Πρωτοχρονιάτικα ήθη και έθιμα των Ποντίων του Σύδενδρου Γρεβενών των καταγόμενων απο τα χωριά Τεμιρτζάντων, Σεϊτανάντων, Κουταλά και Τσοπανού της Τραπεζούντας του Πόντου.

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Λαογραφία

Το κόψιμο της βασιλόπιτας. Η ελληνική οικογένεια γύρω απο το πρωτοχρονιάτικο τραπέζιΠρωτοχρονιάτικα: Το κόψιμο της βασιλόπιτας. Οι Έλληνες τού Πόντου κόβανε την βασιλόπιτα το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, την ώρα που άλλαζε ο χρόνος.

Πρώτα βγάζανε τη εικόνας το κομμάτ'. Ύστερα του παππού, της γιαγιάς, του πατέρα, της μάνας και των παιδιών, φωνάζοντας έναν - έναν με την σειρά τής ήλικίας τα ονόματά τους. Μαζί μ' αυτά, βγάζανε και για τόν ξενιτεμένο, αν είχαν, καθώς και για τον ξένο, πού τυχόν φίλευαν εκείνη την βραδιά. Σε εκείνον που έπεφτε η παρά, τον θεωρούσαν τυχερό και πίστευαν πώς η χρονιά του θα πήγαινε καλά. Αν ήταν κοπέλα της ηλικίας για παντρειά, τότε λέγανε πώς «άνοιξε ή τύχη της και θα παντρευτεί μέσα στον χρόνο». Καλό σημάδι για όλη την οικογένεια ήταν αν η παρά έπεφτε 'ς σην Παναΐα. Μετά το κόψιμο τής πίτας και πριν αρχίσουν να τρώνε, ο μεγαλύτερος της οικογένειας έπαιρνε ένα πιάτο με εφτά ζευγάρια καρύδια κι ένα μονό και τα 'ριχνε τρείς φορές πρός τα επάνω λέγοντας: «Έξέβαμε ας σήν κακοχρονίαν κι εσέβαμεν 'ς σήν καλοχρονίαν!» "Άλλοι πάλι λέγανε: «Εδέβεν ο κακόν ο χρόνον κι έρθεν ό καλόν!». Όσα καρύδια πέφτανε μέσα στο ταψί τής βασιλόπιτας τα λέγανε τυχερά, πιστεύοντας πώς τα 'δωσε ο Αϊ - Βασίλης. Τ' άλλα, πού πέφτανε έξω απ' τό ταψί και σκορπούσαν στο πάτωμα, δεν τα μάζευαν από κάτω, μα τ' άφηναν εκεί όλη την νύχτα και, μαζί μ' αύτά, άφηναν και το τραπέζι, μαζί μ' ένα κομμάτι βασιλόπιτας για να το φάει ο Αϊ - Βασίλης. Με τα τυχερά καρύδια που έπεφταν μέσα στο ταψί, καλαντίαζαν την άλλη μέρα τα συγγενικά τους παιδιά και τα δεξιμάτια 'τουν. Το πρωί, εκείνος πού θα ξυπνούσε πρώτος, για να πάει να φέρει το καλαντόνερον άς σό πεγάδ', θά μάζευε όλα τά καρύδια άπό κάτω καί μ' ένα κομμάτι βασιλόπιτας θά πήγαινε στήν βρύση, χωρίς νά μιλήσει στό δρόμο. O πρώτος πού θά πήγαινε στήν βρύση θ' άφηνε λίγα κουλούρια για «Τό στοιχειό τής βρύσης» καί θά 'παιρνε πίσω τά μισά, «γιά νά γυρίσει πάλι στό σπίτι τους τό τυχερό». O δεύτερος θά 'παιρνε τά κουλούρια ή τά γλυκά του πρώτου καί θ' άφηνε τά δικά του έκεί, γιά νά τά πάρει ο άλλος, πού θά πήγαινε μετά άπ' αύτόν. Σ' άλλα χωριά του Πόντου, τό καλαντόνερον τό 'παιρναν τά μεσάνυχτα, τήν ώρα πού θά χτυπούσε κάποιος τήν καμπάνα τής έκκλησιάς, μέ Τόν ίδιο τρόπο και μέ τήν ίδια διαδικασία, χωρίς νά μιλήσουν στό δρόμο. Καζαμίας - Καλαντάρι Πόντου - Κάλαντα - Δοξασίες, Παραδόσεις, Ήθη & Έθιμα του Δωδεκαημέρου των Ελλήνων του Πόντου. Τό καλαντόνερον τής Πρωτοχρονιάς έπρεπε νά είναι άμίλητο. Γι' αύτό κι έπιναν όλοι άπό λίγο, καί τό πρωί νίβονταν όλοι άπ' αύτό. Σ' άλλα γύρω χωριά, άντί γιά κουλούρια και γλυκά, άφηναν λίγα σπειριά (σπόρους) σιτάρι γιά τό στοιχειό του πηγαδιού καί τό νερό τό 'παιρνε ό σπιτονοικοκύρης καί όχι ή γυναίκα τού σπιτιού. Γυρίζοντας άπό τή βρύση μέ τό καλαντόνερον, ράντιζε τά δωμάτια του σπιτιού, τόν σταύλο μέ τά ζώα, τ' άμπάρια μέ τά γεννήματα και τά βαρέλια μέ τό κρασί. Τό γκουγκούμιν μέ τό καλαντόνερον δέν έπρεπε νά τ' άκουμπήσει κάτω εκείνος πού θά τό 'φερνε άπό τή βρύση, πρίν φτάσει στό σπίτι καί πιούν καί νιφτούν όλοι άπ' αύτό, «γιά νά μή χάσει τήν δύναμή του καί τό τυχερό πού είχε μέσα του». Ύστερα άπό τήν μεταφορά του καλαντόνερου, ο νοικοκύρης τού σπιτιού έπαιρνε ένα βόδι άπό τό σταύλο καί άφού τό 'δενε μέ μιά τριχιά άπό τά κέρατα, τό τραβούσε στό ισόγειο δωμάτιο του σπιτιού, εκεί πού συνήθως έμενε όλη η οίκογένεια τόν χειμώνα, καί κοίταζαν μέ ποιό πόδι θά δρασκελούσε τό κατώφλι τής πόρτας. "Αν τό βόδι περνούσε μέ τό δεξί, η χρο νιά θά πήγαινε πολύ καλά στό σπίτι, "Ετσι, σάν έμπαινε μέσα τό βόδι, τό χάιδευαν, τό φιλούσαν καί τού 'διναν ένα κομμάτι πίτας νά φάει. Τήν ίδια παρατήρηση έκαναν καί τήν ώρα, πού θα 'βγαινε τό βόδι. Τότε, τό πρωτογέννητο παιδί του σπιτιού έκοβε ένα χλωρό κλωνάρι καρυδιάς καί, καβαλικεύοντάς το σάν άλογο, έμπαινε μέσα στό σπίτι καί φώναζε: «Έξέβαμεν άς σήν κακοχρονίαν κι έσέβαμεν 'ς σήν καλοχρονίαν!» Ύστερα ζητούσε τροφή καί νερό γιά τ' άλογο, κι εκείνοι τού 'διναν καρύ δια, πίτα καί χρήματα. Τήν Πρωτοχρονιά ούτε δάνειζαν ούτε δανείζονταν, «Γιά νά μή δανείζονται όλο τον χρόνο». Το πρωϊ έπρεπε νά τούς κάνει τό ποδαρικό κάποιος άλλος άπό ξένο σπίτι. Γι' αύτό καί φώναζαν κάποιο αγόρι ή κοπελίτσα της γειτονιας, πού θά περνούσε' με τό δεξί πόδι τό 'κατώφλι τής πόρτας, γιατί τό μωρόν άνημάρτετον έν'. Και τότε το κερνούσαν γλυκά, λεφτά καί διάφορα δώρα. Στά όρεινά χωριά τής Τραπεζούντας τα παιδιά κρατώντας καλαντο κούρια στά χέρια, γύριζαν από σπίτι σέ σπίτι καί τραγουδούσαν:
Αρχή κάλαντα, αρχή του χρόνου.
Πάντα κάλαντα, πάντα του χρόνου.
Αρχή μήλον έν', αρχή κυδών' έν',
αρχή βράσανον τό μυριγμένον.
Εμυρίστεν-α ο κόσμος όλεν,
Εμυρίστεν-ά κι ο βασιλέας,
γιά μυρίστ' α̤το και ‘σύ αφέντη μ΄ .
Αϊ αφέντη μ' καλέ μ' αφέντη μ'
Εσύ 'ς σό ταρέσ' κι έγώ 'ς σην πόρταν,
φέρον το φετίρ', θέλω νά πάγω. Πρωτοχρονιάτικα έθιμα Σύδενδρου Γρεβενών Το κόψιμο της βασιλόπιτας, Κάλαντα, Καλαντόνερο
Οι νοικοκυρές τούς έδιναν τσίρια, λεπτοκάρυα καί παράδας. Στήν Κερασούντα, όπως μού 'λεγε ό Σταύρος Κεσσόπουλος, ο οποίος μένει στην Νέα Πεντέλη, όσα παιδιά ήταν τσ̌ιράκια (μαθητευόμενα) σε άφεντικά έφτιαχναν στεφάνια από δάφνες ή ελιές καί στό κάθε φύλλο κολλούσαν από ένα φουντούκι. Στην μέση του στεφανιοϋ κρεμούσαν ένα πορτοκάλι μέ μιά ασπροκόκκινη κλωστή. "Ολα αύτά, άφού τά χρύσωναν με βαράκι, τα έδεναν μέ μιά κορδέλα, δεμένη σέ φιόγκο και τά πήγαιναν στ' άφεντικό, γιά τά «χρόνια πολλά». Λαογραφικά Σύμμεικτα Πόντου. Ήθη, έθιμα, Γλωσσικά Ιδιώματα, Παροιμίες, Θρύλοι & Παραδόσεις.

Πρωτοχρονιάτικα ήθη και έθιμα των Ποντίων του Σύδενδρου Γρεβενών των καταγόμενων απο τα χωριά Τεμιρτζάντων, Σεϊτανάντων, Κουταλά και Τσοπανού της Τραπεζούντας του Πόντου. Πηγή κ Κώστας Καραπατάκης - Αρχείον Πόντου τόμος 38ος

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης - www.kotsari.com 

Print