφάλι του και εδιάβασα τα ανάλογα τροπάρια. Όταν του είπα "σήκω", σηκώθηκε και μου λέγει "αισθάνομαι καλύτερα" και εν συνεχεία προσέθεσε: "Να πάς και από αύριο να εργασθήτε συνεχώς. Εγώ θα σού φέρω τον ιραντέ". Του λέγω "Μα ακόμη δεν τον έχω και δεν τολμώ...". Με διακόπτει: "Από σήμερα να εργασθήτε και να μη σέ ενδιαφέρει τίποτε! Εγώ είμαι υπεύθυνος δι' όλα, κανείς δεν θα σέ ενοχλήση και εγώ θα σού το φέρνω". Μού πλήρωσε μια λίρα, με συνώδευσε έως την πόρτα και έφυγα». Ήτο ο πρώτος χρόνος που μπήκα εις το πατρικόν κατάστημα. Τακτικός πελάτης μας ήταν ο Μεμέτ Εφένδης. «Έρχεται μια μέρα, μού παραδίδει ένα τενεκεδένιο στρογγυλό κουτί και μού λέγει: "Αυτό το εμανέτ βάλτο στο ταμείον σου και ειδοποίησε τον Ηγούμενον Χουτουράς να έλθη, κι' όταν θάρθη ειδοποίησε και εμένα"».
Την επομένην ήλθε ο Ηγούμενος, έφθασε και ο Μεμέτ όστις μού λέγει: «Δώσε το Εμανέτ!» Μόλις το παρέδωκα φώναξε: «Όλοι στο πόδι όρθιοι!» Σηκώθηκαν όλοι· άνοιξε το κουτί και έβγαλε από μέσα το πολύτιμο φιρμάνι με τις πολλές σφραγίδες και τα χρυσά γράμματα. Έτσι ενομιμοποιήθη η ανοικοδόμησις του ναού. Ήτο εκείνος ο μόνος αίτιος που παρεμπόδιζε την ανέγερσιν! Το πράγμα έπρεπε να μείνη μυστικό δια να μη εκτεθή ο Μεμέτ Εφένδης, όπως μας ανεκοίνωσε μετέπειτα ο ηγούμενος, και προσέθεσε: «Όχι μόνον τον ιραντέ μας έφερε, αλλά έδωσε κ' εκείνη τη λίρα για να βοηθήση στην ανέγερση της εκκλησίας μας».
Α. Αβρααμίδης 12 Ιουνίου 1957 - Πηγή: Ποντιακή Εστία 1957
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com