Λαμπρή στο χωριό μου Κοντού του Καπή κιοι της Ματσούκας του Πόντου, του Δημ. Χρ. Λαζαρίδη 1951
Είμασταν πολλοί μαθηταί του Φροντιστηρίου από τα περίχωρα της Τραπεζούντος από την Ματσούκα, από την Σάντα, απο την Κρώμνη, από την Χαλδία κι απ’ όλες τις παράλιες πόλεις του Ευξείνου κι από την Ρωσία. Τό Φροντιστήριο ήταν ο Φάρος και το Πανεπιστήμιο του Πόντου.
Τό 1902 απόκτησε καί τετραώροφο διδακτήριο. Περιελάβαινε (7) επτά τάξεις Δημοτικού, πέντε (5) τάξεις Γυμνασίου καί χωριστό Εμπορικό τμήμα. Λαμπρή στο χωριό μου Κοντού Καπή-κιοϊ Ματσούκας Πόντου. Αφήγηση του Δημ. Λαζαρίδη 1951. Με το ενδεικτικό της Βερναρδακείου σχολής του χωριού μου του Καπί-κιοϊ έδωκα εξετάσεις εισαγωγικές για την Β΄ Γυμνασίου. Ο αείμνηστος Αριστείδης Ιεροκλής με την πλούσια γενειάδα του έκαμε την γραπτή και προφορική εξέταση Λουκιανό και Χρυσοστόμου «Λόγος προς Ευτρόπιον»: Αεί μέν μάλιστα δέ νύν εύκαιρον ειπείν ματαιότης ματαιοτήτων, τά πάντα ματαιότης..». Δείχνοντας τό γραπτό μου στόν αείμνηστο Γυμνασιάρχη N. Λιθοξόο καί στούς καθηγητάς είπε: - Τό Καπί κιοϊ δεν μάς στέλλει μόνο εξαιρετικά φασόλια, αλλά και αρίστους μαθητάς!. Ο μικρός έγραψεν άνευ λάθους! Είχαμε την γνωστή Χρηστομάθεια, πού άρχιζε: «Πασών τών αρετών ήγεμών έστιν η ευσέβεια». Οι παλαιότεροι μαθηταί τών χωριών κάπως είχαν εξοικιωθεί μέ την ξενιτιά. Οι νεώτεροι νοσταλγούσαμε όχι μόνο τήν μάννα και τους σπιτικούς μας άλλά και τά δέντρα τού σπιτιού μας, τα έλατα, τό Ράχος, τά παρχάρια και την πλουμισμένη άπό λουλούδια αγροτική μας περιοχή. Ανυπόμονα περιμέναμε τό δεκαπενθήμερο τής Λαμπρής, όσοι είμαστε από κάπως μακρινότερα χωριά. Οι μαθηταί άπό τήν περιφέρεια του Τσ̌εβιζλίκ (έδρα τής Ματσούκας) είχαμε την ευκολία της αμαξόστρατας. Τήν Παραμονή της αναχωρήσεως συμφωνούσαμε τόν αμαξά (τό αύτοκίνητο ήταν άγνωστο ακόμα σ’ εμάς). Έπρεπε όμως νά προμηθευτούμε και κανένα Πασχαλιάτικο δώρο. Τά δώρα μας ήταν φτωχικά, όπως ήταν φτωχικά και τά μέσα τών σπουδών μας. Τά δικά μου δώρα ήταν ένας γιαζμάς με κλαδιά γαλαζοκίτρινα για τόν παππού μου πού τόν τύλιγε στο φέσι. O αείμνηστος πατέρας μου παπα Χρήστος εφημέριος τελευταία στήν Θεοσκέπαστο εφημέρευε στήν Πόλη. Ζεύγος γεμενία καί κανένα λετσ̌έκι γιά τήν μάννα μου και τήν έκ πατρός θεία μου Παρθένα, ήταν ασθματική και άγαμη και ήταν η μόνη στο χωριό πού γνώριζε γραφή και ανάγνωση και συνέχεια ψιθύριζε μπροστά στό εικονοστάσι μας με την τρίπτυχη (καϊνατλήν) πατρογονική εικόνα προσευχές του προσευχηταρίου. Για τά μικρά τ' αδέλφια μου ζεύγος πέδιλα και πολυτιμότερα απ' όλα τά δώρα ήταν αυγά Ταϊγάνας, σταφίδα ελληνική και ζαχαρωτά για όλους τούς σπιτικούς και παιδικούς φίλους. Στά πρώτα χρόνια τών σπουδών μου είχα συντροφιά τόν αείμνηστο χωριανό μου Ιωάννη Μωϋσιάδη, παιδονόμο στο Φροντιστήριο. Εφοίτησε στο σχολείο μόνο δύο χειμώνες, αλλα στήν Πόλη, συντροφιά με τούς Μεγαλοσχολίτες (Μεγάλη του Γένους Σχολή) απόκτησε πολλή μόρφωση στην ιστορία προπάντων και στήν απομνημόνευση ρητών και στίχων συγγραφέων και ποιητών. Κατείχε πλήρως τήν ερμηνεία τής εκκλησιαστικής υμνωδίας. Άλλοι στήν συντροφιά μας ήσαν ο αείμνηστος Ιωάννης Κουσίδης, καθηγητής των τουρκικών ο οποίος πέθανε από τον καημό του δολοφονημένου τό 1944 γυιού του Δημοσθένη, ο Γιάννης Αμανατίδης, τύπος αγαθού ανθρώπου δάσκαλος του παραρτήματος Θεοσκεπάστου, καί ο επιζών καθηγητής των μαθηματικών Κωνσταντίνος Τζεμπερτίδης, όλοι συγχωριανοί μου. Τό χωριό μας Καπί κιοϊ (η αρχαία Ζούζα), πάνω από τό Τσ̌εβιζλίκ’ δεξιά του Πυξίτη ποταμού, απείχε 25 χιλιόμετρα. Τότε μάς φαινόταν μακρινή πορεία μέ αποστολική πορεία ή μέ αμάξι και η αροθυμία (νοσταλγία) την έκανε μακρύτερη. Ακολουθώντας τον Πυξίτη, εκάναμε μεγάλη στάση στού Μιχιρτσή, όπου η συμβολή του ποταμιού της Γαλίανας και η παλιά γέφυρα επικοινωνίας μέ το Θέμα τής Χαλδίας και μέ τα ακριτικά κάστρα, το φημολογούμενο «Τσή Τρίχας το Γεφύρ’». Δεύτερη αρτηρία ήταν άπό τό Τσ̌εβιζλίκ’ - Χορτοκόπι - Ζύγανα. Τελευταία στάθμευση στό Κανλί πελίτ, μικρό σταθμό καραβανιών σε μικρή απόσταση από το Τσ̌εβιζλίκ και στους πρόποδες του Καπί – κιοϊ. Εκεί μάς υποδέχονταν οι θείοι και τα ξαδέλφια μου άπό μητέρα, πού συνέχιζαν το έργο του πάππου Νικολάου Σοφόγλου, ενός από τους έγκριτους Κρυφούς Χριστιανούς. Είχαν φούρνο, μπακάλικο, χάνι για τα καραβάνια και βιοτεχνία κατσ̌άδων. Μέ τούς άλλους καλούς χωριανούς μας, τους Πινάντας δούλευαν και επεξεργάζονταν το μαλλί, έπειτα το ετόξευαν με μεγάλο τοξάρι της Πόλης. Το καθαρό μαλλί το πουλούσαν για κλωστή υφασμάτων και το κατώτερο το χρησιμοποιούσαν για την βιοτεχνία των κατσ̌άδων και κιλιμιών. Οι κατσ̌άδες χρησιμοποιούνταν για τις σκηνές των ποιμένων, για στρώση και για ένα είδος ωμοφόρι των βοσκών τα λεγόμενα «καπαλάκια». Ανηφορίσαμε, είχαμε ως τις συνοικίες μας ανήφορο μιας ώρας. Τα ψώνια φορτώνονταν σε μικρό ζώο και εμείς ακολουθούσαμε πεζοί. Δεξιά και αριστερά της Δέβας (του αμαξιτού δρόμου) και στην πλαγιά του χωριού τα σιταροχώραφα πρασίνιζαν και ελαφρό ανοιξιάτικο αεράκι έκανε τα βαθυπράσινα στάρια να κυματίζουν θελκτικά. Μικρό δασάκι, πάνω από το Κανλί Πελίτ από τσιγκοστρίδα̤ και δρύδα̤ με το πράσινο φύλλωμα, μας έδινε την αντίθεση της χλωμάδας που είχε το δασάκι τον Σεπτέμβριο. Στο τέρμα του δασυλλίου η εκκλησία του Αγίου Ιωάννου και ο μικρός συνοικισμός Αμπέλια, σε μικρή ισιάδα, παράρτημα της ενορίας Κοντού μιας απ’ τις τέσσερις ενορίες του Καπη Κιοϊ. Εκεί γινόταν η πρώτη περιποίηση σε όλη την παρέα στο πατρικό σπίτι της μάνας μου.
Μεγάλη εβδομάδα. Καρύδια, ξηροί χουρμάδες, μικροί αλλά νοστιμότατοι. Αγριοφοίνικες δεν υπήρχαν στην περιφέρεια Ματσούκας, παράδοξως όμως φυτρώνανε σαν πλατάνια στην ρεματιά του συνοικισμού. Από τον συνοικισμό Αμπέλια ανηφορίζαμε καθένας για την ενορία του και εγώ με τον Γιάννη Κουσίδη, τον Γιάννη Μωυσιάδη και τον μικρότερό μου Δημοσθένη Κουσίδη για την ενορία Κοντού. Σποραδικά έλατα έδειχναν ότι άλλοτε το τοπίο με το όνομα Κυνέγια ήτανε δασωμένο. Είχε άφθονο κυνήγι, λαγούς και αγριόκοτες. Είχε ακόμη ερείπια προχριστιανικού οικισμού. Το πρώτο σπίτι της ενορίας Κοντού της γενέτειρας μου ήτανε της Τσ̌εμιλάβας. Ήταν ερειπωμένο γιατί δεν απόμεινε κανείς κληρονόμος. Τα άφθονα καρποφόρα δέντρα, συκιές, καρυδιές, απιδιές, μηλιές, κερασιές, αειθαλείς ροδαφινιές, δαμασκηνιές κλπ έδειχναν ότι η Τσ̌εμιλάβα, (που μόλις θυμόμουνα), ήταν από τις ευκατάστατες οικογένειες των Κρυφών χριστιανών. Της έμεινε το τουρκικό παρωνύμιο Τσ̌εμιλάβα, ενώ το χριστιανικό της όνομα ήταν Δεσποινή. Ψηλοί δεξιά βράχοι και αριστερά χαμηλότεροι με θάμνους αγριοτριανταφυλλιάς και βάτων έκαναν την διάβαση με τις πέτρινες σκάλες σκοτεινή. Η ερήμωση της σπιτιού, τα πολλά δέντρα, οι βράχοι με τους θάµνους έκαναν το σκοτάδι τη νύχτα πυκνότερο και το πέρασμα αργά προξενούσε άθελα κάποιο φόβο και ρίγος. - Μάϊσσες, μάϊσσες βγαίνουν εκεί! Έλεγε η Δεισιδαιμονία του λαού και γυναίκες και παιδιά δίσταζαν να περάσουν νύχτα το στενό της Τσ̌εμιλάβας την κύρια είσοδο του χωριού. «Ναι, ναι, είδαμε με τα μάτια μας τη νύχτα να ανάβουν οι μάϊσσες κεράκια, ακούσαμε να παίζουν τους ζουρνάδες τους, να έχουν το γάμο τους», επέμεναν πολλοί από τους αγαθούς μας χωρικούς. Μόνο ώριμοι άνδρες και γέροι ψύχραιμα και άφοβα στα βαθιά χαράματα τραβούσαν για τις αγροτικές δουλειές τους ή αργά το βράδυ επέστρεφαν με το αργό εκείνο βήμα του ικανοποιημένου ξωμάχου από τον κάματο της ημέρας. Τα πρώτα σπίτια μετά της Τσ̌εμιλάβας ήταν της Μυτικανίνας που είχε το παρωνύμιο από το σύζυγό της τον Μυτικάνον ή Πεπτσάσογλου και αμέσως κατόπιν το σπίτι του Κωνσταντίνου Εμιρζόγλου. Και οι δυο οικογένειες αποτελούνταν από Κρυφούς χριστιανούς οι οποίοι είχαν ακόμη τουρκικά επίθετα. Τα μικρά χωριατόπουλα που φορούσαν βράκες (ποτούρια) μόλις μας αντίκρυζαν, εφώναζαν: «Ο σ̌κιστόκωλον – ο σ̌κιστόκωλον έρθεν!!!» και τούτο γιατί φορούσαμε στενά παντελόνια και με αυτά τας λόγια χάνονταν στους φράχτες και στα δέντρα. Τα βράχια που υψωνόταν πάνω από το σπίτι της Τσ̌εμιλάβας σχημάτιζαν προς το χωριό πλατεία με πυκνή πρασινάδα με άφθονες ανθεμίδες (χαμομήλια) την άνοιξη με τις οποίες παίζαμε τους μύλους στο νερό του αυλακιού. Εκεί ήτανε και τα λατομεία του χωριού με πλακωτά στρώματα γρανίτου, γι αυτό και την πλατεία την έλεγαν Πλακία. Εκεί γινότανε πρόχειρη στάση των ζώων για λίγη βοσκή και ιδίως πότισμα στη μεγάλη πελεκητή γούρνα (το γουρνίν) που την διασταύρωνε η ξύλινη κρίνη (το κρενίν). Τον χειμώνα τα Πλακία επειδή είχαν νοτιοδυτική θέση ήταν άριστο ηλιοστάσιο (ηλιόπορον μέρος), οι γέροι έκλεθαν τα στουπία, οι γριές τη ρόκα, οι νεότερες την καρμενέτσα και τα παιδιά είχαν το χιονοπόλεμο ή σκάρωναν τη χιονάτη φιγούρα του Άη-Βασίλη. Η ενορία Κοντού είχε τραπεζοειδές σχήμα. Προχωρώντας στον κάτω Μαχαλά αριστερά ήταν τα αλώνα̤ και τ’ αχερώνα̤ και αμέσως κατόπιν τα σπίτια της Κατίνας, τα δύο των Σοφάντων, του Βασίλη και των Κουσάντων. Δεξιά τα δυο σπίτια των Γιαννακάντων που ήταν πνιγμένα στις αειθαλής ροδαφινιές και ακριβώς απέναντι το πατρογονικό μου σπίτι των Λαζαράντων. Χτίστηκε στα 1828 με το ρυθμό των σπιτιών της Ματσούκας για τα οποία θα μιλήσουμε άλλη φορά.
Μεγάλη δίφυλλη, εξώπορτα άνοιγε στο πλακόστρωτο της αυλής του σπιτιού μας. Δεξιά και ψηλότερα το Ξεραντέρ. Μια ροδαφινιά, μια απιδιά ψηλή, φτελιά με κλίμα και μερικοί θάμνοι λεφτοκαρυάς. Αριστερά υπήρχε φράχτης που χώριζε το κεπίν και το μικρό χωράφι για φρέσκα καλαμπόκια, κολοκύθες, πατάτες κτλ. Μια γηραλέα μηλιά, τ’ αφεντόμηλον στην μέση της αυλής. Στην άλλη, την βορειοανατολική πλευρά, πολλά καρποφόρα δέντρα και προ πάντων βαθύσκιες ροδαφινιές έκαναν την τοποθεσία ευχάριστη χειμώνα - καλοκαίρι. Ο νεφρέδ’ς (καπνοδόχος) κάπνιζε και έδειχνε πως ο χωνόν έκαιε μεγάλα δαυλιά και το μεγάλο κουρίν (κούτσουρο) κρατούσε άσβεστη την φωτιά. Την πρώτη προϋπάντηση την είχα από τον αράπη το μαύρο μας σκυλί που ορμούσε στην αγκαλιά μου. Στο γαύγισμα του αράπη άνοιγε η πόρτα. Συνήθως αντίκρισα τα μικρότερα αδέρφια μου και τον παππού μου να επισκευάζει γεωργικά εργαλεία. «Ύειαν και ευλοϊαν» λένε συγγενείς και φίλοι όταν μπαίνουν σε σπίτι. «Καλώς το παιδίν εμουν!» έλεγαν με μια φωνή όλοι οι σπιτικοί, αγκαλιάσματα, φιλιά, χαρά. Η μάνα μου η Ανθή λεπτή και στοργική γυναίκα που γηροκόμησε δυο πάππους και δύο καλομάννες με άρπαζε στην αγκαλιά της. Σε λίγο άνοιγε το καλάθι για να προσφερθούν ζαχαρωτά στα προσερχόμενα να χαιρετίσουν τον μαθητή του Φροντιστηρίου, συγγενικά και γειτονικά πρόσωπα. Την Μεγάλη Πέμπτη γινόταν, το αποδράνισμα (δρανί = άκρα, αποδρανίζω = καθαρίζω τις άκρες) και το τρίψιμο των μπακίρικων (μπακίρια). Η σπουδαιότερη όμως εργασία ήταν το ζύμωμα και το βάψιμο των αυγών με κιτρινόξυλο ή λιθρινόριζα. Θα ζυμωνόταν πίτες και τυρόπιτες από καθαρό σιτάρι «τα καθαρά». Στην Ματσούκα συνηθισμένο ψωμί ήταν το καλαμποκίσιο (τσουπαδένεν) και γι' αυτό το άσπρο ή πιτυρούχο λεγόταν «καθαρόν ψωμίν». «Το φουρνίν άπυρον έν’ και το ζυμάρ’ ενέβεν» έλεγε η μάνα μου και ανατάραζε με κοντάρι τα ξύλα του φούρνου. «Το προζύμ’ δυνατόν εποίκαμε και το ζυμάρ’ εξεχυλίεν ασ’ σο ζούμωτρον!» έλεγε η Θεία Παρθένα. Μια πίτα προοριζότανε για το γενικό Τρισάγιο της εκκλησίας και μερικές άλλες ήτανε συνήθεια να στέλνονται σε συγγενικά σπίτια, καθώς και γάλα ή πρωτόγαλο αν τους έλειπε. Η Ανάσταση στην Ανατολή γίνεται στα βαθιά χαράματα. «Οι πετεινοί ελάλησαν» έλεγε βήχοντας από το κρεβάτι ο παππούς. «Συδαύλα̤ τον χωνόν φέρεν απάν’ τα δαυλία» επρόσθετε και έπαιρνε την ταμπακιέρα να τυλίξει ένα τσιγάρο και μουρμουρίζοντας την ξανάβαζε στον κεμεροστάτεν για να εκκλησιαστεί και να κοινωνήσει νηστικός. Οι καμπάνες σήμαιναν με τον ιδιαίτερο ρυθμό που ήξερε ο Νικόλας του παπα - Γιάννη. Θόρυβος και ανοιγοκλείσματα των σπιτιών, τα χωριατόπουλα έβαζαν τα πλουμιστά τα ορτάρα̤ σαν εκείνα που φορούν τα βλαχόπουλα, οι άνδρες τις ζίπκες με την αρματωσιά τους και χρυσογαϊτανωτή κουκούλα, οι γέροι και οι γριές τις γούνες τους και οι νυφάδες το μεταξωτό ζωνάρι και την Πολίτικη φοτά και το κομάσ̌ σπαρέλ’ (προστήθιο) και οι νεόνυμφες επιπλέον τα επίχρυσα ή πραγματικά φλουριά στο μέτωπο. Τα Χριστούγεννα και η Λαμπρή είναι οι μεγαλύτερες γιορτές της Χριστιανοσύνης. Ο Θεός νήπιον και η Παρθένος Μητέρα. Το νήπιο και η μητέρα είναι πάντοτε οι συμπαθέστερες μορφές στον κόσμο. Μα η Ανάσταση είναι ο θρίαμβος της Θείας Δυνάμεως κατά του κακού. Μόλις άρχιζε να χαράζει γινόταν η έξοδος στο μεγάλο προαύλιο της εκκλησίας. Ο αείμνηστος παπα Γιάννης εφημέριος και αυτός χρόνια στην Πόλη, μετά το καθορισμένο Ευαγγέλιο αναφωνούσε: «Δόξα τη Αγία και Ομοούσιο και Ζωοποιό και Αδιαιρέτω Τριάδι…». Ομοβροντία κροτίδων και όπλων, ρουκέτες, αστράκια, παιδικά πιστολάκια με χάρτινες κάψουλες χαιρέτιζαν κατά τα έθιμα την Ανάσταση του Χριστού. Σεβαστός δημογέροντας με την εικόνα της Αναστάσεως δίπλα στον παπά δεχόταν τους αδελφικούς ασπασμούς Χριστός Ανέστη! - Αληθινώς Ανέστη. Οι νεαροί όλοι έπρεπε να επισκεφτούμε τα συγγενικά σπίτια και να κάνουμε "Χριστός Ανέστη" φιλώντας το χέρι των πρεσβυτέρων. Τις ημέρες της Διακαινησίμου περνούσαμε σε στοργικό περιβάλλον. Το κοντινό δάσος με τα πυκνότατα έλατα και τα άλλα δέντρα είχε τη ζωντάνια των κοτσυφιών και των αηδονιών και μόνο η μονότονη φωνή του κούκου ήταν κάπως θλιβερή: «Κούκου… κούκου…κούκου» σαν να έλεγε: «Χαρείτε άνθρωποι! Ζείτε με αναμνήσεις! Κούκου… κούκου! Όλα τα άλλα είναι του κάκου!». Καπή-Κιοϊ - Καπίκιοϊ Ματσούκας, η αρχαία Ζούζη του Πόντου - GR Παράβλεψη περιήγησης Αναζήτηση Δημιουργία Εικόνα avatar Η εθιμοτυπία του γάμου στο Καπήκιοϊ της Τραπεζούντας του Πόντου - Τα Μωμοέρια̤ (Μωμογέρια - Κοτσαμάνια) στο Καπή κιοϊ της Ματσούκας
Λαμπρή στο χωριό μου Κοντού του Καπή κιοι της Ματσούκας του Πόντου, του Δημ. Χρ. Λαζαρίδη. Πηγή Ποντιακή εστία Απρίλιος 1951.
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com