Ο μήνας Φεβρουάριος στα Λαογραφικά των Κοτυώρων του Πόντου (Άκογλου Ξενοφώντα)
Ο μήνας Φεβρουάριος, στον Πόντο ονομαζόταν Κ̆ούντουρον (από τις λέξεις κοντή ουρά) αλλά στα Κοτύωρα λεγόταν και Κιουτσ̆ούκ-άγης δηλαδή μικρός μήνας, λόγω της διάρκειας του. Η λαϊκή μούσα, μας διασώζει τα εξής δίστιχα:
Ο μήνας Φεβρουάριος στα Λαογραφικά των Κοτυώρων του Πόντου (του Άκογλου Ξενοφώντα)
«Ο Κ̆ούντουρον ο κούτσουρον και ο π̆ασαλοκάφτες
Έρθεν και ο Κ̆ούντουρον τα κάτας μιάου-μιάου
Ο Κ̆ούντουρον έν’ λειφτός, ποδεδίζω τον Χριστό σ’»
Το μηνολόγιο της παρόντος μηνός Φεβρουαρίου έχει ως εξής:
Την 1η του μηνός εορτάζεται η μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Τρύφωνος τ’ Αε-Τρύφωνα. Γινόταν ειδικώς αγιασμός στην εκκλησία. Έπαιρναν όλοι μέσα σε μπρίκια του καφέ για ευλογία ή σε μαστραπάδες και ράντιζαν μέσα στα σπίτια τους για να μην πέσει ακρίδα, καθώς και στους κήπους για να μη σκουληκιάσουν οι ρίζες των δέντρων και των φυτών.
Στις 2 Φεβρουαρίου εορταζόταν η Υπαπαντή του Σωτήρος Χριστού. Τα δύο της Κ̆ούντουρι’ της Παναγίας. Έτσι την ονόμαζαν τη γιορτή αυτή. Και τις έξι παραπάνω λέξεις τις θεωρούσαν σαν μια λέξη που χαρακτήριζε τη γιορτή. Ήταν γνωστό το ανέκδοτο σε βάρος κάποιου αφελή που ρώτησε: Τα 2 τη Κ̆ουντουρί’ της Παναγίας ποτέ έν’; και πήρε την απάντηση: Σα 2 τη Κ̆ουντουρί’…!!! Τη θεωρούσαν μεγάλη γιορτή, την τιμούσαν και την φοβόνταν.
«Ναηλί εκείνον π’ έκαμεν σα δύο τη Κοντούρ’
Μηδέ η τσέπρα̤ λείπ’ α̤τον, μηδέ η ανεχ̆ειτία»
δηλαδή: αλλοίμονο σε κείνον που εργάστηκε στις 2 Φεβρουαρίου, ούτε η ψώρα του λείπει ούτε η ανέχεια. Με την ημέρα αυτή διαπίστωναν επίσης ότι τελειώνουν οι γιορτές: "Υπαπαντή-Υπαπαντή γιορτουλάρ καπ̆αντή", δηλαδή οι γιορτές έκλεισαν. Γιόρταζε στα Κοτύωρα ο Μητροπολιτικός Ναός της Υπαπαντής, οπότε γινόταν μονοκκλησιά. Έρχονταν από την παραμονή χωριανοί από τα άλλα χωριά της περιοχής και τα πιο μακρινά, Ρωμιοί, Αρμένηδες, τούρκοι και από κάθε φυλή και θρήσκευμα, οδηγώντας διάφορους παθιασμένους, επιληπτικούς, σεληνιασμένους, παράλυτους, ανήμπορους, μικρά παιδιά μαραγγιασμένα και γενικά αρρώστους κάθε κατηγορίας. Ο καθένας κρατούσε μαζί αφιερώματα και δωρεές για την εκκλησία, όπως κερί ή λάδι, ασημικά, χρυσαφικά και τα τοιαύτα. Λούζονταν στα αγιάσματα που ήταν εκεί στην αυλή στη νότια πλευρά της εκκλησίας όπου ήταν χτισμένο ένα παράπηγμα. Τα αγιάσματα αυτά λέγανε ότι προήλθαν από μνήμα δεσπότη που είχε αγιάσει πριν από πολλά χρόνια και τα θεωρούσαν ιαματικά με τη χάρη της Παναγίας. Τη νύχτα της παραμονής γινόταν ολονυκτία. Η εκκλησία, ο νάρθηκας και η αυλή έξω ήταν γεμάτη από αρρώστους που τους πιάναν συνήθως τους περισσότερους τα πάθη τους. Όλο το περίγυρο παρουσίαζε όψη κολυμβήθρας του Σιλωάμ και δημιουργούσε την εντύπωση μιας εικόνας από την κόλαση. Το ίδιο γινόταν και ανήμερα της Υπαπαντής στη λειτουργία που διεξαγόταν μέσα σε πανδαιμόνιο από φωνές, σκουξίματα, άγρια μουγκρίσματα κτλ από τους διάφορους δαιμονισμένους και παθιασμένους. Κατά την ανάγνωση του Ευαγγελίου μαζεύονταν και στριμώχνονταν κοντά στην ωραία πύλη προσπαθώντας να σκεπαστούν όλοι αν μπορούσαν με το πετραχήλι του παπά. Επίσης, κατά την εκφώνηση του «Πάντων ημών» και την περιφορά με τα Άγια των Αγίων (Μεγάλη είσοδος), έπρεπε ο παπάς να δρασκελίσει από έναν-έναν όλους που ήταν ξαπλωμένοι σαν σαρδέλες στο δρόμο της συνηθισμένης διαδρομής του από την δεξιά πύλη ως την είσοδο του ναού και από εκεί κατευθείαν στην ωραία πύλη και συνέχεια ύστερα στο Ιερό βήμα. Αρκετοί γινόταν καλά, μεταξύ των οποίων και τούρκοι γι’ αυτό και οι τούρκοι σέβονταν πολύ την Παναγία και τη λέγανε Μεριάμ-ανά, δηλαδή μητέρα Μαριάμ, μητέρα Μαρία. Πρέπει να σημειωθεί ότι όλοι οι Κοτυωρίτες την εκκλησία της Υπαπαντής τη λέγανε «Τη Παναγίας η εγκλεσία» σαν να τανε αφιερωμένη στην Παναγία, έτσι και η συνοικία λεγόταν τη Παναγίας η μαχαλά. Γι αυτό και συνήθιζαν την ημέρα αυτή να γιορτάζουν και όλοι οι Παναγιώτηδες, αλλά οι Μαρίες, οι Δέσποινες και οι Παναγιώτες είχαν τη γιορτή τους (το μενίνικον-ατουν) στις 15 του Αυγούστου. Αξίζει εδώ να σημειωθεί και το παρακάτω περιστατικό: Η κόρη ενός τούρκου καραβοκύρη του Χατζηκαρά-αλή, πολύ άρρωστη από καιρό από μαρασμό έγειανε με τη Χάρη της Παναγίας Υπαπαντής. Ο πατέρας της από ευγνωμοσύνη αφιέρωσε στην εκκλησία έναν παχτσ̆έ φουντουκώνα, γνωστό σε όλους με την τοπωνυμία «της Παναγίας η παχτσ̆ά». Ο φουντουκώνας αυτός έδινε ως 10 καντάρια λεφτοκάρα̤. Η συγκομιδή των γινόταν με εργασία προσωπική, δωρεάν και όλοι έτρεχαν να κάνουν ένα τουλάχιστον μεροκάματο για τη Χάρη της κατά το μάζεμα. Ούτε έτρωγαν, ούτε έκλεβε κανείς, ούτε ένα φουντούκι, ακόμα και οι τούρκοι που κατοικούσαν εκεί ολόγυρα σε εξοχικά χωριατόσπιτα δεν άπλωναν χέρι στο φουντουκώνα και από σεβασμό αλλά και από φόβο. Την ημέρα της Υπαπαντής μαζεύονταν στην αυλή της εκκλησίας διάφοροι μικροπωλητές με κουλούρια, ζαχαρωτά, διάφορα παιδικά παιχνίδια, ψιλικά και τα λοιπά.
Στις 11 του Φεβρουαρίου εορταζόταν η μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Βλασίου (Τ’ Αε-Ζαρέα). Ζαρέας από το ζαρώνω = Στραβώνω. Ζαρωτό σημαίνει στραβό. Δεν επιτρεπόταν καμία απολύτως εργασία στις γυναίκες και στις έγκυες. Αλλά ούτε και να μαγειρεύουν. Απαγορευόταν να κόψουν οτιδήποτε με μαχαίρι. Όποια παρέβαινε τις απαγορεύσεις αυτές μπορούσε κάτι να πάθει. Αν λάθεψε καμία ή υποχρεωτικά έκανε καμιά δουλειά, έπρεπε να φυτέψει 3 φασόλια σε ένα οποιοδήποτε υγρό μέρος, συνήθως κάτω στο νεροχύτη για να πάει εκεί το κακό. Την εποχή αυτή καθώς είναι γνωστό βάνουν κλώσες και οι γάτες βρίσκονται σε ενδιαφέρουσα κατάσταση. Αντί λοιπόν για φύτεμα φασολίων αρκούνταν κάποτε να πουν τον εξορκισμό: «ήντα̤ν κακόν θα έρται, σην κωσσούν ή σα κατοπούλα̤ να κρούει», δηλαδή όποιο κακό θέλει να ‘ρθει στην κλώσα ή στα γατάκια να χτυπήσει. Αν τύχαινε να βγει κανένα πουλί ή κανένα γατί ελαττωματικό, όπως και υπάρχουν συγκεκριμένα παραδείγματα, τα απέδιδαν σε παρόμοιο εξορκισμό. Αν τύχαινε επίσης να γεννηθεί κανένα παιδί ελαττωματικό το απέδιδαν σε κάποια παράβαση της μάνας του κατά την ημέρα αυτή, λέγοντας: «Ντ’ εξέρτς τ’ Αε-Ζαρέα ντ’ εποίκεν κι εγέντον το μωρόν-ατς αέτς», δηλαδή: Που ξέρεις την ημέρα του Αε-Ζαρέα τι έκανε η μάνα και έγινε έτσι το παιδί της. Υπάρχουν επίσης συγκεκριμένα παραδείγματα που στράβωσαν χείλη, έπεσαν από σκάλες και χτύπησαν, κουτσάθηκαν στα καλά καθούμενα κτλ. ύστερα από κάποιες παραβάσεις. Η υποβολή και η αυθυποβολή έπαιζαν ασφαλώς σπουδαίο ρόλο.
Στις 24 Φεβρουαρίου εορταζόταν η Ά και Β’ εύρεση της Κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου (Τ’ Αε-Κοτσοκεφαλί’). Πίστευαν πως ότι φυτέψει κανείς την ημέρα αυτή πιάνει και ευδοκιμεί. Όσοι είχαν κτήματα ή κήπους περίμεναν τη γιορτή αυτή για να φυτέψουν τα δέντρα που ήθελαν. Επίσης έκαναν και τα μπολιάσματα των δέντρων ασ̆λάεμαν (τουρκική λέξη).
Απόκριες. Το Φλεβάρη συνήθως τυχαίνουν και οι αποκριές με την αρχή του Τριωδίου, δηλαδή την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου άρχιζαν τα καρναβάλια και συνεχίζονταν την Κυριακή του Ασώτου των Απόκρεω (τη Κρεατινής), της Τυρινής και την Καθαρά Δευτέρα. Αραιά στην αρχή και ομαδικότητα τις τελευταίες δυο Κυριακές. Κυρίως ντύνονταν οι νέοι και οι νέες με τις εγχώριες ενδυμασίες ζούπκας και ζουπούνας. Αυτοί δεν βάζανε μουτσούνες - προσωπίδες. Τα κορίτσια ντύνονταν και χανούμισσες με τσαρτσάφια και φερετζέδες. Άλλοι βάνανε διαφορετικές ενδυμασίες γίνονταν γέροι και γριές, διάβολοι με ουρές και κέρατα, με μονοκόμματες ενδυμασίες από την κορφή ως τα νύχια, χωριάτες, ατσίγγανοι κτλ. Κλασικοί τύποι ήταν ο γιατρός και η γιάτρισσα που θα ήταν πάντα αλαμπρατσέτα. Ο γιατρός φορούσε ρετιγκότα παλιά, είχε άσπρο γιλέκο και ένα πελώριο κρεμμύδι στην τσέπη με σπάγκο δεμένο, κρατούσε μπαστούνι συνήθως σκελετό παλιάς ομπρέλας, φορούσε μόνο σκελετό από γυαλιά καμωμένο κάποτε από χόρτα της σκούπας και καπέλο πομπέ, όταν δεν είχε τέτοιο, έβαζε το καλάθι που χρησιμοποιούνταν για να γεννούν μέσα οι κότες. Η γιάτρισσα βαστούσε βεντάγια συνήθως από παλιό λείψανο σκούπας και κάθε τόσο αεριζόταν. Είχε στήθη πολύ φουσκωτά τεχνητά. Επίσης ντύνονταν και με ευρωπαϊκά αντρίκια και γυναικεία για να σατιρίσουν εκείνους που παρακολουθούσαν τη μόδα. Όλοι αυτοί εκτός τον διάβολο και τους ατσίγγανους που ήταν μαυρισμένοι με φούμο, δηλαδή μανέα, χρησιμοποιούσαν μουτσούνες κυρίως χάρτινες και λίγοι από σύρμα (τ̆ελένα). Επίσης λίγοι ντύνονταν και με φουστανέλες, την ενδυμασία αυτή την έλεγαν Αλβανίτικα ή Ευζωνικά και μερικές σαν βλάχες χωρίς προσωπίδα, ή κυρίως με προσωπίδα από σύρμα. Ντύνονταν επίσης άνδρες με γυναικεία και γυναίκες με ανδρικά ρούχα. Συνήθως γίνονταν παρέες-παρέες και γύριζαν στα συγγενικά και τα φιλικά τους σπίτια έχοντας μαζί τους και μουσική, τραγουδούσαν, χόρευαν και έκαναν διάφορα αστεία. Ο γιατρός εξέταζε δήθεν το σφυγμό των σπιτικών κρατώντας το χέρι ή και το πόδι τους κι έχοντας βγαλμένο το κρεμμυδοκέφαλο, όπου παρακολουθούσε τα λεπτά. Το βγαζε επίσης κάθε τόσο που τον ρωτούσαν την ώρα. Η γιάτρισσα έκανε τα σκερτσάκια της και έπαιρνε τον αέρα της με τη βεντάγια. Ο πιερότος με το σκουπόξυλο στο χέρι όλο και καθάριζε τάχα τις αράχνες απ’ τις γωνιές των τοίχων. Ο γέρος με τη γριά του όλο και πειράζοντας αναμεταξύ τους. Όσοι ήταν ντυμένοι ευρωπαϊκά κρατούσαν ατσαλάκωτη την σοβαροφάνεια τους έχοντας ανοιγμένες τις ομπρέλες τους και έξω στο ύπαιθρο και μέσα στα σπίτια και δεν χόρευαν παρά μόνο ευρωπαϊκά. Όλοι οι άλλοι χόρευαν τους ντόπιους χορούς και κάποτε όλοι μαζί για αστεία και για ευθυμία, έναν ιδιόρρυθμο αρκουδιάρικο χορό που χαρακτηρίζεται και συνοδεύεται απαραίτητα με το παρακάτω δίστιχο σε τουρκική γλώσσα: «Τ̆ατ̆αρούσ̆κα εβλεντί – Εβλεντί τα π̆όκ γετί» δηλαδή η Ταταροπούλα παντρεύτηκε, παντρεύτηκε και έφαγε σκατά. Την καθαρή Δευτέρα έκαναν κυρίως αστεία το πρωί μόνο συμβολικά για τη νηστεία: πουλούσαν δήθεν χορταρικά τσουκνίδες, σαλιγκάρια και τα λοιπά φορτωμένα σε γάιδαρο που καβαλούσαν ανάποδα, είχαν τη σκούπα και το σκουπόξυλο ή τη βούρτσα του σουβατζή για καθάρισμα και για άσπρισμα κτλ. Πάντως, η Καθαρή Δευτέρα δεν γιορταζόταν όπως εδώ στην Ελλάδα έχουμε τα Κούλουμα. Κανένας δεν ντυνόταν για δεκαρολογία ούτε και δεχόταν χρήματα εκτός από τα κεράσματα σε μεζέδες και πιοτά. Για συνθήματα οι ντυμένοι (μασκαράδες), χρησιμοποιούσαν τις εκφράσεις: «Πέντε Πας» και «Φώς ποίσον» τις οποίες τους ανταποδίδουν οι μη ντυμένοι και μάλιστα την πρώτη φράση με τη σχετική χειρονομία. Στα παλιότερα χρόνια οργάνωνε και η Κοινότητα Κοτυώρων ομάδα καρναβαλιών με ανάλογες ενδυμασίες που είχε δικές της για τις παρακάτω εκπροσωπήσεις: για ένα γιατρό ή και για μια γιάτρισσα για έναν Αλβανίτη, ένα διάβολο, έναν πιερότο, ένα γέρο και μια γριά. Οι χοροί, τα αστεία και τα παιχνίδια τους ήταν τα ίδια περίπου όπως αναφέραμε παραπάνω. Είχαν μαζί τους τη μουσική που τους συνόδευε. Και τους συνόδευε άντυτος και ο εφοροταμίας της Κοινότητας με το δίσκο. Γύριζαν σε όλα τα σπίτια οπωσδήποτε των εύπορων που δίνανε τον οβολό τους για την ενίσχυση του ταμείου των σχολείων.
Πηγή: Άκογλου Ξενοφώντα - Ο μήνας Φεβρουάριος στα Λαογραφικά των Κοτυώρων του Πόντου
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης - www.kotsari.com