Ο γάμος στην περιφέρεια Τορούλ του Πόντου του Ανανία Νικολαϊδη (Β΄ Μέρος)
Τέταρτον, τα Γαμπρολάλι͜α (Γαμπροκαλέσματα: γαμπρός + λαλώ – προσκαλώ). Δύο εβδομάδες ή και περισσότερο μετά τους αρραβώνες οι γονείς της νύφης καλούσαν τον γαμπρό στο σπίτι τους.
Μαζευόταν τότε το συγγενολόι του γαμπρού και με το γαμπρό και τους γονείς του έρχονταν τη βραδιά που είχε καθοριστεί στο σπίτι της νύφης όπου έβρισκαν συγκεντρωμένο το συγγενολόι της με στρωμένα τα τραπέζια, εννοείται ο λυράρης δεν μπορούσε να λείψει. Το ποτό, τα τραγούδια και οι χοροί διαρκούσαν 3 και 4 ώρες και ακολουθούσε πλούσιο γεύμα, κατά το πέρας του οποίου προσφέρονταν δώρα στη νύφη χρυσά και αργυρά νομίσματα. Το έθιμο απαιτούσε να ξεστρώνει το τραπέζι η νύφη. Πρώτη ευκαιρία τώρα και για το γαμπρό να συναντηθεί επίσημα με τη μνηστή του σε ιδιαίτερο διαμέρισμα, συνοδευόμενος από την πεθερά του και να δωρίσει στη νύφη χρυσό σταυρό ή πεντόλιρο ή άλλο νόμισμα ανάλογα με την οικονομική του θέση και να γίνει ανάμεσα στο νέο και στη νέα ανταλλαγή μαντηλιών σε ένδειξη πιστής αγάπης. Σπάνια παρέμενε ο γαμπρός στο σπίτι της πεθεράς και τούτο ύστερα από συγκατάθεση των γονέων του. Στην περίπτωση αυτή την ημέρα που θα έφευγε ο γαμπρός από το σπίτι της νύφης όταν ξυπνούσε το πρωί έβρισκε δίπλα στο προσκέφαλό του συγκεντρωμένα δώρα που του άφηνε το συγγενολόι της νύφης. Την πολύ παλιά εποχή κατά το γαμπροκάλεσμα ήταν υποχρεωμένος ο γαμπρός την ώρα που θα στρωθεί το τραπέζι να έχει στο ένα χέρι μπρίκι (σκεύος) με νερό, στο άλλο τη λεκάνη και στον ώμο πετσέτα για να βοηθήσει να πλυθούν εκείνοι που θα κάθονταν στο τραπέζι. Δεν έλειπαν και τα σχετικά πειράγματα επί τη ευκαιρία αυτή. Μόλις πλησίαζαν να ρίξουν νερό στα χέρια, έκαναν πως δεν έβλεπαν τον γαμπρό και χωρίς να απλώσουν τα χέρια προσποιούνταν πώς παρατείνουν τη συζήτηση. Σε άλλη εποχή η υπηρεσία αυτή βάρυνε τη νύφη έως ότου στην εποχή μας εξαφανίστηκε ολότελα. Ο γάμος στην περιφέρεια Τορούλ του Πόντου Β΄ μέρος
Πέμπτον, ο Γάμος. Τρείς σχεδόν εβδομάδες απαιτούσε η τέλεση των εθίμων του γάμου. Ο γάμος και στον Πόντο αποτελούσε τον σοβαρότερο σταθμό της ζωής των ατόμων, γι αυτό και γιορταζόταν με κάθε μεγαλοπρέπεια και με θρησκευτική τήρηση των παραδοσιακών τους εθίμων τα οποία ήταν τα ακόλουθα. Από την Τετάρτη, την πρώτη εβδομάδα μαζευόταν στο σπίτι της νύφης στα συγκόριτσι͜α (συνομήλικες) της για τις προετοιμασίες του γάμου. Την ίδια ημέρα και στου γαμπρού γινόταν προετοιμασία από τα κατάλληλα συγγενικά πρόσωπα για να ετοιμαστεί το «Νεγαμοψώμ» το ψωμί του νεόγαμου (νεόνυμφου), το οποίο παρασκευαζόταν σαν γλύκισμα και τα «Ψαθύρια» ή τσ̌ορέκια, ή σατσινία (πίτες σαν πρόσφορα χωρίς σφραγίδα). Οι ονομασίες αυτές άλλαζαν κατά περιφέρειες στον Πόντο. Τα ψαθύρια γίνονταν από ειδικό καλοκοσκινισμένο αλεύρι για να έχουν εντυπωσιακή και επιβλητική εμφάνιση και υπείχαν θέση προσκλητηρίου στο γάμο. Το νεγαμοψώμ παρασκευαζόταν από το ίδιο αλεύρι, με τη διαφορά ότι ζυμωνόταν με ζάχαρη και βούτυρο και με αυγά πολλές φορές για να γίνει ευπαρουσίαστο και προοριζόταν για τη νύφη σαν προσκλητήριο εκ μέρους του γαμπρού. Την επόμενη της Τετάρτης, την Πέμπτη το βράδυ προς την Παρασκευή γινόταν το λογοκόψιμον ή το λογόπαρμαν, δηλαδή η οριστική υπόσχεση και αποδοχή του γάμου.
Έκτον, λογοκόψιμον. Το έθιμο αυτό παρουσίαζε συμβολικά την στοργή και εκτίμηση που επεφύλασσαν για τη νύφη οι γονείς και οι συγγενείς του γαμπρού. Μόλις βράδιαζε την Πέμπτη, συγκεντρώνονταν στο σπίτι του γαμπρού μερικοί ηλικιωμένοι συγγενείς του και τακτοποιούσαν τα δώρα για το λογόπαρμαν. Τις ίδιες ώρες και στο σπίτι της νύφης συγκεντρώνονταν για τα λεγόμενα «Κορτσιακά», δηλαδή τις ετοιμασίες από μέρους του κοριτσιού για την οριστική αποδοχή του γάμου. Έστηναν στη μέση του σπιτιού τραπέζι για τα δώρα και περνούσε το συγγενολόι της νύφης και δώριζε: Ύφασμα, ζωνάρι, λετζέκι (κεφαλοδέτη), σπαλέρ (στηθούρι) κτλ και μετά τα δώρα κάθονταν στο τραπέζι ώσπου να έρθει το συμπεθεριό. Παράλληλα, από το μέρος του γαμπρού ετοιμάζονταν τα δώρα τα «Νεγαμικά ή Γανόνια» που αποτελούνταν από το «Νεγαμοψώμ», τη «Σινέαν» (κουνά = φυτική κόκκινη βαφή για τα χέρια και νύχια των κοριτσιών), το «Καμαρωτέρ» (καλύπτρα για το κεφάλι της νύφης) ή «Ζουπούνα» ποδήρες ρούχο ως συνήθως μεταξωτό, το «Λαχώρ» μάλλινη πλεχτή ζώνη, τα «Γεμενία» γυναικεία υποδήματα. Σε άλλες περιφέρειες τα νεγαμικά από του γαμπρού τα πηγαίνουν κατά το νυφέπαρμαν, δηλαδή κατά την παραλαβή της νύφης για στεφάνωμα, όπως θα δούμε στο σχετικό μέρος. Προτού ξεκινήσουν έστελναν αγγελιοφόρο στο σπίτι της νύφης για να ειδοποιήσει ότι ξεκίνησε το συμπεθεριό. Ο αγγελιοφόρος εφιλοδωρείτο από το μέρος της νύφης με μαντήλι ή κάλτσες και αφού εκτελούσε την εντολή επέστρεφε στους αποστολείς του για να τους πληροφορήσει ότι τους περιμένουν. Σε περίπτωση που η νύφη ήταν από άλλο χωριό, η ώρα της εκκίνησης κανονιζόταν ανάλογα με την απόσταση. Για το λογοκόψιμον συνόδευε το γαμπρό και ο ανάδοχος του ή εκπρόσωπος του αναδόχου του που θα τον στεφάνωνε ως παράνυφος. Μόλις πλησίαζαν στο σπίτι της νύφης αντίκριζαν νεαρούς αγγελιαφόρους που μόλις τους αντιλαμβάνονταν γύριζαν πίσω και ειδοποιούσαν με το «Έρχονται». Οι γυναίκες αμέσως περιμάζευαν τα δώρα, ενώ μερικοί από τους άνδρες έβγαιναν σε προϋπάντηση των συμπεθέρων και έρχονταν μαζί τους στο σπίτι της νύφης. Ασχέτως με την ώρα εισόδου τους, οι εισερχόμενοι χαιρετούσαν με το «Καλημέρα σας» και λάμβαναν την απάντηση «Ορίστε, κάθεστεν». Μόλις κάθονταν ένας της παρέας του γαμπρού απευθυνόταν προς τους καθισμένους απέναντί (τους οικείους της νύφης λέγοντας: «Δεν μας ρωτάτε ποιοι είμαστε και τι θέλουμε που ήρθαμε τέτοια ώρα;» «Πράγματι!» δινόταν η απάντηση «Δεν σας γνωρίζουμε και θα θέλαμε να μάθουμε τι θέλετε». Επί μία και περισσότερη ώρα διαρκούσε η συζήτηση γεμάτη από αλληγορίες και εύθυμα υπονοούμενα και να τελειώσει με την ικανοποιητική πρόταση ενός εκ των οικείων: «Αούτοιν κάπως καλοί ανθρώπ’ φαίν’νταν! Για στρώστε το τραπέζ’». Στρωνόταν αμέσως στο τραπέζι και με το πρώτο ποτήρι του ρακιού ακουγόταν η ευχή εκ μέρους ενός των οικείων: «Ο Θεόν να πληρών’τ σας τα μουράτα̤ ‘σουν» (ο Θεός να εκπληρώσει τους πόθους σας). Χειροκροτήματα και επευφημίες αντηχούσαν τότε ωσότου ο πρώτος φώναζε: «Πίνομε εις υγείαν του γαμβρού και της νύφης και ευχόμεθα τέλειαν ευλόγησιν» και πίνοντας ο καθένας το ρακί του ευχόταν το «Καλορίζικα». Στη συνέχεια παρουσίαζαν τα νυφικά και αφού έπαιρναν την οριστική συναίνεση «λογοκόψιμον», παρουσιαζόταν η νύφη να χαιρετίσει με χειροφίλημα και έπειτα να κεράσει. Στην παλιά εποχή η νύφη δεν παρουσιαζότανε παρά μονάχα κατά το νυφέπαρμαν.
Το «Λογόπαρμαν». Ακολουθούσε για λίγη ώρα διασκέδασις και χορός και κατόπιν αποχωρούσε το συμπεθεριό για να εξακολουθήσουν και από τα δυο μέρη απερίσπαστα οι προετοιμασίες για το στεφάνωμα που θα γινόταν την Κυριακή. Από την άλλη μέρα εκ μέρους των οικείων του γαμπρού και της νύφης άρχιζαν τα «Λαλέματα» δηλαδή οι προσκλήσεις.
Τα «Λαλέματα» γίνονταν με τσορέκια ή με γαμοκέρι͜α (κεριά βαμμένα κόκκινα στην άκρη) από τους «Καλετέντς» οι οποίοι ήταν οι καλεστές καθώς και οι κοσμήτορες του τραπεζιού, ή ακόμα και από φτωχές χήρες για να πάρουν εκείνες τα σχετικά φιλοδωρήματα. Στον Καύκασο, οι Πόντοι καλούσαν με ρακή. Γύριζαν οι Καλετέντς ή άλλα συγγενικά παιδιά με μπουκάλι ρακί και ποτήρι στο χέρι στα σπίτια εκείνων που ήθελαν να προσκαλέσουν και κερνώντας τους ενοίκους έλεγαν: «Καλείσθε στο γάμο του….». Ευθύς μετά την πρόσκληση κατέφθαναν στο σπίτι του γαμπρού, καθώς και της νύφης οι γυναίκες με τα δισάκια τους γεμάτα με τα δώρα και διάφορα τρόφιμα. Πλουσιότερα ήταν τα προς την νύφη δώρα: υφάσματα, ασπρόρουχα, κάλτσες, πετσέτες, λετσ̌έκια κτλ. ανάλογα προς το βαθμό συγγένειας και την οικονομική θέση της καθεμιάς. Η προσκομιδή αυτή τροφίμων και δώρων όπως ήταν αμοιβαία και κοινή, ξελάφρωνε κατά μέγιστο μέρος τις οικογένειας από τα σοβαρά έξοδα της χαράς (του γάμου). Ταυτόχρονα καλούνταν και οργανοπαίκτες με κεμεντζέ (λύρα), νταούλι (τύμπανο), ζουρνά, κεμανέ (πεντάχορδη λύρα), τουλούμ ζουρνά (γκάιντα), ανάλογα με την επιβλητικότητα που επεδιώκετο και ορίζονταν οι τονανμαντζήδες (πυροβολητές). Από τις μεσημβρινές ώρες του Σαββάτου οι οργανοπαίκτες τόσο στο σπίτι του γαμπρού όσο και της νύφης δημιουργούσαν την εορταστική ατμόσφαιρα και οι χοροί και τα τραγούδια άρχιζαν από τότε για να τελειώσουν μόλις τη Δευτέρα.
Έβδομον «Κουμπαρολαλέματα» (πρόσκληση του παράνυφου). Για τον κουμπάρο η πρόσκληση είχε ξεχωριστή μεγαλοπρέπεια και γινόταν την ίδια ημέρα του στεφανώματος, αν ήταν στο ίδιο χωριό, από το Σάββατο δε αν ήταν σε άλλο χωριό και μάλιστα όχι με τσ̌ορέκ’ αλλά με άλλο γλύκισμα, ούτε δε και με χρυσόκωλον (κοκκινόκωλο) κερί, αλλά με «Κριάρ» (μανάρι) καλοθρεμμένο, με άσπρο τρίχωμα. Σε περίπτωση που ο κουμπάρος ήταν από μακρινό μέρος, ειδοποιείτο από νωρίς και ερχόταν στο χωριό του γαμπρού σε φιλικό σπίτι όπου θα δεχότανε την τελετή για τα κουμπαρολαλέματα. Στην αυλή του γαμβρού στόλιζαν το κριάρι ειδικοί, με χρύσωμα στα κέρατα και διάφορα σχέδια στο τρίχωμα, από διάφορα χρώματα. Έπειτα κάρφωναν ανά ένα χρυσωμένο μήλο πάνω στα κέρατα, άναβαν γύρω κεριά και ξεκινούσε ένα μέρος από την γαμήλιο πομπή με τα όργανα και τους τονανματζήδες (πυροβολητές) για την πόρτα του κουμπάρου. Ίσως να είναι, αν όχι απίστευτο τουλάχιστον πολύ τολμηρό να πούμε πως το κριάρι όπως ήταν στολισμένο και βάδιζε σιγά περιστοιχισμένο από κόσμο με τραγούδια, χορούς, γέλια και τονανμάδες (πυροβολισμούς), παρουσίαζε ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια με την αγέρωχη στάση του σαν να υπερηφανευόταν πως του παρέχουν τόση τιμή. Και σήμερα ακόμη μου φαίνεται πως το αθώο κριάρι είχε συναίσθηση του προσωρινού του εκείνου μεγαλείου. Με τη μεγαλοπρέπεια λοιπόν αυτή η πομπή έφτανε στο κουμπάρο που ειδοποιείτο απο νωρίς και έβγαινε με την παρέα του προς προϋπάντηση. Με κατάλληλη ανταλλαγή χαιρετισμών ο κουμπάρος παραλάμβανε το κριάρι για να το δώσει στους δικούς του, ενώ παράλληλα συγγενείς του κουμπάρου παρέδιδαν στην πομπή του κουμπάρου κοτόπουλα ψητά ή βραστά, φούστρα (φούστουρον-ομελέτα) και μπαρούτι στους τονανματζήδες και οδηγούσαν την πομπή στο σπίτι του, όπου ύστερα από τα κεράσματα και τις πλούσιες ευχές «Παντάξιον» προσφέρανε φαγητά αν η πρόσκληση γινόταν το Σάββατο, γιατί ερχόταν από μακριά, αν όμως ήταν στο ίδιο χωριό και η πρόσκληση γινόταν την Κυριακή, στηνόταν για λίγα λεπτά χορός και στη συνέχεια έπαιρναν τον κουμπάρο με την παρέα του και γύριζε η πομπή στου γαμπρού για να ετοιμαστούν για τα στεφανώματα. Επακολουθούσε ύστερα από αυτά στο σπίτι του γαμπρού η εκλογή του «Διαταγωγού» (Τελετάρχη). Ο αρχηγός αυτός της τελετής στο Δορούλ (Τορούλ) λεγόταν «δα̤ταγωγός» (τελετάρχης), στην Αργυρούπολη «Χουτζή μπασής», στα Σούρμενα «Τουγιουντζή μπασής» και στον Καύκασο «Ταματάνος» τηρούσε δε την τάξη γενικά και την κατεύθυνση στην κίνηση, στα τραπέζια, στα ποτά, στους χορούς και προλάμβανε τυχόν παρεξηγήσεις. Ήταν ο υπεύθυνος για την κανονική πορεία και ευταξία στην τελετή.
Όγδοον: Το Νεγαμόλουτρον (λουτρό των νεονύμφων). Από το Σάββατο το βράδυ την παραμονή του στεφανώματος, η νύφη έκανε το λουτρό της στις πόλεις μεν σε λουτρώνα (χαμάμ) όπου την συνόδευαν συνγκόρτζα και συγγενείς. Εκεί μία από την παρέα την έβαζε να κάτσει πάνω σε αναποδογυρισμένη λεκάνη στη μέση του λουτρώνα και την έλουζε, ενώ ταυτόχρονα έριχνε από τα νερά της στα συγκόρτζα που την συνόδευαν με τις ευχές: «Ούτς και σε σας» (και στα δικά σας), ενώ ευχότανε και στη νύφη «Καλορίζικα». Όπου δεν υπήρχε λουτρώνας η νύφη έπαιρνε το μπάνιο της σε σκάφη στο σπίτι του πατέρα της, ενώ έξω χόρευαν. Μετά το λουτρό η νύφη πήγαινε να χαιρετήσει τους γονείς και τους πρεσβυτέρους οικείους της με χειροφίλημα και αφού δεχόταν τις ευχές τους την έκλειναν στο Νυμφίον, στη Νυφική Παστάδα. Το Νυμφείον στις πόλεις αποτελούσε χωριστό δωμάτιο του σπιτιού, ενώ στα χωριά ιδίως δε στα φτωχικά σπίτια αυτό αποτελείτο από μια γωνιά χωρισμένη με παραβάν από σεντόνι ή κουβέρτα και στρωμένη με στρώμα για να κάτσει και να κοιμηθεί η νύφη και η παράνυφος. Στο Νυμφείον συντρόφευαν τη νύφη εκτός από την παρανύμφισα και συγκόρτσι͜α της (συνομήλικες). Εκεί γινότανε και το ντύσιμο και στόλισμα της νύφης όταν θα έρχονταν για το νυφέπαρμαν (να πάρουν την νύμφη). Εθιμοτυπία του γάμου στον Πόντο
Συνέχεια στο επόμενο.
Ο γάμος στην περιφέρεια Τορούλ του Πόντου του Ανανία Νικολαϊδη - Πηγή: Ποντιακή Εστία 1957
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com