Ο γάμος στην περιφέρεια Τορούλ του Πόντου του Ανανία Νικολαϊδη (Δ' Μέρος)
Σύνθημα για το ξεκίνημα ήταν το πρόσταγμα του Διαταγωγού «Ντονανμά» (πυροβολισμοί). Μόλις δινόταν αυτό το σύνθημα, ομοβροντία όπλων γέμιζε τον αέρα και ο γαμόστολος ξεκινούσε από το σπίτι του γαμπρού.
Την πομπή αυτή κάποιες φορές συνόδευαν έφιππες παράνυφες από το συγγενολόι του γαμπρού. Ο λυράρης προπορευόμενος έπαιζε και τραγουδούσε το Αχπαστόν:
«Πατέρα δό μα τήν ευχ̌ή σ΄ να πάγω στεφανούμαι,
Ευχ̌ήν ευχ̌ήν και τη Χριστού και πάντων των Αγίων».
Ύστερα από το συγκινητικό αυτό τραγούδι, ο λυράρης έπαιζε την Σέρα και δυο ειδικοί χορευτές του πιτσάκ οϊνί χόρευαν προπορευόμενοι με γυμνά τα καρακουλάκια (δαμασκηνές σπάθες). Ο χορός αυτός ήταν πραγματική μονομαχία με σπαθί. Κατά τη διάρκεια του οι χορευτές πετούσαν στον αέρα τα σπαθιά τους και με εξαιρετική δεξιοτεχνία τα άρπαζαν από τη λαβή καθώς έπεφταν. Άλλο στολίδι της πομπής αποτελούσαν «τα μανδύλια». Παρανύμφισες με τα μανδύλια στα χέρια, συγκρατούμενες ζευγαρωτά χόρευαν μπροστά στο γαμπρό που προχωρούσε έφιππος μαζί με τον κουμπάρο επίσης έφιππο. Στη διαδρομή οι οργανοπαίκτες εκαρσ̌ουλάευαν ή τοξαρίαζαν, δηλαδή παίζοντας γονάτιζαν για φιλοδώρημα μπροστά στο γαμπρό και στον κουμπάρο ως το τέρμα. Το Νυφέπαρμαν στα παλιά χρόνια γινόταν με τη δύση του ήλιου, ίσως για να αποφύγουν την προσέλευση απρόσκλητων τούρκων ή τη νύχτα, οπότε την γαμήλια πομπή συνόδευαν μασ̌ιαλάδες (πυρσοί) που κρατούσαν αψηλά. Επίσης έκαιγαν δαδιά και ολόκληρη η πομπή ακολουθούσε με πολύχρωμες λαμπάδες. Με την επιβλητικότητα αυτή η πομπή πλησίαζε στο σπίτι της νύφης. Προτού φτάσει όμως σταματούσαν οι πυροβολισμοί του γαμπρού και περίμεναν να δοθεί το σύνθημα από το μέρος των καλεσμένων της νύφης που γλεντούσαν στο σπίτι εκείνης. Ένας πυροβολισμός για σύνθημα ήταν αρκετός για να τραντάξει ο τόπος από πυροβολισμούς και από τις δυο παρατάξεις, ενώ ταυτόχρονα από το μέρος της νύφης έβγαινε για υποδοχή σε συνάντηση της πομπής, ομάδα με το λυράρη της. Ανταλλάσσονταν χαιρετισμοί και ευχές, διανθισμένες με αστεία και χαριτολογίες. Εδώ πάλι οι οργανοπαίκτες είχαν την ευκαιρία να τοξαριάζνε και να φιλοδωρούνται και από τις δυο πλευρές (γαμπρού και νύμφης). Με τους πυροβολισμούς, τα τραγούδια και τους χορούς των κοριτσιών με τα μαντήλια δημιουργούνταν ένα ευχάριστο πανδαιμόνιο, ενώ γαμπρός και κουμπάρος πλησίαζαν την πόρτα του σπιτιού της νύφης, όπου σταματούσαν πλέον οι πυροβολισμοί και στηνόταν κοινός χορός από όλους. Γαμπρός και παράνυφος καβαλάρηδες έμεναν απέξω, ενώ οι συγγενείς του γαμπρού οδηγούνταν μέσα για να καθίσουν χώρια οι άντρες και χώρια οι γυναίκες και να δέχονται οι άντρες ρακί για κέρασμα και οι γυναίκες γλυκίσματα και στη συνέχεια παρέδιδαν τα νυφικά για να ντύσουν τη νύφη μέσα στο νυμφείο. Παράλληλα, στο γαμπρό και στον παράνυμφο που έμεναν απέξω καβάλα προσφέρονταν δίσκος με φούστρο (σφουγγάτο, είδος ομελέτας) ή μελοβούτυρο ή και κοτόπουλο ψητό από φιλενάδες της νύφης. Ο παράνυφος τότε κατέβαινε από το άλογο και έριχνε φιλοδώρημα σε χρήμα στο δίσκο, έπαιρνε την προσφορά και τη μοίραζε στους γύρω. Στη συνέχεια κατέβαινε και ο γαμπρός από το άλογό του και ενώ το ζώο το παραμέριζε κάποιος άλλος, ο γαμπρός οδηγούμενος από τον κουμπάρο και περιστοιχισμένος από δυο παιδιά με αναμμένες λαμπάδες στα χέρια, έμπαινε στο σπίτι της νύμφης και του πρόσφεραν κάθισμα κοντά στο τζάκι όπου ακουμπούσαν στα γόνατά του ένα αγοράκι για γούρι για να αποκτήσει υιό. Εκεί έστρωναν μπροστά του άσπρο τραπεζομάντιλο και προσέρχονταν οι συγγενείς της νύφης για το χάρισμα (για να προσφέρουν τα δώρα τους). Ο γάμος στην περιφέρεια Τορούλ του Πόντου Δ΄ μέρος
Δέκατο τρίτο. Νυφοσκέπασμα (το στόλισμα της νύφης).
Αγού γέμισε πλέον το πατρικό σπίτι της νύφης από την γαμήλια πομπή με τα κεράσματα και τις ανάλογες ευχές σε όλες τις κατευθύνσεις και με τα τραγούδια και τους χορούς στην αυλή και στα δώματα στο ζενίθ, στο νυμφείο γινόταν το στόλισμα της νύφης. Ενώ οι οργανοπαίκτες πάνω στην πόρτα παίζοντας τη λύρα, τραγουδούσαν το «Φορέστ’ α̤τέν, σ̌κεπάστ’ α̤τέν, επάρτ’ α̤τέν κι ας πάμε….». Στο σπίτι της νύφης πολλές φορές παρέθεταν και φαγητά. Αυτό εξαρτάτο από την απόσταση και τις ώρες που είχαν στη διάθεσή τους.
Δέκατο τέταρτο. Το Νυφέπαρμαν (η παραλαβή της νύμφης). Μόλις ετοιμαζόταν η νύφη στο νυμφίο, ειδοποιείτο ο παράνυφος για να οδηγήσει το γαμπρό κοντά της. Σκεπασμένο το πρόσωπο της νύφης ή μισοκεπασμένο με τσερκούλ (μεταξωτή καλύπτρα) οδηγούμενη από αδελφό ή αδελφή την έφερναν έξω περιστοιχισμένη από παρανύφισες. Ο κουμπάρος εκεί φιλοδωρούσε για το νυφοστόλισμα, πλεύριζε τον νέγαμο και κινούσαν προς τα έξω ενώ πίσω τους ακολουθούσε η νύφη υποβασταζόμενη από αδέλφια ή άλλους συγγενείς. Στην έξοδο έφταναν οι γονείς για τον αποχαιρετισμό. Ταυτόχρονα έφτανε και ο συμπέθερος για να προσφέρει στη μάνα το «σιούτ-χακού» (δικαίωμα θηλασμού σαν έθιμο ιερό για την ευχή της μάνας) που ήταν φιλοδώρημα σε αργυρά νομίσματα. Ήταν πολύ συγκινητική η στιγμή αυτή του χωρισμού, Πλησίαζε πρώτα ο πατέρας, φιλούσε την κόρη του και αυτή με κλάματα φιλούσε το χέρι του και αφού ευχόταν το «Καλορίζικοι» τη συμβούλευε δημόσια να είναι προκομμέντσα (πειθαρχικιά και τίμια). Στη συνέχεια η μάνα έκανε συγκινημένη τον αποχαιρετισμό της και με προσπάθεια να συγκρατήσει τα δάκρυά της έπιανε το δεξί της νύφης και του γαμπρού και μετά το «Καλορίζικοι» έλεγε: «Εσέν εδέκα τον Θεόν, κι ατέν εδέκα ΄σεν» (εσένα σε παρέδωσα στην προστασία του Θεού και αυτήν στην προστασία την δική σου), ενώ η λύρα κελαηδούσε στο διάστημα αυτό του αποχαιρετισμού τον ιδιόμελο σκοπό με το άσμα:
Σήμερα άλλοι ουρανοί σήμερα άλλη ημέρα
σήμερα ξεχωρίζονται μάνα και θυγατέρα
οσήμερον το κόρασ̌ον δύο καρδόπα έχει
τ’ ένα αφήνει ση κυρού και τ άλλο παίρ’ και πάει
Οσήμερον το κόρασ̌ον δύο πορτόπ’ ανοίγει.
Τ’ έναν ανοίγει και εμπαίν’, τ’ άλλο σπαλίζ’ και πάγει.
Άφ΄σον κόρη την μάνα σου και ποίσον άλλεν μάνα
Άφ’σον κόρη τον κύρη σου και ποίσον άλλον κύρην
Άφ’σον κόρη τ’ αδέλφι͜α σου και ποίσον άλλα ‘δέλφι͜α
Ντο είχες κόρη κι έργευες; Ντο είχες κι εργοπόρνες;
Είχα τον κύρι’ μ’ τον καλόν και χωρισιάν ‘κ̌ επέρνεν
Ντο είχες κόρη κι έργευες; Ντο είχες κι εργοπόρνες;
Είχα την μάνα μ’ την καλήν και χωρισίαν ‘κ̌ είχα
Είχα τ’ αδέλφι͜α μ’ τα καλά και χωρισίας ‘κ̌ είχα
Τίμα κόρη τον πεθερό σ’ να είσαι τιμημέντσα
Τίμα κόρη την πεθερά σ’ να είσ’ αγαπεμέντσα
Κόρη μάθα την αγρυπνιάν και την κακοπειρίαν
Αύρι θα πάς ση πεθερά σ’ να είσαι μαθεμέντσα.
Στα Μετένια, όπως έλεγαν τα χωριά γύρω από την Τρίπολη του Πόντου, το χωρισμό της νύφης από τους γονείς της τον έψαλλαν με το Ρουμανιώτικο όπως έλεγαν το άσμα με τον ίδιο σκοπό της λύρας που αποτελούσε το ακόλουθο τραγούδι:
«Σήμερα μαύρος ουρανός σήμερα μαύρη μέρα.
Σήμερα ξεχωρίζεται μάνα με θυγατέρα.
Η μάνα είναι πέρδικα κι’ η νύφε περιστέρα.
Γαμπρός αφήν’ την πέρδικα και παίρν’ την περιστέρα.
Προσκύνα νύφε τρείς φορές ‘πως προσκυνούσες πρώτα,
κι’ έλα, Παππάς σε καρτερεί στης εκκλησιάς την πόρτα.
Νύφε το σπίτι που θα πας κι όπου θα προσκυνήσεις,
τον πεθερό και πεθερά καλά να τους τιμήσης.
Δεντράκι που εφύτεψες μάνα μέσ’ την αυλή σου,
τώρα που σου το παίρνουνε θα δώσης την ευχή σου»
Την ώρα του χωρισμού και στην συνέχεια της διαδρομής για τα στεφανώματα η νύφη είτε έκλαιγε πραγματικά είτε ήταν ψύχραιμη και δεν έκλαιγε, πάντως επικρατούσε το έθιμο να κουνάει το κεφάλι της κάτω από την καλύπτρα, δίνοντας την εντύπωση πως κλαίει. Η εκκίνηση για τα στεφανώματα και όλη η διαδρομή παρουσίαζε την ίδια όψη με την κίνηση της πομπής για το «νυφέπαρμαν». Με την ίδια σειρά των οργανοπαικτών, μαχαιροπαικτών, τονανματζήδων, μανδυλοπαικτριών έπαιρνε το οψίκ (πομπή) κατεύθυνση προς την εκκλησία για το στεφάνωμα. Μόλις πλησίαζε η πομπή στην εκκλησία σταματούσαν οι πυροβολισμοί και τα όργανα και οι χοροί και ζύγωνε τους νεόνυμφους ψάλτης της εκκλησίας που έψαλλε το απολυτίκιο του Αγίου της εκκλησία και άλλα προκαταρκτικά έως ότου φτάνανε στο νάρθηκα όπου ανέμενε ο παπάς. Εθιμοτυπία του γάμου στον Πόντο
Συνέχεια στο επόμενο.
Ο γάμος στην περιφέρεια Τορούλ του Πόντου του Ανανία Νικολαϊδη - Πηγή: Ποντιακή Εστία 1957
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com