Εκστρατευτικό σώμα και πορεία του τοπάλ οσμάν κατά των Κούρδων (Ιστορία Κερασούντος 1920-1921) του κ. Ιωάννου Παπαδόπουλου (γ' μέρος)
Όλα τα κείμενα με τα ιστορικά στοιχεία που παρατίθενται τόσο σε αυτήν όσο και στις προηγούμενες και επόμενες αναρτήσεις, αποτελούν προσωπική μαρτυρία/εξιστόρηση ενός Έλληνα μουσικού, του κ. Ιωάννη Παπαδόπουλου (μέλους του μουσικού ομίλου της Φιλαρμονικής μπάντας της Κερασούντας) για τα γεγονότα της περιόδου 1920–1921 στον Πόντο, την εκστρατεία του Τοπάλ Οσμάν κατά των Κούρδων, καθώς και τις βιαιότητες που ακολούθησαν εις βάρος των ελληνικών και κουρδικών πληθυσμών.
Συνέχεια απο το β' μέρος. Την επομένην, μετά την ταφήν των νεκρών και την αποστολήν των τραυματιών, δια κάρρων εις Ζάρραν, εξεκινήσαμεν δια το Κεμάχ. Κατά την πορείαν, πριν ή φθάσωμεν εις ένα Κουρδικόν χωρίον, ενεφανίσθησαν μακρόθεν ένας καβαλάρης και δύο πεζοί κρατούντες άσπρο πανί, ως σημαίαν. Όταν επλησίασαν ανέφερον εις τον Τοπάλ Οσμάν ότι, οι κάτοικοι του χωρίου, από της στιγμής ταύτης, υποτάσσονται εις αυτόν και τον παρεκάλεσαν να μην συμβή τίποτε εις το χωριό. Ο Αγάς υπεσχέθη και τους εβεβαίωσε ότι, δεν πρόκειται να τους πειράξη κανείς. Μόλις εφθάσαμε εις τα πρόθυρα του χωρίου, εξήλθον εις προϋπάντησιν του αγά, ο πρόεδρος και μερικοί πρόκριτοι, οι οποίοι ωδήγησαν αυτόν εις το χωρίον και εφρόντισαν δια τον καταυλισμόν των τσετέδων και την τροφοδοσίαν των.
Παρά την υπόσχεσιν του αγά και την συμπεριφοράν των κατοίκων, οι τσετέδες διεσκορπίσθησαν εις το χωρίον και άρχισαν να ερευνούν σπίτι προς σπίτι, οπότε όλως τυχαίως ανεκάλυψαν μέσα εις ένα αχυρώνα 7 αντάρτας κούρδους, που κατέβηκαν εις το χωριό προς το βράδυ, χωρίς να γνωρίζουν τι γίνεται μέσα εις το χωριό, τότε οι τσετέδες συνέλαβον αυτούς αμέσως τους ενέκλεισαν εις ένα σταύλον και ετοποθέτησαν σκοπούς δια την φρούρησίν των. Την επομένην το χωρίον έγινε ανάστατον, όταν συνελήφθησαν ο πρόεδρος και όλοι οι άνδρες, που ήταν εις το χωριό και μετεφέρθησαν εις την πλατείαν. Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου (playlist)
Αι διαμαρτυρίαι του Προέδρου ότι, οι κάτοικοι του χωρίου δεν έχουν καμίαν σχέσιν με τους εν αγνοία αυτών εισελθόντας εις το χωριό αντάρτας, δεν έφερον αποτέλεσμα, ο αγάς έμεινε αμετάπειστος και διέταξε την εξόντωσίν των. Είναι αδύνατον να συλλάβη ανθρώπινος νους την αυτόχρημα τραγικήν εικόνα, που παρουσίαζον οι μελλοθάνατοι καθ’ ην ώραν αντίκρυζαν τους δημίους των. Όπως ο Νέρων έτρωγε, έπινε και διεσκέδαζε, όταν οι χριστιανοί ερρίπτοντο εις την πυράν και εξοντώνοντο από τους λεγεώνας του, τοιουτοτρόπως και ο απαίσιος αγάς, ευωχούμενος επί χωματίνης στέγης οικίας τινός, υπό τους ήχους της μουσικής, που επαιάνιζε, εθεάτο μετά σαδισμού τα απάνθρωπα μέσα, που μετεχειρίζοντο οι τσετέδες του, δια να εξοντώσωσι τους συνανθρώπους των, που δεν έπταιον εις τίποτε. Και ωσάν να μην ήταν αρκεταί αι εκατόμβαι αθώων θυμάτων, οι άνανδροι εσκότωναν και γυναίκες που είχαν το θάρρος να παρουσιάζωνται εις τον αγάν και με δάκρυα εις τους οφθαλμούς να ζητούν χάριν δια τους συζύγους των.
Μετά τον αφανισμόν των κατοίκων, άρχισεν η λεηλασία των οικιών των, από τους τσετέδες, οι οποίοι εν συνεχεία παρέδωσαν εις φλόγας ένα άλλο παρακείμενον κουρδικόν χωρίον μαζί με τους κατοίκους του, όσοι δε από αυτούς διέφευγον την μαινομένην πυρκαϊάν και κατευθύνοντο εις τον πλησίον ποταμόν, δια να σβύσουν τα καιόμενα ρούχα των, επυροβολούντο και εφονεύοντο. Όλη η ως άνω, προς δυσμάς περιοχή, από Ρεφαγιέ μέχρι Τσίτ, από την οποίαν διήλθομεν, κατωκείτο από Κούρδους και Τούρκους, οι οποίοι ποικιλοτρόπως υπεβοήθουν τον Αγάν εις την εξόντωσιν των Κούρδων, δια να σφετερισθώσι και αυτοί τας περιουσίας των γειτόνων των. Μετά την εκκαθάρισιν των μεμονωμένων και κυριωτέρων Κουρδικών χωρίων ξαναγύρισε προς Ανατολάς δια να κατευθύνη τας δυνάμεις του προς την περιφέρειαν Τέρσιμ, όπου ήταν και το κυρίως Κουρδιστάν με τον μεγαλύτερον και αμιγή κουρδικόν πληθυσμόν. Η ως άνω περιφέρεια του Τέρσιμ περιεστοιχίζετο από μίαν βραχώδη, απόκρημνον και απροσπέλαστον οροσειράν, εκτεινομένην παραλλήλως του Ευφράτου από το Ερζερούμ μέχρι των συνόρων της Συρίας, με δύο και μόνον διαβάσεις, μίαν προς το Κεμάχ και ετέραν προς το Εκίν. Κερασούντα Πόντου (Giresun). Ήθη, έθιμα, χοροί και τραγούδια των Ελλήνων της Κερασούντας του Πόντου.
Μετά πορείαν 8 ημερών επεράσαμεν, με επικεφαλής τον αρχηγόν μας, την υψηλήν γέφυραν του Ευφράτου και εφθάσαμεν την 28ην Μαρτίου εις την κωμόπολην Κεμάχ, πέραν της οποίας προέβαλλον τα ως άνω απέραντα βουνά Γιλάν νταγ του Κουρδιστάν. Την επομένην ο Τοπάλ Οσμάν εκάλεσε μίαν ομάδα προκρίτων τούρκων της κωμοπόλεως, δια να τον κατατοπίσουν με ποιον τρόπον θα μπορούσε να επιτύχη την τελικήν νίκην και εξόντωσιν των κούρδων, που, καθώς τους είπε, επανεστάτησαν κατά της ιεράς και αγαπητής πατρίδος σας. Οι Τούρκοι, επωφελούμενοι της ευκαιρίας, εξέθεσαν εις αυτόν την όλην κατάστασιν και τας μεγάλας δυσκολίας, που παρουσίαζε μια τέτοια επιχείρησις δια την εκπόρθησιν της απροσίτου διαβάσεως, αι εκατέρωθεν πλευραί της οποίας και η είσοδός των, υπερησπίζοντο και εφρουρούντο από γενναίους και γιγαντοσώμους κούρδους, οι οποίοι μπορούσαν και μόνο με λίθους να συντρίψουν την κεφαλήν κάθε εισβολέως. Τοπάλ Οσμάν Φερεντίν Ζατέ. Ο μαύρος δαίμονας του Πόντου Α' Μέρος
Εν συνεχεία εξέφρασαν εις αυτόν τον κίνδυνον, τον οποίον διέτρεχον όλοι οι τούρκοι της περιφερείας εκείνης, κατόπιν μιας τοιαύτης επιχειρήσεως, που εκ των προτέρων ήταν καταδικασμένη.
Ο Τοπάλ Οσμάν όταν άκουσε, τα όσα του ανέφερον, παρ’ όλον ότι ήταν αληθέστατα, εν τούτοις την στιγμήν εκείνην εδυσανασχέτησε, έγινε σαν θηρίο, ανεστατώθη και άρχισε να καθυβρίζη και να τους αποκαλή ανάνδρους και εχθρούς της πατρίδος, αλλ’ όταν συνήλθε και ανελογίσθη τας συνεπείας μιας τέτοιας επιχειρήσεως, που θα εξηφανίζετο αυτός και όλα τα παλληκάρια του από το πρόσωπον της γης, ανέκρουσε πρύμναν και τελικά απεφάσισε να εγκαταλείψη το μεγαλεπίβολον σχέδιόν του. Την 2αν Απριλίου, όταν έδωσε το σύνθημα της οπισθοχωρήσεως και εφθάσαμεν εις την όχθην του ποταμού, διέταξε τους τσετέδες του να εκτελέσουν τους 5 Έλληνας, τους οποίους παρέλαβεν από το Ρεφαγιέ δια να μεταφέρουν πυρομαχικά. Οποία η ανανδρία του ανθρωπομόρφου τέρατος, που αντί να κτυπά τον γάιδαρον κτυπούσε το σαμάρι. Μετά την πράξιν αυτήν μας φώναξε και μας είπε με ένα ειρωνικόν τρόπον. «Έ βρέ οργανοπαίκτιδες, τώρα θα πάμε εις τους δικούς σας 400 Σανταίους, επαναστάτας κατά του Κράτους, δια τους οποίους βράζει συσσίτιον σαν τον τακτικόν στρατόν».
Τα ύπουλα λόγια του μας κατετρόμαξαν και τον απαντήσαμεν ότι, αγά, «ημείς δεν έχομεν καμίαν σχέσιν με αυτούς και εάν αυτοί τρελλάθηκαν, εις τι πταίομεν ημείς, που εκτελούμεν το καθήκον μας τιμίως και ευσυνειδήτως προς την πατρίδα μας;» Ο Αγάς χαμογέλασε και μας λέγει: «η ιδική σας απάντησις πάντοτε είναι τέτοια». Μόλις ξαναπεράσαμεν από την ιδίαν γέφυραν εις την απέναντι όχθην του Ευφράτη ποταμού, με επείγον τηλεγράφημα ο Κεμάλ διέταξε τον σφαγέα και διώκτην των χριστιανών Τοπάλ Οσμάν να βαδίση εναντίον των Ελληνικών ανταρτικών σωμάτων της περιφερείας Σαμψούντος, τα οποία έκαμναν θραύσιν εις τα μέρη εκείνα. Μετά διήμερον πορείαν, δια μέσου των κατερημαγμένων Αρμενικών χωρίων Αβγανός, Πιούρκ και Εσπιτέρ, την 5ην Απριλίου εφθάσαμεν εις το Σού-σεχρή, όπου ως επληροφορήθημεν μεταξύ πολλών Ελλήνων κατεκρεούργησαν, τον από το χωρίον Κιός-κιοϊ, περιφερείας Νικοπόλεως, παπά Αναστάσιον, λόγω της Εθνικής του δράσεως και των φροντίδων του δια να περιθάλψη και διασώση εκατοντάδας Ελλήνων προσφύγων και φυγοστράτων. Τοπάλ Οσμάν Φερεντίν Ζατέ. Ο μαύρος δαίμονας του Πόντου Β' Μέρος
Την επομένην, ακολουθούντες τον ρουν του Λύκου ποταμού, περνάμε την γέφυραν και κατά τας εσπερινάς ώρας φθάνομεν εις Κοϊλά-χισάρ. Κατά την εκεί διανυκτέρευσιν, τη υποδείξει των Τούρκων εξετελέσθησαν όλοι οι Έλληνες κάτοικοι που έζων εις αυτήν. Την άλλην ημέραν εξακολουθήσαμεν την πορείαν μας και την 8ην Απριλίου, όταν εφθάσαμεν κατά τας απογευματινάς ώρας εις Νίκσαρ (Νεοκαισάρειαν), εμάθαμε ότι, οι Τούρκοι κατόπιν τηλεφωνικής διαταγής του Τοπάλ Οσμάν επεδόθησαν εις λεηλασίας των οικιών και καταστημάτων των Ελλήνων, τους οποίους εν τω μεταξύ συνεκέντρωσαν εις πανδοχεία και καφενεία. Το θέαμα που παρουσίαζεν η πόλις με τους πειναλέους Τούρκους, εκ των οποίων άλλοι μεν μετέφεραν στρώματα, άλλοι ρουχισμόν, άλλοι τρόφιμα, άλλοι έπιπλα, άλλοι διάφορα υφάσματα και εμπορεύματα, άλλοι δε διεκπληκτίζοντο αναμεταξύ των δια την διανομήν αυτών, ήταν άκρως αποκρουστικόν και φρικώδες. Ερράγιζεν η καρδιά μας μπροστά σε τέτοιου είδους κακουργήματα, αλλά και τι ημπορούσαμεν να κάμωμεν ημείς που ευρισκόμεθα εις την ιδίαν μοίραν; Κατά τα μεσάνυχτα, οι τσετέδες μετέφεραν όλους τους συγκεντρωμένους Έλληνας έξω από την πόλιν και τους εξετέλεσαν με ομαδικά πυρά, που ακούγοντο εις όλην την πόλιν. Την 10ην Απριλίου εξεκινήσαμεν και μετά πορείαν 7 περίπου ωρών, εφθάσαμεν εις την ωραίαν κωμόπολιν Έρπαα, που κατωκείτο από Έλληνας και Τούρκους, οι οποίοι ειδοποιήθησαν, τηλεφωνικώς από τον Τοπάλ Οσμάν, να συγκεντρώσουν τους Έλληνας εις πανδοχεία και καφενεία, υπό αυστηράν επιτήρησιν. Εκεί οι μεν τσετέδες κατηυλίσθησαν εις διαφόρους κενάς οικίας των χριστιανών, δια να τας λεηλατήσουν, ο δε Τοπάλ Οσμάν με το επιτελείον του κατέλυσε εις το αρχοντικό σπίτι του πλουσίου Έλληνος Αναστάς αγά, Προέδρου της Ελληνικής Κοινότητος.
Τας πρωινάς ώρας της επομένης, καθ’ ην ώραν επαιάνιζεν η μουσική εις το προαύλιον της οικίας του Αναστάς αγά, από την ταράτσαν της οποίας ο αιμοσταγής αρχηγός, με τους επιτελείς του, μας παρηκολούθουν, χαριεντιζόμενοι αναμεταξύ των, δια τα ανδραγαθήματά των κατ’ αθώων θυμάτων, ηκούσθησαν οιμωγοί και κλαθμοί από το εσωτερικόν της οικίας, την ώραν που κατακρεουργείτο αγρίως η οικογένεια του Αναστάς αγά. Ιστορία του Ελληνισμού του Ευξείνου Πόντου
Η συγκίνησις, την οποίαν εδοκιμάσαμεν την στιγμήν αυτήν, όταν βλέπαμεν τους τυράννους να γελούν και να χαριεντίζωνται, οι δε άλλοι να σφάζωνται, ήταν τόσον μεγάλη, ώστε κατήντησε να παραλύσουν τα δάκτυλά μας και να αρχίση μία παραφωνία, έως ότου τελευταία φύγαμεν κατασυντετριμμένοι. Μετά την εκτέλεσιν των ως άνω, κατά τας βραδυνάς ώρας της ιδίας ημέρας, και όταν ο ήλιος έκλινε προς την δύσιν μερικά αποσπάσματα των τσετέδων ωδήγησαν τους μελλοθανάτους Έλληνας, που ήταν ήδη συγκεντρωμένοι, εις απόμερον μέρος, όπου και τους εξετέλεσαν και τους παρέχωσαν εις ομαδικόν τάφον, που θα συμβολίζει αιώνια, τα μαρτύρια, τα οποία υπέφερε ο Ελληνικός πληθυσμός των μερών εκείνων, προασπίζων τα ιδανικά της φυλής, και την πατροπαράδοτον αφοσίωσιν προς την χριστιανικήν θρησκείαν.
Όταν αργά την νύκτα εμάθαμεν και το νέον αυτό κακούργημα, εγεννήθη μέσα εις την ψυχήν μου ένα τέτοιο άσπονδον μίσος εναντίον αυτών των ανάνδρων σφαγέων αόπλων και αθώων ομογενών μας, ώστε δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ και είπα εις τον αδελφικόν μου φίλον Νικόλαον Τσιτνόγλου «άραγε δεν μπορούμεν να εφοδιασθώμεν με ένα πιστόλι για να ξεμπερδέψωμεν αυτό το άτιμο και βρωμερό σκυλί, που λέγεται Τοπάλ Οσμάν και να γλυτώσωμε τ’ αδέλφια μας απ’ αυτό το μεγάλο κακόν;» Ο καλός αυτός και εγκάρδιος φίλος και συνάδελφος με συνεκράτησε, όταν με είπεν ότι, εάν ημείς οι οργανοπαίκται θα επιχειρήσωμεν να κάμωμεν μίαν τέτοιαν παράτολμον πράξιν, να είσαι βέβαιος ότι, ο αδελφός του, οι συγγενείς και οι φίλοι του, που θα το μάθουν, δεν θα αφήσουν ρουθούνι χριστιανικό εις την Κερασούντα, και προσέθεσε «έστι δίκης οφθαλμός, ός τα πάνθ’ ορά και πάντ’ ακούει» ας είσαι βέβαιος ότι θα έλθη η ώρα που θα τα πληρώση όλα.
Σημείωση: 'Εχει διατηρηθεί η σύνταξη και η ορθογραφία του αρχικού κειμένου. Παραπάνω δίνεται στην δημοτική γλώσσα και σε μονοτονικό σύστημα γραφής.
Πηγή: Σελίδες από την Ιστορία της Κερασούντας του Πόντου και τα τερατουργήματα του αιμοσταγούς Τοπάλ Οσμάν σε όλη την περιφέρεια του Πόντου, του κ. Ιωάννη Παπαδόπουλου, ο μόνος όστις διεσώθη ως εκ θαύματος από βέβαιον θάνατον εκ των 13 Ελλήνων μουσικών και ηξιώθη να περιγράψη εν τω παρόντι, ως αυτόπτης μάρτυς, τα κακουργήματα του Τοπάλ Οσμάν και ιστορικά τινα γεγονότα ανά τον Πόντον.
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com