Η Εκδίωξη των Κατοίκων της Ματσούκας του Πόντου, κείμενο του Α. Παπαδόπουλου (Χορτοκόπι Καβάλας 1962)
Η Εκδίωξη των Κατοίκων της Ματσούκας του Πόντου.
Πολλοὶ περὶ πολλῶν γνωστῶν καὶ ἀγνώστων ἔγραψαν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἔγραψε περὶ τῶν Γκέττο τῆς Πόλης, τὰ στρατόπεδα ἢ μᾶλλον τὰ νεκροταφεῖα αὐτὰ τῶν ζώντων ὑπάρξεων ποὺ ἔστειλαν εἰς τὰς αἰωνίου μονὰς τόσους, ὅσους δὲν ἔχασαν οἱ μαχόμενοι Ἕλληνες καὶ Τούρκοι εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν τῆς Ἁλμυρᾶς Ἐρήμου καὶ τῆς Φιλαδελφείας. Εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς ἐπιζῶντας Ματσουκάτας καὶ Ἀνεφορίτας (οἱ ἐκεῖθεν τοῦ Γουλὰτ καὶ τῆς Ζύγανα κατοικοὶ ἐλέγοντο Ἀνεφορίται οἱ δὲ ἐντεῦθεν Κατεφορίται). Ἡ ἀπέλασις τῶν κατοίκων ἤρχισεν ἀπὸ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1922 καὶ ἐτελείωσε τὴν παραμονὴν τῶν Φώτων 1923. Χωροφύλακες καὶ στρατιῶται διεσκορπίσθησαν εἰς τὰ χωρία τῆς Ματσούκας καὶ ἐπὶ ἀπειλῇ τουφεκισμοῦ διέταξαν τοὺς κατοίκους νὰ ἐξέλθωσι τῶν οἰκιῶν συναποκομίζοντες, ὅ,τι ἕκαστος ἠδύνατο νὰ φέρη εἰς τὴν ῥάχην καὶ τὰς χεῖρας του. Θρῆνος καὶ κλαυθμὸς ἠκούσθη εἰς τὰ χωρία, γέροντες, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, μεσῆλικες καὶ παιδία ἐφορτώθησαν ἕκαστος ὅ,τι ἠδύνατο νὰ κρατῶσι, ἄλλοι στρώματα, ἄλλοι οἰκιακὰ σκεύη, ἄλλοι εἰκόνας τῶν ἐφεστίων Ἁγίων, ἄλλοι καλάθια μὲ ψωμιὰ καὶ ἄλλοι νήπια στὴν ἀγκάλη καὶ στὴν ῥάχην. Τὰ δάκρυα τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ἔλυσαν τὰ χιόνια ἅτινα τὴν ἐποχὴν αὐτὴν καλύπτουσι τὴν Ἑλβετίαν τοῦ Πόντου.
Προσευχαὶ εἰς τοὺς Ναοὺς καὶ τὰ Παρεκκλήσια δι’ ὧν διήρχοντο αἱ συνοδεῖαι. Κατάρα καὶ ἀνάθεμα διὰ τοὺς διώκτας ἠκούοντο ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον. Ἐθεάθησαν γέροντες 80 καὶ πλέον ἐτῶν νὰ φέρουν εἰς τὴν ῥάχην των στρώματα εἰς δὲ τὰς χεῖρας εἰς εἰκόνας Ἁγίων καὶ νὰ τρικλίζουν ὁδεύοντες πρὸς βέβαιον θάνατον. Ὁ Δημόσιος δρόμος, τὰ ῥεῖθρα καὶ τὰ πλάγια τῶν δρόμων ἐγέμισαν ἀπὸ πτώματα νηπίων καὶ γερόντων καὶ ἀπὸ οἰκιακὰ σκεύη, ἅτινα οἱ παρακολουθοῦντες Τούρκοι διήρπαζον, ἐφιλονίκουν μεταξύ τους καὶ πολλάκις ἀλληλοετραυματίζοντο δι’ ἕν χαλκοπούλιν (καζανάκι φαγητοῦ). Ἐθεάθησαν νήπια διάτρητα ὑπὸ λογχῶν νὰ κεῖνται ἐκτάδην ἐπὶ τῆς ὁδοῦ παρὰ τὸ Χατζῆ-Μεμέτ. Ἐθεάθησαν κόραι νὰ πίπτων εἰς τὸν ποταμὸν Πυξίτην (Δεγιρμὲν-ντερέ) διὰ νὰ ἀποφύγουν τὴν ἀτίμωσιν, ἁρπαζόμεναι ὑπὸ τῶν παρακολουθούντων νεαρῶν Τούρκων. Μία κόρη ἐκ Γαλλίανας διὰ νὰ ἀποφύγῃ Τοῦρκον, τὸν ἐκτύπησε μὲ ἕνα χάλκινο σκεῦος εἰς τὸ κεφάλι καὶ ὁ Τούρκος ἔμεινε ἄπνους ἐπὶ τόπου ἀντίκρυ εἰς τὸ Μιχιρτζὶ ἀλλὰ καὶ ἡ κόρη ἐλυντσαρίσθη ἐπὶ τόπου (ἀφήγησις τῆς μητρός μου, αὐτόπτου μάρτυρος). Ὅταν αἱ συνοδεῖαι ἔφθανον εἰς τὴν Τραπεζοῦντα, διεμοιράζοντο εἰς τὰς Ἐκκλησίας καὶ τὰ Σχολεῖα. Ἐκεῖ καὶ πάλιν ἀντὶ νὰ διανέμωνται κατὰ οἰκογενείας εἰς τὰ πρόχειρα καταλύματα, ἐγένετο τὸ κάκιστον, διενέμοντο φύρδην-μίγδην, ἐχωρίζοντο αἱ οἰκογένειαι εἰς δύο ἢ τρία μέρη, ἀλλοῦ μάννα καὶ ἀλλοῦ παιδί, ἀλλοῦ γέρος, ἀλλοῦ γραῖα, ἀλλοῦ πεθερὰ καὶ ἀλλοῦ νύφη. Καὶ ἔκτοτε ἐχάθησαν τὰ ἴχνη πολλῶν παιδιῶν καὶ πολλῶν νεαρῶν γυναικῶν.
Ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἔμενον ἐκεῖ στοιβαγμένοι δίκην σαρδελλῶν. Ὅταν ὅμως λόγω τοῦ μεγάλου συνωστισμοῦ ἀνεπτύχθησαν μικρόβια καὶ χοντρόβια, ἀσθένειαι καὶ μάλιστα ἐξανθηματικὸς τῦφος καὶ τὰ γύρω τῶν Σχολείων καὶ Ἐκκλησιῶν ἐγέμισαν ἀπὸ νεκρούς, ἠναγκάσθησαν αἱ Τουρκικαὶ ἀρχαὶ νὰ ἀραιώσουν τὰ μικρὰ αὐτὰ Γκέττο, ὄχι διότι τοὺς ἐλυπήθησαν, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἀπλωθῇ ἡ ἀσθένεια εἰς τοὺς φιλησύχους Τούρκους καὶ ἔδωσαν διαταγὴν νὰ θάπτωνται οἱ νεκροὶ εἰς τὴν Ἑλεοῦσαν (Νεκροταφεῖα). Ἐνταῦθα ἂς ἐνθυμηθῶμεν τὴν διαταγὴν (Φετβὰ) τὴν ἐκδοθεῖσαν κατὰ τὰ ἔτη τῆς μύδρης σκλαβιᾶς ὑπὸ τοῦ Γιανιτσάρ-’Ἀγᾶ τὸ ἔτος 1560–1600. «Λιαπίσι λιπάσι κατρανί, χαμίλι κιουλλάχι δεϊτνί, μερτούτου τερκιάχι ραππανί, ἄϊ κοτζὰ χιντσιρ Παπάζ, σένσιν κι. Μεχελλεμουζτὲ κια-φιρετὲν Γιορίκα πίντι Σάββα μοὺρτ ὀλτοῦ. Χέρ νὲ κατὰρ τεφνί-ι τσεῖζ τεγὶλ ἰσὲ τε, πὶς κοκουσουντὰν ἱπάτι μισλιμίν ἰζάτσ δλμαμακ οὐζρέ, ἀλάσιν, σούρχ χαρτσινὰ γκετιρέσιν, ἐẜιέσιν, γκιομέσιν, κελέσιν, κοτσὰ χιντσιρ παπάζ ἔτος 1138–28 Ζιλχιτζέ. Ἤτοι: Σὺ εἶσαι ὦ παγκάκιστε παπᾶ ὁ ἐνδεδυμένος ἔνδυμα μαῦρον, ὁ φέρων κάλυμμα κεφαλῆς διαβόλου, ὁ ἀποκεκλεισμένος τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἐν τῇ ἐνορίᾳ μας ὁ ἐκ τῶν χειρίστων (ἀπίστων) Γεώργιος υἱὸς τοῦ Σάββα ἐψόφησεν. Ἄν καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ταφή του, ἐν τούτοις ἵνα μὴ παρεμποδισθῇ ἡ προσευχὴ τῶν πιστῶν ἀπὸ τὴν βρωμερὰν δυσωδίαν του, νὰ τὸν σηκώσῃς, ἔξω τῶν τειχῶν νὰ τὸν φέρῃς, νὰ σκάψῃς, νὰ τὸν θάψῃς καὶ νὰ ἐπανέλθῃς, ὦ παγκάκιστε παπᾶ.
Αὐτὴ ἡ ἰδία τακτικὴ ἐφρμόζετο εἰς τοὺς δυστυχεῖς Χριστιανοὺς τοῦ Πόντου κατὰ τὸ ἔτος 1923 ὑπὸ τῶν πολιτισμένων Τούρκων. Οἱ ἀρχαῖοι Ρωμαῖοι ἐφάρμοζον τὸν κόκκινον ἀποδεκατισμὸν εἰς τοὺς ἐπαναστατοῦντας. Οἱ Τούρκοι ἐφάρμοσαν τὴν λευκὴν σφαγὴν διὰ τῶν πιέσεων, στερήσεων, ἀσθενειῶν καὶ ἐγκλεισμοῦ εἰς Γκέττο φαινομενικῶς. «Ἔξεστι τοῖς Τούρκοις τὸ σφάζειν καὶ ληστεύειν ἀόπλους». Τέλος ἐδόθη ἄδεια ἀναχωρήσεως, ἀγνοῶ ἐνεργείᾳ τίνος φιλανθρώπου, καὶ οἱ δυστυχεῖς ἐστοιβάχθησαν εἰς πλοῖα, καταργήσαντα τὸ ἀδιαχώρητον, καὶ ἀνεχώρησαν διὰ Κωνσταντινούπολιν καὶ πολλοὶ ἔγιναν βορὰ τῶν ἰχθύων καὶ οἱ οἰκεῖοι τοῦ νεκροῦ ὑπεχρεοῦντο νὰ πληρώνουν καὶ τὸ σιδηροῦν βάρος ὅπερ ἐδένετο εἰς τοὺς πόδας τοῦ νεκροῦ. Ἡ μήτερα μου ἐπλήρωσε 2 λίρας χαρτίνας διὰ 3 νεκροὺς τῆς οἰκογενείας μου. Ὕστερα ἀπὸ ταξείδι 4 ἡμερονυκτίων, ἐφάνη τὸ στενὸν τοῦ Βοσπόρου, πολλοὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν διότι ἐνόμιζον ὅτι ἐτελείωναν τὰ βάσανά τους. Πόσο γελάσθηκαν οἱ δυστυχεῖς. Ἀντὶ τῆς ἐλευθερίας τὴν ὁποίαν ἐλαχταροῦσαν, ἐνεκλείσθησαν εἰς τὸν Στρατῶνα Σελημιὲ εἰς τὰ συρματόπλεκτα Γκέττο τῶν Καβακίων καὶ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου — εἰς σκηνάς. Τὸ Σελημιὲ ἢ ὅπως τὸ ἔλεγαν οἱ Χριστιανοὶ «Ἐλημιὲ», τόπος θανάτου. Τὸ Σελημιὲ εἶναι κτίριον τεράστιον, λιθόκτιστον, τετράγωνον καὶ τριώροφον μὲ αὐλὴν τριῶν περίπου στρεμμάτων μὲ θύρας εἰς ἑκάστην πλευρὰν ὅπου ἐφύλαττον νυχθημερὸν ἀστυνόμοι καὶ στρατιῶται διὰ νὰ μὴ δραπετεύσουν οἱ ἔγκλειστοι. Εἰς τὸ κτίριον αὐτὸ ἐνεκλείσθησαν 25.000 περίπου Ματσουκάται καὶ ἄλλοι. Ἄμα τῇ ἐγκαταστάσει ἐσχηματίσθη μία Πατριαρχικὴ Ἐπιτροπὴ περιθάλψεως, ἱδρύθησαν πρόχειρα Νοσοκομεῖα καὶ συσσίτια, ἀλλὰ τὸ Νοσοκομεῖον Σελημιὲ ποῖον νὰ νοσηλεύσῃ καὶ ποῖον νὰ ἀφήσῃ.
Ὁ ἐξανθηματικὸς τῦφος (Τουρκικὸν λεκελλὶ χουμὰ) ἐθέριζεν καὶ τὸ δωμάτιον τῶν νεκρῶν ἦτο ὑπερπλήρης καθ’ ἑκάστην καὶ οἱ νεκροθάπται δὲν εὕρισκον καιρὸν νὰ φάγουν οὔτε καὶ νὰ ἀναπαυθοῦν. Ἀγνοῶ διατὶ οἱ ἰατροὶ ἀπηγόρευσαν τὸ νερὸ εἰς τοὺς ἀρρώστους ἐκ τύφου. Πολλοὶ δυστυχεῖς ἀπέθανον ἀπὸ τὴν δίψαν μᾶλλον παρὰ ἀπὸ τὸν τύφον. Εἶδα ἀνθρώπους νὰ πεθαίνουν ἐκλιπαρῶντας νὰ τοὺς δώσουν λίγο νερὸ νὰ βρέξουν τὴν καιομένην γλῶσσαν των καὶ τὰ αἱμάσσοντα χείλη των. «Ἀπογορεύεται», ἦταν ἡ ἀπάντησις. Εἰς τὸ Γκέττο αὐτὸ ἐφιλοξενήθην καὶ ἐγὼ τὴν ἄνοιξιν τοῦ 1923, διότι καὶ ἡ οἰκογένειά μου καὶ οἱ χωριανοὶ μου εἶχαν τὸ ἀτύχημα νὰ ἐγκλεισθοῦν καὶ νὰ ἀποδεκατισθοῦν ἐντὸς αὐτοῦ. Μίαν ὅμως ἡμέραν καὶ συγκεκριμένως τὴν παραμονὴν τῶν Βαΐων, παρακούων τὴν αὐστηρὰν διαταγὴν τῶν ἰατρῶν περιῆλθον τοὺς θαλάμους καὶ συνεβούλευσα τοὺς οἰκείους τῶν ἀσθενῶν νὰ δίδουν νερὸ εἰς τοὺς ἀσθενεῖς καὶ ἕκτοτε ἡ ἀσθένεια τοῦ τύφου εἶχε ἐλάχιστα θύματα. Ἡ ἐνέργειά μου αὐτὴ με κατέστησεν ὕποπτον ἐξεγέρσεως τῶν ἐγκλείστων καὶ εἰδοποίησὴν νὰ δραπετεύσω. Παρεκάλεσα τὸν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν νεκροθαπτῶν, γνωστὸν ἀπὸ τὸ Ἐρζεροῦμ, καὶ μὲ προσέλαβεν ὡς νεκροθάπτην εἰς ἀντικατάστασιν ἑτέρου ἀσθενήσαντος τάχα καὶ οὕτως σῶος καὶ ἀβλαβὴς ἐξῆλθον τοῦ Γκέττο. Μόλις ἀπεμακρύνθην τοῦ ἀπαισίου κτιρίου καὶ εὑρέθην εἰς τὸ νεκροταφεῖον τοῦ Προφήτου Ἡλία τῆς Χρυσουπόλεως, ἄναψα ἕνα κεράκι εἰς τοὺς προσφιλεῖς μου μητέρα, γιαγιάν, σύζυγον, πενθεράν, θείους, θεῖες καὶ τὰ 3 τέκνα μου καὶ γιὰ ὅλους τοὺς συμπατριώτας μου, ἐγκατέλειψα τὸ πτύον (φτυάρι) καὶ ἐξηφανίσθην.
Ἔφθασα εἰς τὸ Κουσγουντζοῦκι (Χρυσόκεραμον) καὶ ἐκεῖθεν διὰ πλοίου εἰς τὴν Γέφυραν τοῦ Γαλατᾶ, εἰς τὸ Ξενοδοχειὸν τοῦ Κεϊβανίδου Ἰορδάνου ὅπου ἔμεινα μιὰ βραδυὰ καὶ τὴν ἑπομένην μὲ παρέλαβεν εἰς τὸ ἐργαστήριον τοῦ ὁ ξάδελφός μου Μιχαὴλ Ἀπαζίδης, πρὸς τὸν ὁποῖον δημοσία ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύνην μου. Ἐντὸς τοῦ Σελημιὲ ἀπέθανον ἐκ τύφου ὁ Καθηγητὴς τῶν Φυσικομαθηματικῶν Φίλιππος Χειμωνίδης, Παπα Χρῆστος Λαζαρίδης ἐκ Κοντοῦ Καπὴ Κιοῖ, ὁ Παπα Γεώργιος Παπαδόπουλος θεῖος μου, ὁ Παπα ’Ἀπόστολος. Παπα Συμεὼν ἐκ Χορτοκοποίου, ὁ Παπα Γεώργιος ἐκ Σαχνόης (ἴσως) καὶ ἄλλοι ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός. Τὰ αὐτὰ ἴσως καὶ χειρότερα ὑπέφεραν καὶ οἱ ἐγκλεισθέντες εἰς τὰ Γκέττο τῶν Καβακίων καὶ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, κάτω ἀπὸ προχείρους σκηνὰς χωρὶς στρώματα καὶ πολλάκις καὶ χωρὶς νερὸ. Τὰ 60% ἀπέθανον καὶ ὅσοι ἀργότερα μετεφέρθησαν εἰς τὴν Μακρόνησον, ἀπέθανον, οἱ δὲ ὑπόλοιποι, οἱ ἐλάχιστοι, εἶχον τὸ εὐτύχημα νὰ ζήσουν καὶ νὰ χαροῦν τὴν ἐλευθερίαν τους. Τὶς πταίει; «Ἡ Τουρκία, οἱ Σύμμαχοι ἤ ἡ Ἑλλάς; Μετὰ διαμονὴν 9 μηνῶν ἐντὸς τοῦ Γκέττο, ἐδέησε νὰ μεταφερθοῦν τὰ ὑπολείμματα τῶν Ματσουκατῶν εἰς Ἑλλάδα καὶ ἄλλοι μὲν μετεφέρθησαν εἰς τὸν Πειραιᾶ, Μακρόνησον καὶ Ἅγιον Γεώργιον καὶ ἄλλοι εἰς Κεραμωτὴν Νομοῦ Καβάλας καὶ ἐρρίφθησαν εἰς τὴν κόλασιν τῆς ἑλονοσίας, ἕτεροι μετεφέρθησαν εἰς Θεσσαλονίκην (Χαρμὰν Κιοϊ καὶ Καλαμαριὰν) εἰς τὸ ὕπαιθρον, ἵνα ἐπαληθεύσῃ τὸ λεγόμενον «βγήκαμε ἀσπροπρόσωποι καὶ οὐδένα ἀπωλέσαμε, εἰμὴ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπωλείας». Καὶ ὅσοι πάλιν διεσώθησαν, διεσκορπίσθησαν εἰς τὰ βόρεια σύνορα τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ γίνουν ἀπελάται καὶ Ἀκρῖται καὶ διὰ νὰ κρατοῦν ἐν ὑποταγῇ τοὺς ἀκαθορίστου ἐθνικότητος κατοίκους τῶν συνόρων.
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
Ἐπάγωσαν τ’ ἀντζόπα μ’, φογοῦμαι θ’ ἀποθάνω,
Ἐχπάστα καὶ θὰ ἔρχουμαι, κ̌ι ξέρω θὰ προφτάνω.
Ἄν ’κ ἔρχουμαι οὓς τὴν αὐγήν, μιλέχστεν τὰ κοκκία,
Ἄν ’κ̌ ἔρχουμαι σὸ μεσημέρ’, ἂς κλαῖγν’ ἡ γειτονία.
Ἄν ’κ̌ ἔρχουμαι οὓς τὴν κιντὴν λαλέστε τοὶ ποπάδες,
Ἄν ’κ̌ ἔρχουμαι οὓς τὴν βραδὴν ἀνᾶψτε τὰ λαμπάδες.
Σὸ μεσανύχτ, ἂν ’κ̌ ἔρχουμαι, καθέστε κὰ καὶ κλᾶψτε
Καὶ τὴν καντήλαν τοῦ Χριστοῦ, μανίτσα μου, ἀνᾶψτε.
Τ’ ἄλλο τ’ ἡμέραν τὴν πυρνήν, ἄμον ντὸ πέρ’ ὁ ἦλο̤ν,
Πουλὶν θὰ ἔρται κάθεται σ’ αὐλῆς ἐμοῦν τὸ μῆλον,
Ἐκεῖνο ἔν’ τὸ ψ̌όπο μου, θὰ κελαΐδῇ καὶ λέει σας:
Ἐπέθανα μανίτσα μου σὸ Βαρζα χὰν ἐπέμνα,
Ἔθαψαν τὸ κορμόπο μου κάθε χεροῦ σὴν στράταν.
Γειτόν’ εἶν’ οἱ ἀγαρινοὶ καὶ σύντροφοι οἱ Κοῦρτοι,
Ὄντες θὰ ἔρται ἡ Ἄνοιξη καὶ λύουνται τὰ χ̌ιόνα̤,
Ατότε ἔπαρ τὸ δρεπὰν καὶ δέβα σὰ χολχόνα̤.
Καὶ ἐκεῖ μακρὰ ἂς σοὶ Τούρκς κλάψον καὶ μοιρολόγα:
«Ἀνάθεμα τ’ ’Αγαρενοὺς π’ ἐχάσαν τὰ παιδία μ’
Ἀνάθεμαν τὸ ’Ἐρζεροῦμ, ἕρημον ἡ Τουρκία.
Τὴν Πόλ’ νὰ πέρνε Ἑλλενοι, Ρωμαῖοι τὴν Τραπεζοῦνταν
Κι’ ἀφορισμέν’ οἱ ’Αγαρενοὶ νὰ θάφκουν νὰ μὴ σκοῦνταν,
τὰ στράτας, τὰ στρατόχειλα, κορμία νὰ γομοῦνταν».
Χορτοκόπη Παγγαίου 17 Απριλίου 1962 Α. Παπαδόπουλος - Πηγή κειμένου Ποντιακή Εστία 1962
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com