Ο Ακρίτας (Από τους Ακριτικούς Θρύλους) του Αθ. Παρχαρίδη
Πάνω από το πέρασμα του χρόνου από χρόνια χαρούμενα ή θλιβερά από αγώνες άτυχους ή νικηφόρους από δοξασμένες ή άδοξες εθνικές περιπέτειες, μια ανάμνηση προβάλλει πάντα, μια ηρωική μορφή ορθώνεται ανάμεσα στο θρύλο και στην ιστορία, ανίκητη από θεριά και από ανθρώπους και μονάχα από το χάρο νικημένη, ο Ακρίτας.
Το πρόσωπο αυτό «σύμβολο» μάλλον, κάτι που ζωντανεύει και προσωποποιεί την ιδέα της αδάμαστης ελληνικής ελευθερίας που επάλαιψε με τα θεριά της τυραννίας ολόκληρους αιώνες, η λαϊκή μούσα το τραγούδησε και το τραγουδεί και το πιστεύει σαν ένα πλάσμα υπερκόσμιο σαν ένα υπεράνθρωπο σύμβολο της ανδρείας και της αρετής, τίμιο και πιστό στην αγάπη του, άγρυπνο της τιμής του και της φαμίλιας του φρουρό, δουλευτή που αψηφά τον κόπο και χτίζει κάστρα και περιβόλια. Ο Ακρίτας (Από τους Ακριτικούς Θρύλους) του Αθ. Παρχαρίδη
»» Ακρίτας κάστρον έχτιζεν κι Ακρίτας περιβόλιν
»» σ’ έναν ομάλ’, σ’ έναν λιβάδ’, σ’ έναν πιδέξιον τόπον
»» Όσα του κόσμου τα φυτά, εκεί φέρ’ και φυτεύει
»» κι όσα του κόσμου τ’ αμπελιά, εκεί φέρ’ κι αμπελώνει
»» κι όσα του κόσμου τα νερά, εκεί φέρ’ κι αυλακώνει
»» κι όσα του κόσμου τα πουλιά, εκεί πάν’ και φωλιά̤ζνε.
Και οργώνει τη γη και την σπέρνει.
»» Ακρίτας όντας έλαμνεν σην παραποταμέαν
»» επέγνεν κι έρτουν κι έλαμνεν τη μέραν πέντ’ αυλάκια
»» επέγνεν κι έρτουν κι έσπερνεν εννέα κότια̤ σπόρον.
Και είναι έτοιμος πάντα για τον πόλεμο και φυλάει με αγάπη τα άλογά του και τους μαύρους του για να αντιμετωπίσει τους εχθρούς του.
»» Πάει κι ευρίκ’ τους μαύρους ατ΄, στέκνε και χλιμιντρίζνε.
»» Τσ’ αστράφτει σήν Ανατολήν να βρίεται σήν Δύσην;
»» σόν Θόν εσουν, νε μαύροι μου, τσ’ εφτάν’ και κοντοφτάνει;
Και που μονάχα τον χάρο δεν μπόρεσε να νικήσει όταν πάλεψε μαζί του στα χάλκινα τ αλώνια.
»» Εξέβαν και επάλαιψαν κι ενίκησεν ο Χάρον.
Μα, θα μπορούσαμε να πούμε πως ο Ακρίτας και το Χάρο τον ενίκησε γιατί η θύμηση του ζει και βασιλεύει σε ολόκληρες γενιές και στις περασμένες και τις τωρινές θα ζει αιώνια, σύμβολο - θρύλος του ελεύθερου ανθρώπου που αγωνίζεται με αρετή και με ανδρεία. Στη ζωή βρίσκονται πάντα ένας Σαρακηνός (τα πάθη και οι απληστίες και οι λογής - λογής ανθρώπινες κακίες) αλλά και ένας απελάτης που παραφυλάει για να μας χτυπήσει κι αυτός. Στον πόλεμο αυτόν ανάμεσα της αρετής και της κακίας, ένας οδηγητής θα είναι πάντα ο Ακρίτας. Και τώρα ας τον ακολουθήσουμε στη μακρινή του σκοπιά κατά τον ποταμό Ευφράτη στα κατατόπια που του έγιναν στην ιστορία βάθρο για να διαβάσουμε μέσα στο θρύλο τις επικές σελίδες της ζωής του. Οι Άραβες, οι Σαρακηνοί όπως τους λέγαν τότε οι Ρωμιοί, ύστερα από αιματηρούς και άγριους και πολυχρόνιους αγώνες κατέλαβαν σιγά - σιγά όλες τις επαρχίες πέρα από τον Ευφράτη ποταμό και το βουνό το Λίβανο. Οι Ρωμιοί που έχασαν έτσι όλα τα κάστρα της Μεσοποταμίας και τους Αγίους Τόπους περιορίστηκαν στις χώρες που έχουν για φυσικά τους σύνορα τον ποταμό Ευφράτη, την οροσειρά του Λιβάνου και τα Κουρδικά βουνά. Ακρίτας όντες έλαμνε - Δημώδες άσμα Σουρμένων Πόντου, σε Γ΄ήχο - Χορωδία Κακουλίδη
»» Οι Σαρακηνοί έχουσιν φαριά όπου διώχνουν τους αέρες.
»» Και τον Αφράτην ποταμόν ουκ ημπορούν περάσαι.
Σε όλη αυτή την γραμμή των συνόρων στα πιο επίκαιρα και στρατηγικά σημεία στις ακρώρειες, εφύλαγαν άγρυπνοι φρουροί οι Ακρίτες, μέσα στα κάστρα. Και δεν ήτανε τυχαίοι φρουροί οι ανδρείοι Ακρίτες. Ήταν αληθινοί αρχόντοι με τα παλάτια και τα κάστρα τους και τις αυλές τους και πλήθος υποτακτικούς και περιβόλια και χωράφια. Πλούσια επίσης ήταν η στρατιωτική ιεραρχία τους. Είχαν στην υπηρεσία τους τους «άγουρους», δηλαδή τη σωματοφυλακή τους ιδιαίτερους συνοδούς, τα «παλικάρια» νεαρούς μαθητευόμενους πολεμιστές που έκαναν πλήθος δουλειές ξένες προς την καθαυτό πολεμική άσκηση. Έπειτα τους «πρωτοστράτορας» και «στράτορας», δηλαδή τον αρχιιπποκόμο και τον ιπποκόμο. Στο ακριτικό έπος που βρέθηκε στη Βασιλική Βιβλιοθήκη του Εσκουριάλ, εκεί που ο Διγενής Ακρίτας πάει να κλέψει την κόρη του στρατηγού Δούκα, του αρχηγού των στρατευμάτων των Ρωμιών στην περιφέρεια εκείνη, η κόρη του λέει:
»» Αυθέντα μου, κι αν παρακατέβω, κι επάρεις με με τ’ έσου
»» και φθάσουν σε τ’ αδέλφια μου και το συγγενικόν μου
»» εσέναν να σκοτώσουσιν, κ’ εμέναν να διαγείρουν.
Περίφημοι επίσης ήσαν οι στάβλοι των ακριτών. Την εποχή εκείνη που η σωματική ρώμη έπαιζε σπουδαίο ρόλο και τη συγκοινωνία την εξυπηρετούσαν τα υποζύγια, φυσικό ήταν να λογαριάζονται ισχυροί αφεντάδες εκείνοι που είχαν και τα δύο δηλαδή και τη ρώμη και άλογα, οι «μεγαλοαλογάτες». Οι πολεμιστές που είχαν ένα ή δύο ή τρία άλογα λέγονταν μονοκάβαλοι, δικάβαλοι, τρικάβαλοι. Εξαιρετική σημασία έδιναν στα μαύρα άλογα που ήσαν δυνατότερα και γρηγορότερα.
»» Βιτσοκοπά τον μαύρον ατ’ να φτάν και κοντοφτάνει
Όταν ο Διγενής Ακρίτας νίκησε τον Φιλοπαππούν και τους απελάτας του, αυτοί ζήτησαν τη βοήθεια της Μαξιμώς. Η Μαξιμώ δέχτηκε κι ο Διγενής λέει:
»» Κι εγώ πάντοτε είχα τον σκοπόν
»» και πάντα απάντεχά τους, ορίζω τους αγούρους μου
»» και φέρνουν μου φαρία, τέσσερα ήσαν φοβερά
»» πουλάρια εκ των φαρίων κι ήταν και τα τέσσερα
»» ρωμαίικα κουρεμένα και τότε τα υπόστρωσα κι υποχαλίνωσα τα,
»» και έμπροσθεν ΄ς την τέντα μου βόσκουν εις το λιβάδι.
Η σωματική λοιπόν ρώμη που και στην Πόλη θαυμαζόταν πολύ αφού και οι χρονογράφοι αναφέρουν πολλούς βασιλιάδες και στρατηγούς που παίζανε με μεγάλη τέχνη το μαχαίρι και το ραβδί και με ένα χτύπημα μπορούσαν να κόψουν και κεφάλι αλόγου ακόμα, η ευψυχία, η εξυπνάδα και οι πολεμικές αρετές έκαναν τους Ακρίτες φοβερούς. Κοντά σε όλα αυτά τα προτερήματα είχαν και άλλα που δεν θα τα φανταζόταν εύκολα κανείς σε ανδρείους πολεμιστές. Έπαιζαν δηλαδή με επιδεξιότητα μεγάλη τον ταμπουρά και τραγουδούσαν τα κατορθώματα τους. Ήσαν μ’ άλλα λόγια πολυσύνθετοι τύποι οι ηρωικοί Ακρίτες από το τραγούδι «Θάνατος του Διγενή» φαίνεται πως τριακόσια παλληκάρια έρχονται για να ακούσουν τις ανδραγαθίες του από το στόμα του προτού πεθάνει:
»» Τσάν κάτσετι τους φίλους μου, πάνω γρουσές τσαέρες
»» τσαι δώστε τσάν τους φίλους μου καλόν φαείν να φάσουν.
»» Εμείς εν ήρταμεν εδώ να πιούμε και να φάμεν
»» μόνο να πεις τα πάθη σου τσ΄ευτύς πίσω ν απάμε
»» πάνω σ’ τις παιδοσύνες σου και στις παλληκαριές σου
»» πά’ στην αντρειοσύνη σου και στις αντρειαριές σου
»» Τρώτε τσαι πίνετ’ άρχοντες τσ’ εγώ να σας ξηούμαι.
Οι Ακρίτες όχι μόνο δεν επλήρωναν φόρους στο κράτος αλλά και τα λάφυρα από τις εκστρατείες και τις νίκες των κατά των Σαρακηνών ήταν δικά τους. Έτσι η δύναμη των εμεγάλωνε και όταν ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος ο Μονομάχος τους ανάγκασε να πληρώσουν φόρους, παράλυσε η φύλαξη των συνόρων, πράγμα που έκανε τους διαδόχους του να τους ξαναδώσουν τα προνόμια τους πίσω. Αναφέραμε παραπάνω τους απελάτες. Οι απελάτες ήτανε λίστες που αναγκάζονταν οι Ακρίτες να τους κυνηγούν κι αυτούς. Η Μαξιμώ που αναφέραμε πρίν ήτανε αρχηγίνα σε ληστοσυμμορία απελατών. Τέτοιοι ληστές προπάντων Κούρδοι και τον καιρό της τουρκοκρατίας και τελευταία ακόμα βρισκόταν στα μέρη εκείνα. Κοντά στα τόσα προτερήματά τους οι Ακρίτες είχαν και μια έλλειψη σημαντική. Δεν ήξεραν γράμματα και δεν είχαν καμία κλήση σε αυτά. Αλλά την εποχή εκείνη ετύχαινε και αυτοκράτορες ακόμη να είναι αγράμματοι όπως ο Ιουστίνος και ο Μιχαήλ ο Τραυλός. Οι εισβολές ή οι επιδρομές των Σαρακηνών δεν ήταν σπάνιες στη γραμμή των συνόρων. Πολλές φορές μάλιστα ήταν αιφνιδιαστικές. Ενώ ο Ακρίτας επιστατούσε στα χωράφια του τους καλλιεργητές, έρχεται λαχανιασμένος ο αγγελιοφόρος και τον ειδοποιεί. Αφήνει το χωράφι του και σαν αστραπή φτάνει στο παλάτι του μα το βρίσκει έρημο και λεηλατημένο, τη γυναίκα του και τα πλούτη του αρπαγμένα από τους επιδρομείς και το τραγούδι το λέει χαρακτηριστικά: Ακρίτας κάστρον έχτιζεν - Δημώδες Ακριτικό Άσμα Πόντου
»» Έρθεν πουλίν κ’ εκόνεψε σσου ζυγονί την άκραν
»» Σκούται και καλοκάθεται σσου ζυγονί την μέσην
»» Οπίσ’ πουλίν, οπίσ’ πουλίν μη τρώς τη βουκεντρέαν
»» Και το πουλίν κελάϊδησεν σαν ανθρωπή λαλίαν
»» Ακρίτα μου ντο κάθεσαι, ντο στέκεις και περμένεις;
»» το ένοικό σ’ εχάλασαν και την κάλη σ’ επήραν.
Προστάζει να του φέρουν το καλύτερό του άλογο, καβαλλικεύει και πάει να κυνηγήσει τους κουρσάρους. Ακολουθούν οι άγουροι και τα παλικάρια, ολόκληρη συνοδεία από υποζύγια φορτωμένα με τα χρειώδη και τα συρτά τα αναπληρωτικά δηλαδή άλογα. Ειδοποιήθηκαν και οι συγγενείς κι έρχονται και αυτοί επίκουροι κοντά στις όχθες του Ευφράτη προφταίνουν τους κουρσάρους. Οι καβαλάρηδες Ακρίτες είναι οπλισμένοι με κοντάρια, με σπαθιά και με κορύνες ή ραβδιά που έχουν στην μία άκρη σφαίρα με προεξοχή (τοπούζ). Η μάχη αρχίζει φοβερή και τελειώνει με τη νίκη του Ακρίτα που παίρνει πίσω τα καλά και την καλή του από τους Σαρακηνούς. Άλλοι σκοτώνονται και άλλοι φεύγουν γυρίζοντας πίσω στα λημέρια τους. Γιορτάζουν τη νίκη τραγουδώντας οι ίδιοι τα κατορθώματά τους. Τα τραγούδια αυτά περνούσαν από στόμα σε στόμα και οι τραγουδιστάδες τα πήγαιναν και στις άλλες επαρχίες και έτσι σιγά σιγά έγιναν κτήμα του λαού που θαύμαζε τα κατορθώματα των Ακριτών. Άλλα και αυτά ήταν απλώς αφηγηματικά ενώ άλλα έγιναν χορευτικά και με τον καιρό μεταπήδησαν με τους αποίκους και στην Κρήτη και στην Κύπρο.
Λεξιλόγιο:
• Έλαμνεν = όργωνε
• Κότια̤ = αρχ. Κοτύλη = μέτρο μέτρηση υγρών, αλλά και ξηρών καρπών (δοχείο-ξύλινος τενεκές) χωρητικότητας 40 χιλιόγραμμα
• Σόν Θόν εσουν = για το Θεό σας
• Διαγείρουν = Να με γυρίσουν πίσω
• Απελάτης = ληστής
• Τσαι = και
• Γρουσές = χρυσές
• Τσαέρες = καθίσματα
• Παιδιοσύνες = παιδικές πράξεις
• Κονεύω = κάθομαι, επικάθομαι, αναπαύομαι για λίγο
• Ζυγώνι = ζυγός ή ζυγόν
• Βουκεντρέα = βουκέντρα, ραβδί με αιχμηρή απόληξη με το οποίο κέντριζαν τα βόδια του αρότρου
• Ένοικον = οικία, σπίτι
Ο Ακρίτας (Από τους Ακριτικούς Θρύλους) του Αθ. Παρχαρίδη. Πηγή: Ποντιακά Φύλλα τεύχη 7-8, 1936
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com