Ο γάμος στην περιφέρεια Τορούλ του Πόντου του Ανανία Νικολαϊδη (Α΄ Μέρος)
Η μεγαλύτερη και σοβαρότερη φροντίδα των γονέων και στον Πόντο ήταν η δια του γάμου αποκατάσταση των παιδιών τους. Άρχιζε η μέριμνα αυτή πολλές φορές από την εποχή που το παιδί τους βρισκόταν ακόμα στην κούνια. Στα παλιά τα χρόνια ήταν αρκετά διαδεδομένο το «Χάραμαν τη κουνί» δηλαδή η αμοιβαία υπόσχεση των γονέων για τη σύναψη εν καιρώ γάμου των βρεφών τους.
Σύμβολο της συμφωνίας αυτής ήταν η χάραξη του ξύλου της κούνιας. Σπανίως αγνοείτο ή και δεν τηρείτο η συμφωνία αυτή των δυο οικογενειών κατά την ενηλικίωση των παιδιών τους. Ως ηλικία για γάμο εθεωρείτο κατάλληλη για τα αγόρια το δέκατο όγδοο (18) και για τα κορίτσια το δέκατο πέμπτο (15) έτος της ηλικίας τους. Μονάχα την εποχή των γενιτσάρων έγινε αναγκαστικά αποδεκτή ως νόμιμη ηλικία για τα αγόρια το δέκατο πέμπτο (15) έτος και για τα κορίτσια το δωδέκατο (12) έτος προς σωτηρία από την αρπαγή των παρθένων για τα σουλτανικά χαρέμια. Η επιλογή της νύφης ή του γαμπρού ήταν καθήκον και δικαίωμα των γονέων. Οι άμεσα ενδιαφερόμενοι νέος και νέα δεν μπορούσαν να έχουν γνώμη. Σε περίπτωση κατά την οποία θα αποκαλυπτόταν κάποιο αίσθημα, αυτό δεν μπορούσε να καταλήξει σε ένωση εάν δεν λαμβανόταν η συγκατάθεση των γονιών που αν δεν ήταν πλήρης και αμοιβαία δημιουργούσε την βίαιη απαγωγή το «σύρσιμο». Πάντως η ένωση (η στέψις) γινόταν τελικά με τις ευλογίες των γονιών και της εκκλησίας. Τα διαζύγια στον Πόντο ήταν σχεδόν άγνωστα. Η πίστη του λαού στην ιερότητα του γάμου που εθεωρείτο ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια και η αυστηρότης των ηθών επέβαλαν την μέχρι θανάτου συμβίωση ακόμη και στις πλέον δυσαρμονικές ενώσεις. Μεσίτες από επάγγελμα για συνοικέσια δεν υπήρχαν. Στην Τραπεζούντα τα τελευταία χρόνια εισχώρησε η μεσιτεία ίσως από την επαφή με την Κωνσταντινούπολη και την Ελλάδα σε μικρή όμως κλίμακα. Έτσι λοιπόν και προικοσύμφωνα συνηθίζονταν. Συνοικέσιο μεταξύ στενών συγγενών εθεωρείτο έγκλημα. Καθορισμένες εποχές για την τέλεση του γάμου επικράτησαν από την περίοδο των Βυζαντινών χρόνων και ήταν: 1) Η περίοδος των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου μέχρι την Κυριακή της Απόκρεω γιατί από την πέμπτη της εβδομάδας της Τυρινής μέχρι την Κυριακή του Θωμά δεν επιτρέπονταν οι γάμοι σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς κανόνες. 2) Η περίοδος από 15 Αυγούστου μέχρι τη νηστεία των Χριστουγέννων. Παράλληλα δε, δεν έλειπαν και οι προλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες οι ημέρες του μηνός Μαίου θεωρούνταν αποφράδες, όπως και ολόκληρος ο δίσεκτος χρόνος.
Έθιμα του γάμου
Για να φτάσει η διαδικασία του γάμου στο τελικό της στάδιο, την τέλεση δηλαδή του μυστηρίου, έπρεπε να περάσει κανονικά από πολλά στάδια.
Πρώτον, το Αράεμαν (η αναζήτηση). Η μέριμνα των γονιών και ειδικά του νέου για να βρεθεί κατάλληλο κορίτσι ως σύντροφος στη ζωή του παιδιού τους, αποτελούσε την απαρχή. Αν ο νέος δεν είχε γονείς ή είχε και ήταν άβουλοι, το καθήκον βάρυνε τους πλησιέστερους του συγγενείς. Μόνο σε περίπτωση που διαφωνούσαν στην εκλογή της νύφης λαμβανόταν υπόψη και η γνώμη του γαμπρού.
Δεύτερον, το ψαλάφεμαν (η ζήτηση - η αίτηση στο γάμο). Μετά την εκλογή, ανετίθετο σε ορισμένα πρόσωπα η φροντίδα να έρθουν σε επαφή με τους συγγενείς της κοπέλας που είχε προηγουμένως επισημανθεί για να βολιδοσκοπήσουν τις διαθέσεις τους. Οι πρώτες κρούσεις συναντούσαν πάντοτε ενδοιασμούς από μέρους του κοριτσιού και τούτο διότι και αν ακόμα δεν υπήρχε αντίρρηση, δεν δινόταν άμεση συγκατάθεση για λόγους αξιοπρέπειας. Έτσι στην πρώτη κρούση, δεν δινόταν υπόσχεση γάμου. Επακολουθούσε δεύτερη που καλώς εχόντων των πραγμάτων άνοιγε το δρόμο για την τρίτη που επέτρεπε πλέον να γίνει επίσημα το ψαλάφεμαν. Σε περίπτωση που διαπιστωνόταν κατηγορηματική άρνηση η πλευρά του νέου είτε θα έστρεφε την προσοχή αλλού ή θα κατέληγε πολλάκις στο σύρσιμο, δηλαδή τη βία απαγωγή της κόρης. Για το ψαλάφεμαν κατόπιν συνεννόησης πήγαιναν μερικά πρόσωπα ως επί το πλείστον στενοί συγγενείς του γαμπρού στο σπίτι της κοπέλας, όπου τους περίμεναν συγκεντρωμένοι οι συγγενείς της κοπέλας. Άσχετα με το σκοπό της επισκέψεως ήταν στην αρχή τα θέματα γύρω από τα οποία περιστρεφόταν η συζήτηση και από τα δυο μέρη. Προσποιούνταν πως δεν γνωρίζονται και δεν ξέρουν τον σκοπό για τη βραδινή επίσκεψη και κάμποση ώρα με χαριτολογίες έδιναν φαιδρότητα στην τελετή. Στο τέλος έφταναν στην ουσία. Με την ευλογία του Θεού και τις ευχές των γονέων ζητάμε την…… για τον….. Και ενώ επί κάμποση ώρα προβάλλονταν προσποιητικές και φαιδρές αντιρρήσεις ένας από την πλευρά του κοριτσιού ζητούσε να τους κεράσουν, πράγμα που σήμαινε συγκατάθεση. Ακολουθούσαν τα κεράσματα με τις συνηθισμένες ευχές και αφού οριζόταν η ημέρα για τους αρραβώνες, αποχωρούσαν οι συμπέθεροι με τις ευχές: «Στην τελεία ευλόγησι να αξιώση ο Θεός».
Τρίτον, το Σουμάδ’ ή Σουμάδεμαν (αρραβώνας). Οι γονείς ή κηδεμόνες του νέου έπαιρναν μαζί τον παπά της ενορίας τους και μερικούς συγγενείς και πήγαιναν στο σπίτι του κοριτσιού την βραδιά που καθόριζαν προηγουμένως. Για σουμαδιάτκα δηλαδή είδη αρραβώνων θα έπρεπε να φέρουν μαζί τους απαραιτήτως: δύο δαχτυλίδια που αγόραζε ο γαμπρός, το τσ̌ορέκ’ ή Σουμαδοψώμ’, καβουρδισμένα φουντούκια και διάφορα κουφέτα. Τα δαχτυλίδια, χρυσά ή αργυρά ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του γαμπρού έπρεπε να φέρουν στην εσωτερική τους επιφάνεια τα ονόματα στο ένα του νέου και στο άλλο της νέας. «Καλημέρα σας» ήταν ο χαιρετισμός όποια ώρα και αν έφταναν στο σπίτι του κοριτσιού και μετά τον αντιχαιρετισμό κάθονταν στην πλευρά που προηγουμένως ετοιμαζόταν για να αντικρίζουν τους γονείς και συγγενείς της κοπέλας που θα έπρεπε να καθόταν αντικρυστά την άλλη πλευρά. Αφού επί κάμποση ώρα διασταυρώνονταν χαριτολογίες, όπως και στο ψαλάφεμαν ο πρεσβύτερος από το μέρος του γαμπρού ή ο παπάς έλεγε: «Με το όνομα του Θεού και την ευχή των γονέων ήρθαμε να αρραβωνιάσουμε τον…. με την…… Έχετε να πείτε τίποτα;» Αυτά επαναλαμβάνονταν τρείς φορές και στο τέλος από την πλευρά του κοριτσιού ερχόταν η απάντηση: Αφού το θέλει ο Θεός δεν έχουμε να πούμε τίποτα. «Σο θέλεμαν του Θεού δεν ‘κ̌’ έχομε να λέγωμε». Ας γίνει με την ευλογία του Θεού και την ευχή των γονέων. Αμέσως τότε οι συγγενείς του κοριτσιού πήγαιναν στον παπά στο δωμάτιο που ήταν η κοπέλα για να πάρει την γνώμη της. Η απάντησή της ήταν το τυπικό: «Όπως λένε οι γονείς μου» και φιλούσε το χέρι του παπά, ο οποίος την ευλογούσε και έπειτα γύριζε στο τραπέζι περιχαρής και αναφωνούσε: «Πάρτε τα ποτήρια σας και όλοι όρθιοι» και συνέχιζε
Την…. δίγομε ….’ς σον ….. Με την απάντηση: «Αν θέλει ο Θεός», ο παπάς ευχότανε τα καλορίζικα και την ώρα την καλή και στη συνέχεια αντηχούσαν τα τσουγκρίσματα των ποτηριών και οι ευχές: «Ογουρλούγια και γατεμλία» δηλαδή καλότυχα και ευτυχισμένα και τότε κάθονταν όλοι σε κοινό τραπέζι ενωμένοι. Οι συγγενείς του γαμπρού παρουσίαζαν τα δαχτυλίδια, το τσ̌ορέκ’ και τα άλλα δώρα, τα δαχτυλίδια είτε αργυρά τυλιγμένα σε χαρτί είτε χρυσά σε κασετίνα γυάλινη με χρυσά πλαίσια, παραδίδονταν τον παπά μαζί με το σουμαδοψώμ’ (το τσουρέκι). Ο παπάς με την κατάλληλη ευχή έβαζε πετραχήλι και διάβαζε την ευχή του αρραβώνα όταν τον ήθελαν επίσημο, οπότε κατά τη ώρα της στέψης δεν προηγείτο αρραβώνας στο νάρθηκα του ιερού ναού. Αν όμως τον αρραβώνα τον ήθελαν ανεπίσημο τότε ο παπάς τελούσε τον αρραβώνα χωρίς να βάλει πετραχήλι απλά με ένα «Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε νύν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Ο επίσημος αρραβώνας με πετραχήλι θεωρείτο ως σοβαρό τμήμα της στέψεως και σπανιότατα διαλυόταν. Μετά την τελετή αυτή, ο παπάς έκοβε το τσουρέκι και το διένεμε σαν αντίδωρο σε όλους. Ταυτοχρόνως οι συγγενείς του γαμπρού διένειμαν τα κουφέτα «ζαχαρωτά» όπως τα λέγαμε με τα καβουρδισμένα φουντούκια, βγάζοντας μερίδιο και για τη νύφη και το γαμπρό που δεν έπρεπε να είναι παρόντες. Στο τέλος η πλευρά του γαμπρού αποσυρόταν στο σπίτι του για να διασκεδάσει με όργανα. Παραλλαγές κατά περιοχές παρατηρούνται και στους αρραβώνες, χωρίς όμως να παρεκκλίνουν από τον γενικό κανόνα. Όπως παραδείγματος χάρη αρραβώνες, όπου παρευρίσκετο και ο ανάδοχος του νέου ο οποίος κατά κανόνα επροτιμείτο ως παράνυφος, οπότε ο παπάς όταν ευλογούσε τα δαχτυλίδια, παρέδιδε το ένα στον εκπρόσωπο του κοριτσιού και το άλλο στον παράνυφο (ανάδοχο του νέου) από μέρους του γαμπρού πάνω σε κομμάτι τσουρέκι. Αλλού πάλι κατά τα τελευταία ιδίως χρόνια, στους αρραβώνες παρευρίσκονται και οι μνηστευμένοι, οπότε η ανταλλαγή των δαχτυλιδιών γινόταν απευθείας και επακολουθούσε το κέρασμα από τη νύφη με δίσκο μέσα στον οποίο δεχόταν φιλοδωρήματα από το συγγενολόι του γαμπρού (σε χρήμα βεβαίως). Σε άλλες περιοχές πάλι μετά τους αρραβώνες το γλέντι με όργανα γινόταν στο σπίτι της νύφης. Ύστερα από τους αρραβώνες το κορίτσι απέφευγε να αντικρίσει τα πεθερικά της. Στα παλιά χρόνια και ο γαμπρός δεν είχε δικαίωμα να πάει στης πεθεράς του αν πρώτα δεν γινότανε τα γαμπρολάλι͜α. Εθιμοτυπία του γάμου στον Πόντο.
Συνέχεια στο επόμενο.
Ο γάμος στην περιφέρεια Τορούλ του Πόντου του Ανανία Νικολαϊδη - Πηγή: Ποντιακή Εστία 1957
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com