Λαογραφικά Κοτυώρων - Μεγάλη Εβδομάδα, του Άκογλου Ξενοφώντα
Νηστεία προσευχή και μετάνοιες. Μια έκφραση θλίψης ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπα όλων. Τη λύπη των παιδιών την μετρίαζαν οι σχολικές διακοπές. Κανένα απολύτως τραγούδι δεν επιτρεπόταν, ούτε μουσικές, ούτε γλέντια και διασκεδάσεις.
Λαογραφικά Κοτυώρων - Μεγάλη Εβδομάδα, του Άκογλου Ξενοφώντα
Σαν να πενθούσε κάθε οικογένεια. Και όλη την εβδομάδα και ιδιαίτερα τη Μεγάλη Παρασκευή ακουγόταν από όλα τα σπίτια το παρακάτω μοιρολόι. Το λέγανε κορίτσια και παιδιά κυρίως, μα και γυναίκες και άνδρες:
«Σήμερον μαύρος ουρανός, σήμερον, μαύρη μέρα,
σήμερον όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερον έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι παράνομοι (ή και τα σκυλιά), κι οι τρισκαταραμένοι.
Για να σταυρώσουν το Χριστό τον πάντων βασιλέα.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει στο περιβόλι,
να βάλει δείπνον μυστικόν για να τον λάβουν όλοι.
Κι η Παναγιά η Δέσποινα καθόνταν μοναχή της,
την προσευχή της έκανε για τον μονογενή της.
Φωνή εξήλθε εξ’ ουρανό κι απ’ Αρχαγγέλου στόμα.
Σώνουν κυρά μου οι προσευχές σώνουν και οι μετάνοιες,
και τον υιό σου πιάσανε και στο χαλκιά τον πάνε (ή και στα σφαγειά τον πάνε).
Χαλκιά, χαλκιά φκιάσατε δυό, χαλκιά φκιάσατε πέντε.
Βάλτε τα δύο στα χέρια του και τ άλλα δύο στα πόδια,
το πέμπτο, το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του.
Κι η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε κι ελιγώθη.
Σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο,
και τρία μυροδόσταμνα για να ‘ρθει ο λογισμός της.
Και σαν της ήρθ’ ο λογισμός και σαν της ήρθ’ ο νους της,
ζητεί μαχαίρι να σφαγεί, φωτιά να πά να πέσει,
ζητεί κρημνό να κρημνισθεί για τον μονογενή της.
Τηρά δεξιά, τηρά ζερβά κανέναν δεν γνωρίζει.
Τηρά και δεξιότερα και βλέπει τον Αη-Γιάννη.
Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστά του γιου μου,
μην είδες τον υϊόκα μου τον πολυαγαπημένο (ή και σε τον δάσκαλό σου;)
Δεν έχω γλώσσα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χέρι κάλαμο για να σου τόνε δείξω.
Βλέπεις εκείνον το γυμνό, τον παραπονεμένον
οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο
όπου φορεί στην κεφαλή ακάνθινο στεφάνι;
Εκείνος είναι ο γιόκας σου κι εμέ ο διδάσκαλός μου».
Το μοιρολόι αυτό είναι αρκετά μεγάλο. Πολλά κορίτσια το ξέραν απ' έξω και ανακατωτά. Όλο δυστυχώς δεν στάθηκε βολετό να εξακριβωθεί και η συνέχειά του ως το τέλος. Από τους εσπερινούς όλης της εβδομάδας και από όλες τις πρωινές ακολουθίες πέρα από τη Μεγάλη Πέμπτη δεν έλειπε σχεδόν κανείς. Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρακολουθούσαν το τροπάριο της Κασσιανής στον εσπερινό της Μεγάλης Τρίτης. Τη Μεγάλη Τετάρτη ο παπάς γύριζε στα σπίτια για ευχέλαιο. Είχαν σε κάθε σπίτι έτοιμα ωμά αυγά, αλεύρι ως μισή οκά και κάμποσο αλάτι. Τα ευχέλιαζε αυτά ο παπάς καθώς και τους σπιτικούς. Από κάθε σπίτι του δίνανε 2 ή 3 αυγά αντί για χρήματα. Τη Μεγάλη Πέμπτη κάθε οικογένεια έβραζε και έβαφε αυγά τόσα όσοι ήταν οι σπιτικοί και 3 ή 4 παραπανίσια, το ένα για την Παναγία και τα άλλα για τυχόν έκτακτους μουσαφίρηδες. Τα αυγά μαζί με το ευχελιασμένο αλεύρι και το αλάτι τα πήγαιναν μέσα σε καλαθάκια σκεπασμένα καλά με πανί δεμένο με σπάγκο ολόγυρα, στους εσπερινούς της Μεγάλης Πέμπτης στα Δώδεκα Ευαγγέλια και της Μεγάλης Παρασκευής στον Επιτάφιο. Στην Ανάσταση δεν τα πήγαιναν. Ενδιαφέρει να μνημονευθεί στο σημείο αυτό το πιο κάτω περιστατικό σχετικό άλλωστε με την Λαογραφία των Κοτυώρων. Ο αείμνηστος τέως Άγιος Νεοκαισαρείας Αμβρόσιος είχε παρατηρήσει ότι στην ακολουθία της Ανάστασης όπου διαβάζεται η σχετική ευχή για τα αυγά, οι εκκλησιαζόμενοι δεν είχαν φέρει τα καλαθάκια με τα αυγά τους όπως και τις προηγούμενες βραδιές. Το έκανε λοιπόν ζήτημα και σύστησε στο λόγο του να μην παρατηρηθεί στο μέλλον το άτοπο αυτό γεγονός. Επειδή το ύφος του ήταν λιγάκι αυστηρό και έθιγε τους Κοτυωρίτες παρουσιάζοντας τους ως να αγνοούν τους κανόνες της εκκλησίας, έλαβε το λόγο από το στασίδι του ο Κοτυωρίτης θεολόγος απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και λόγιος Θεμιστοκλής Ν. Παστιάδης για να υπομνήσει και μόνο το ρητό: Τόπου συνήθειον, νόμου κεφάλαιον.
Η επιτυχημένη αυτή απάντηση ικανοποίησε και τον ίδιο τον δεσπότη, τον νευρικό και ευέξαπτο μα και λογικό και βαθιά μορφωμένο ιεράρχη και άνθρωπο. Στις ακολουθίες των εσπερινών της Μεγάλης Πέμπτης και της Μεγάλης Παρασκευής πήγαιναν όλοι γενικώς, ακόμα και οι άρρωστοι και τις παρακολουθούσαν με μεγάλη ευλάβεια και κατάνυξη. Δεν ήταν σπάνια τα κλάματα κατά την περιφορά μέσα στην εκκλησία του Εσταυρωμένου και κατά τα εγκώμια. Η περιφορά του Επιταφίου και στις και στις τρείς εκκλησίες της Υπαπαντής, του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Νικολάου γινόταν με μεγάλη τάξη, ευλάβεια και επιβλητική μεγαλοπρέπεια προπαντός όταν ιερουργούσε ο δεσπότης με την πολυτελέστατη λαμπερή και αστραφτερή αρχιερατική του στολή και με όλη την υποβλητική τελετουργία της εκκλησίας. Έκανε εξαιρετική εντύπωση στους ξένους (τούρκους και αλλοεθνείς) που παρακολουθούσαν συνήθως και τη λιτανεία στις αυλές της εκκλησίας. Τον Επιτάφιο τον στόλιζαν με λουλούδια από νωρίς τα κορίτσια τη Μεγάλη Παρασκευή. Οι επίτροποι της εκκλησίας βάζανε στις δάφνινες αψίδες του, πέντε λαμπάδες που συμβόλιζαν τα πέντε καρφιά που αναφέρονται στο παραπάνω μοιρολόϊ και άλλες ολόγυρα μικρότερες που τις άναβαν όλες όταν άρχισαν τα εγκώμια. Όταν έψαλλαν το «έραναν τον τάφο», ορμούσαν όλοι να αρπάξουν μια από τις λαμπάδες. Παρά τον θόρυβο, την οχλαγωγία, την αταξία και τους καυγάδες που γίνονταν και που αποτελούσαν παραφωνία, αν όχι και ασχήμια απέναντι στο συμβολικό πάθος του Χριστού και στην ιερότητα της στιγμής, το έθιμο αυτό διατηρήθηκε ως τα τελευταία χρόνια. Τις λαμπάδες αυτές τις φυλάγανε στο εικονοστάσι του σπιτιού μαζί με τα σταυρολούλουδα και τα χρησιμοποιούσαν για διάφορα ξόρκια και γιατροσόφια: "Καλόν είχαν-α, απεκ̆άπνιζαν τον άρρωστον ή τον κακάν". Εκτός τη Μεγάλη Παρασκευή, τις άλλες ημέρες φρόντιζαν όλοι να λουστούν με ζεστό νερό είτε στο λουτρό είτε και στα σπίτια τους. Οι άνδρες πήγαιναν στο λουτρό έως τη νύχτα του μεγάλου Σαββάτου. Επίσης, τις τελευταίες ημέρες ετοίμαζαν τα τσουρέκια και τα κουλουράκια και ψούνιζαν για τις τρείς ημέρες του Πάσχα και έβραζαν και έβαφαν τα αυγά κυρίως τα έβαφα κόκκινα. Έβλεπε όμως κανείς και σε χρώμα μελανί, καφέ, πράσινο κτλ. Εκτός από τις συνηθισμένες βαφές χρησιμοποιούσαν για τ’ αυγά και τη βαφή που έβγαινε από τα κρεμμυδότσοφλα. Τα μάζευαν από μέρες πρίν γι’ αυτό το σκοπό οι νοικοκυρές. Είχε το καλό ότι ο χρωματισμός αυτός (χρώμα ανοιχτό καφέ προς το κεραμίδι) δεν ξέβαφε και έτσι δεν λερώνονταν τα παιδιά. Το Μεγάλο Σάββατο οι αρραβωνιασμένοι στέλνανε στη μνηστή και σε όλους τους δικούς της από μια λαμπάδα για την Ανάσταση. Όσο εύποροι τόσο πολυτελέστερες έπρεπε να είναι οι λαμπάδες, γιατί τα σχόλια και το κουτσομπολιό παραμόνευαν.
Λαογραφικά Κοτυώρων Πόντου - Έθιμα Μεγάλης Εβδομάδας του Άκογλου Ξενοφώντα - Παρακολουθήστε τη συνέχεια για τα έθιμα της Λαμπρής (του Πάσχα) στα Κοτύωρα του Πόντου.
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com