Πως θα δικαιωθούν αυτοί που χάθηκαν στον Πόντο; Αφήγηση του Παφραίου Καπετάν Ασλάν

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Ποντιακό Αντάρτικο

Πάφρα Αμισού (Σαμψούντας) Πόντου 1919 Γεώργιος Ορφανίδης, Πλάτων Χατζηθεοδωρίδης & Φώτιος ΤοπούζογλουΗ καταγραφή της αφήγησης του Παναγιώτη Χατζηθεοδωρίδη, του Αντωνίου και της Μαρίας, με το ψευδώνυμο «Ασλάν», δηλαδή λιοντάρι, κατοίκου Νέας Πάφρας Σερρών, έγινε από τον Γεώργιο Θ. Αντωνιάδη στο χωριό, στις 28 Οκτωβρίου 1956, στο σπίτι του αφηγητή, παρουσία του γιου του Παρασκευά.

Αντίγραφο της αφήγησης εστάλη πριν από 20 χρόνια και πλέον σην Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, για το περιοδικό «Αρχείον Πόντου», και στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών για το «Δελτίον», στην Αθήνα, αλλά δεν δημοσιεύτηκε μέχρι σήμερα. O αφηγητής Μπάρμπα Ασλάν είναι διορατικός, έξυπνος, γνώστης πραγμάτων από τα τεκταινόμενα στον Δυτικό Πόντο (Σαμψούντα — Πάφρα — Αλάτσαμ — Αμάσεια, Έρπαα — Κάβζα — Κιοπρού), διπλωμάτης στις συζητήσεις του, άριστος αφηγητής, ασυμβίβαστος και δραστήριος. Τις ερωτήσεις που του υποβάλλω δεν τις αναγράφω για οικονομία χώρου και χρόνου στη δακτυλογράφηση και συνεχίζω με τον τίτλο που ο ίδιος μου ζήτησε να βάλω στην αφήγησή του: ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΙΜΑ ΠΟΥ ΤΟΣΟ ΑΦΘΟΝΟ ΧΥΘΗΚΕ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ, ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΟ ΠΛΗΡΩΣΕΙ; Πως θα δικαιωθούν αυτοί που χάθηκαν στον Πόντο; Αφήγηση του Παφραίου αντάρτη Καπετάν Ασλάν

Γεννήθηκα στο χωριό Γαϊνάρτσα (που σημαίνει πηγή που αναβλύζει) της Πάφρας του Πόντου το 1888 και είμαι σήμερα (1956) περίπου 68 χρόνων. Ο παππούς μου Δημοσθένης (Τιμός) γεννήθηκε το 1790 και ο αδελφός του, ο Θεμιστοκλής (Τόκλης), το 1796. Και οι δυο τους ήταν εσχιάδες, δηλαδή αρματολοί, εκδικητές. Ο πατέρας μου Αντώνης, που γεννήθηκε το 1848, ήταν και αυτός αρματολός και έδρασαν κατά των τούρκων στα βουνά της Σαμψούντας και Πάφρας, Νεπιέν - Γιουντάγ - Αγιού Τεπέ, στα βουνά της Αμάσειας και Έρπαα και στα βουνά Κάβζας, Κιοπρού, Μερζιφούντας. Απαντώντας στην ερώτησή σου θέλω να τονίσω ότι το ρωμέϊκο μιλέτι είναι πολύ άτιμο (Ρουμ μιλετί τσοκ ετεπσίζ) και για τον λόγο αυτό οι προπαππούδες μας, όταν ήρθαν στον τόπο αυτό, τριακόσια χρόνια πριν από τον Χριστό, όπως έλεγαν οι γραμματιζούμενοι, τους είχαν φέρει πρόσφυγες από την περιοχή της Αθήνας και από τα νησιά του Αιγαίου. Έφεραν μαζί τους και τα ήθη και έθιμά τους, την εξυπνάδα και την πονηριά τους, έτσι και εμείς εδώ με τον ίδιο τρόπο συνεχίζουμε ό,τι ακούμε από τους παππούδες μας και τα ίδια μεταφέρουμε και στα παιδιά και τα εγγόνια μας. Έλεγαν πολλές φορές ότι τα χωριά και οι συνοικισμοί κατά μήκος του πο ταμού Άλυ, του Κιζίλ Ιρμάκ, από τον Εύξεινο Πόντο μέχρι το Βεζίρ Κιοπρού χτίσθηκαν από τους Αθηναίους και γι’ αυτό, δουλεύοντας τα χωράφια μας, βρί σκαμε πολύ συχνά μαρμάρινες πλάκες με ελληνικές επιγραφές που τις εξηγούσαν ον μορφωμένοι και μάλιστα βρήκαν γραμμένες λέξεις ελληνικές, για τις οποίες έλεγαν ότι είναι αρχαίες, εμείς όμως δεν καταλαβαίναμε τι σημαίνουν όλα αυτά. Συγκεκριμένα, στο χωριό της γυναίκας μου, που καταγόταν από το χωριό Τάχνα, υπάρχει μια υπόγεια πολιτεία μέσα στον ποταμό Τσάι, με αρχαία ελληνικά γράμματα και με λατινικά. Για τους παραπάνω λόγους και οι γονείς μας έδιναν στα παιδιά τους αρχαία ελληνικά ονόματα, ό,τι έκανα κι εγώ, και μόνον όταν ο αδελφός μου ο Κωνσταντίνος έγινε παπάς, μας έβαλε και δίναμε ονόματα χριστιανικά. Ο αδελφός μου είχε σπουδάσει σε σχολεία της Πάφρας και της Σαμψούντας και στη συνέχεια τον έστειλε ο πατέρας μου στη Μερζιφούντα σε μεγάλο σχολείο κι έγινε παπάς, αλλά έκανε και τον δάσκαλο.

Σκλάβοι των τούρκων - Αυτοκτονία κοριτσιών
Όταν γίναμε σκλάβοι των τούρκων από τον Μωάμεθ, οι τούρκοι ήθελαν να μας κάνουν τούρκους και να γίνουμε μωαμεθανοί, δηλαδή να αλλάξουμε τη θρησκεία μας και την καταγωγή μας, να γίνουμε τούρκοι, και επειδή δεν το δέχθηκαν αυτό οι πρόγονοί μας, άρχισαν να τους καταδιώκουν και να τους φυλακίζουν, ακόμη και να τους σκοτώνουν. Στην περιοχή μας, ο σουλτάνος, όπως έλεγαν, τοποθέτησε έναν σκληρό και αιμοβόρο ντερέμπεη, τον Χασάν Αλάμπεη, που από χριστιανός είχε γίνει μωαμεθανός και από Έλληνας τούρκος και φερόταν βάναυσα και εγκληματικά, όπως, μάλιστα, έλεγαν οι παππούδες μας στα τουρκικά: «Σαραπτάν ολάν σιρκέ γιτί ολούρ» δηλαδή, «το ξίδι από χαλασμένο κρασί γίνεται πιο σκληρό από ό,τι από το καλό κρασί». Αυτός, λοιπόν, έμοιαζε με το ξίδι, γι’ αυτό και ήταν σκληρός με τους δικούς μας, που δεν δέχονταν να γίνουν μωαμεθανοί. Έπιανε αθώους, τους φυλάκιζε, τους έδερνε και, τις περισσότερες φορές, τους σκότωνε. Έπαιρνε γυναίκες για σκλάβες και κοπέλες για πούλημα στα χαρέμια. Έτσι, κάποτε, όπως έλεγε ο παππούς μου αλλά και ο πατέρας μου, προσπάθησε να κάνει συλλήψεις ανδρών και γυναικών στα χωριά μας. Από φόβο να μη συλ ληφθούν, 1.500 έως 2.000 γυναικόπαιδα κλείστηκαν σε ένα μεγάλο κάστρο κοντά στο χωριό Ασάρ της Πάφρας, στον ποταμό Άλυ. Εκεί έμειναν κλεισμένοι για 40 με 50 μέρες και πολλοί πέθαναν, άλλοι τρελάθηκαν και άλλοι παραδόθηκαν. Μερικά κορίτσια, όμως, που ήξεραν από προηγούμενα ενέργειες του ντερέμπεη, δεν παραδόθηκαν, αλλά ανέβηκαν ψηλά στην κορυφή του κάστρου και από εκεί έπεσαν και αυτοκτόνησαν, για να μην πέσουν στα χέρια των τούρκων. Ο ντερέμπεης αυτός και οι άνθρωποί του είχαν απαγορεύσει τελείως στους Έλληνες κατοίκους της περιοχής να μιλάνε ελληνικά και όποιον άκουγαν να λέει έστω και μια ελληνική λέξη, του έκοβαν τη γλώσσα ή τον αποκεφάλιζαν. Με τον τρόπο αυτό ο ντερέμπεης ήθελε να κάνει τους ελληνοχριστιανούς να αλλάξουν πίστη, κάτι που δεν το έκαναν οι πρόγονοί μας και γι’ αυτό τους εκδικούνταν. Και στα χρόνια τα δικά μου, το 1900 με 1923 που ήμασταν στα βουνά της Πάφρας του Πόντου, θυμάμαι σε ομαλές εποχές, τα σχολεία έκαναν αναπαράσταση της αυτοκτονίας αυτής με εντολή, φυσικά, των δασκάλων των δημοτικών σχολείων και του δεσπότη μας και επισκόπου Πάφρας Ευθυμίου (Αγριτέλη). Οι ελληνοχριστιανοί της περιοχής μας αντιδρούσαν με τον τρόπο αυτό στην καταπίεση των τούρκων. Αυτοί, λοιπόν, για να εξαναγκάσουν τους Έλληνες να αλλαξοπιστήσουν, έκλεισαν τα σχολεία και τις χριστιανικές εκκλησίες. Τους παπάδες και τους δασκάλους τους κυνηγούσαν συνεχώς, για να μη μαθαίνουν στα παιδιά τα ελληνικά. Έβαζαν σπιούνους που ήξεραν ελληνικά και που όταν έβλεπαν ένα μικρό παιδί, το ρωτούσαν ελληνικά για κάποιο πράγμα. Αν το παιδί απαντούσε και αυτό ελληνικά, τότε έλεγαν, αφού τα σχολεία απαγορεύονται, οι εκκλησιές δεν λειτουργούν, παπάδες και δάσκαλοι δεν υπάρχουν, πώς το παιδί κατάλαβε τα ελληνικά και απάντησε; Άρα στο σπίτι οι δικοί του, τού μιλάνε ελληνικά. Με την κατηγορία αυτή, οδηγούσαν τους γονείς του παιδιού στην πλατεία του χωριού και παρουσία όλων των κατοίκων, τους έκοβαν τη γλώσσα. Γι’ αυτό τα αντρόγυνα αναγκάζονταν να μιλάνε μεταξύ τους μέσα στο σπίτι μόνον τουρκικά και δεν έλεγαν λέξη στα ελληνικά. Έτσι μάθαιναν τα παιδιά μόνον τουρκικά. κι εμείς ακόμη, στα δικά μας χρόνια, όταν ζητούσαμε κάτι από τους τούρκους και μας ξέφευγε κάποια ελληνική λέξη, εκείνοι το έλεγαν αμέσως στους ανθρώπους του μουχτάρη (προέδρου) του χωριού και αυτός μας έκανε παρατηρήσεις.

Αντίδραση των Ελλήνων της περιοχής με το αντάρτικο
Σε όλες αυτές τις ενέργειες των τούρκων οι Έλληνες αντέδρασαν με τους λεγόμενους εσχιάδες, τους αρματολούς, που άρχισαν και αυτοί να προβαίνουν σε αντίποινα εναντίον των τούρκων για ό,τι κακό έκαναν αυτοί στους Έλληνες. Υ πήρχαν τότε πάρα πολλοί εσχιάδες εκδικητές στα μέρη μας, από το 1700, ακόμη, και οι αγωνιστές αυτοί συνέχισαν να υπάρχουν και το 1810 με 1825. Την περίοδο εκείνη υπήρχαν πολλοί εσχιάδες, με τους πιο φημισμένους αρχικαπετάνιους εσχιάδες και εκδικητές του 1820, τον Καράτσοτσουκ από το χωριό Κουρλένταμι της Πάφρας, τον Χιντά ή Βασίλειο Κοτσερίδη από το Ζεϊνέλ, τον Γιάννη Κοτζαμπάς, τον Τελή Λάζαρη και άλλους, που προχωρούσαν σε αντίποινα εναντίον των τούρκων, για ό,τι έκαναν. Αμισός (Σαμψούντα) - Πάφρα Πόντου. Ιστορία, Χοροί, ήθη, έθιμα, παραδόσεις.

Πνιγμός 4.000 ελληνοχριστιανών στον ποταμό Άλυ
Οι τούρκοι, την περίοδο του 1800, όπως έλεγε ο παππούς μου, αλλά και ο πατέρας μου που ήταν και αυτοί εσχιάδες, στη συνέχεια - οι τούρκοι, με το πρόσχημα της στράτευσης, πήραν από τα σπίτια τους εκατοντάδες άνδρες ηλικίας 18 μέχρι 50 χρόνων από όλα τα χωριά κατά μήκος του ποταμού Κιζίλ Ιρμάκ και αντί να τους πάνε στο στρατό, τους έδεσαν ανά δύο και τους πέταξαν ζωντανούς στον ποταμό και τους έπνιξαν. Με τον ίδιο τρόπο πήραν από το χωριό μου 5-6 άτομα και οι δικοί τους νόμιζαν πως υπηρετούν σε μακρινά μέρη και δεν γύρισαν. Τους περίμεναν επί χρόνια να γυρίσουν, ενώ αυτοί δεν έδιναν σημεία ζωής. Ανησυχούσαν, αλλά έλεγαν ότι ίσως τους πήγαν ως στρατιώτες σε πολύ μακρινές περιοχές, όπου μπορεί να πέθαναν ή να έμειναν για πάντα και ξέχασαν να γυρίσουν στα σπίτια τους.

Πως θα δικαιωθούν αυτοί που χάθηκαν στον Πόντο; Αφήγηση του Παφραίου «Καπετάν Ασλάν» Παναγιώτη Χατζηθεοδωρίδη στον κ. Γεώργιο Θ. Αντωνιάδη στο χωριό Νέα Μπάφρα Σερρών στις 28 Οκτωβρίου 1956

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print