Λαογραφικά Κοτυώρων Πόντου (Κηδεία) – του Άκογλου Ξενοφώντα (Ξένου Ξενίτα) Γ-Μέρος. Ξενύχτισμα, Εκφορά

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Λαογραφία

Κηδεία νεαρού Έλληνα - Αργυρούπολις Πόντου 1902Το ξενύχτισμα. Αργά μετά τα μεσάνυχτα προσπαθούσαν οι φίλοι να πειθαναγκάσουν τους δικούς του να πάνε να ξαπλώσουν λιγάκι, για να αναπαυθούν και να έχουν δύναμη να αντέξουν στις συγκινήσεις και τις ταλαιπωρίες της άλλης ημέρας.

Πάντως κοντά στον νεκρό παρέμεναν απαραίτητα μερικοί για να μην τον αφήσουν μόνο, που δεν επιτρεπόταν ποτέ—εμόναζαν τον αποθαμένον. Επίσης δεν άφηναν και δεν έπρεπε να είναι με κανέναν τρόπο γάτα μέσα στον νεκρικό θάλαμο. Ήταν κάτι το ανίερο, το αποτρόπαιο. Μερικοί λέγανε ότι μπορούσε να επιτεθεί στον πεθαμένο—ελάγγευεν σον αποθαμένον.
Κατά τις πρωινές ώρες, πριν να φέξει ακόμα, πάλι βαρούσαν συναγερμό και ξεσήκωναν τη γειτονιά με φωνές και με μοιρολόγια: «Εχάραξεν ανατολή, ήλε-μ’! Εμέρωσεν· α πας, μισαφίρτς ή γιολτσής είσαι, ήλε,ε,εμ!». Συνηθέστατα κοντά στα άλλα μοιρολόγια την ώρα αυτή έλεγαν και τ’ αχπαστικόν σε τούρκικη γλώσσα, στον ίδιο σκοπό που το έλεγαν και στον γάμο μετά το νυφόπαρμα:
«Ἐϊ, καζιλέρ, γιὸλ κιοριουνκοῦ,
Ἰστὲτα πὲν κετίγιορουμ, τζὰν βερίορουμ,
Σιζέτα μαλιοὺμ ὀλσοὺν—γιὰρ ὀλσοὺν ἀμὰν
Ἰστὲ πὲν κετίγιορουμ, τζὰν βερίορουμ!»
Σε μετάφραση λέξη προς λέξη σημαίνει:
«Έ, σύντροφοι, ο δρόμος φάνηκε
Ιδού εγώ πηγαίνω, ξεψυχώ
Μάθετέ το και εσείς—και εσείς μάθετέ το
Ιδού εγώ πηγαίνω, ξεψυχώ!»  Γεώργιος Λογοθέτης. Γαμήλιος σκοπός Αχπαστόν Εϊ καζελέρ γιόλ κιοριουντιού
Η Εκφορά. Αν ο νεκρός είχε ξεψυχήσει τη νύχτα, ή κατά τα ξημερώματα, τότε η εκφορά γινόταν την άλλη μέρα το απόγευμα. Όλες οι παραπάνω διατυπώσεις και εκδηλώσεις μετατοπίζονταν, βέβαια, χρονολογικά. Στην περίπτωση όμως που αναφέραμε παραπάνω, η εκφορά γινόταν συνήθως πριν από το μεσημέρι. Μία ώρα περίπου νωρίτερα, άρχιζε να χτυπάει η καμπάνα αργά-αργά, πένθιμα. Οι φίλοι και γνωστοί μαζεύονταν όλοι στο σπίτι, όπου έρχονταν και οι παπάδες, οι ψάλτες και τα εξαπτέρυγα. Ο αποχωρισμός των δικών του από τον νεκρό γινόταν μέσα σε θρήνους και κοπετούς, με φωνές άγριες και λυπητερές αποχαιρετιστήριες εκφράσεις: «Μέρ’ αφήντς-μας και πας, ήλε-μ’! Ντό θα γίνομες εμείς; Χούγιανετ’, τα μωρά-σ’ ’κ’ επόνεσες; ή, σο καλόν, πάτερα, σο καλόν!... κ.τ.λ.» (χουγιανέτ’ = άσπλαχνε, σκληρέ). Δεν ήταν σπάνιες και οι λιποθυμίες. Η συγκίνηση κυρίευε όλους.
Η νεκρική πομπή με την κανονισμένη σειρά και τάξη προχωρούσε αργά-αργά. Οι βαριές ψαλμωδίες των παπάδων και των ψαλτών, τα θρηνολογήματα των στενών συγγενών, ο πένθιμος ήχος της καμπάνας, που οι χτύποι της επιταχύνονταν ξεκουφαντικά όσο η πομπή πλησίαζε στην εκκλησία, το άφθονο λιβάνι που η μυρωδιά του αναδινόταν και γέμιζε τον αέρα, δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα υποβλητικά συγκινητική. Τους δικούς του νεκρού τους υποβάσταζαν από το μπράτσο φίλοι και γνωστοί. Συνήθως τη γυναίκα του την ανάγκαζαν να μείνει σπίτι, καθώς και τους τυχόν γέρους γονιούς του. Στον δρόμο προθυμοποιούνταν όλοι να κρατήσουν το φέρετρο. Ειδικοί—πεθαμενατζήδες—για τη μεταφορά των νεκρών με πληρωμή δεν υπήρχαν. Το έργο αυτό το αναλάμβαναν προαιρετικά ορισμένοι τύποι που δεν έλειπαν γενικά από τις κηδείες. Η μόνη τους αμοιβή ήταν ένα μαντίλι, που τους το έδεναν στο αριστερό μπράτσο και για να διακρίνονται. Επίσης βοηθούσαν στον δρόμο και φίλοι και γνωστοί του μακαρίτη: έσκωσαν το λείμψανον, ή τον αποθαμένον ασ’ σ’ οσπίτ’. Στα τελευταία χρόνια η μεταφορά είχε αρχίσει να γίνεται πού και πού με πληρωμή. Λαογραφικά Σύμμεικτα Πόντου. Ήθη, έθιμα, Γλωσσικά Ιδιώματα, Παροιμίες, Θρύλοι & Παραδόσεις

Στην Εκκλησία. Σύμφωνα με την τάξη που κανόνιζαν εγκαίρως οι δικοί του με τους Επιτρόπους της εκκλησίας, ήταν και ανάλογα στολισμένο πένθιμα το εσωτερικό του ναού. Αν ήταν φτωχοί και δεν είχαν τα μέσα να ανταποκριθούν στα έξοδα της κηδείας, τότε διάφοροι φίλοι, γείτονες ή γνωστοί έκαναν έρανο και μάζευαν το απαιτούμενο ποσό—ένοιξαν, ή έβγαλαν-ατον μαντίλ’ (=του άνοιξαν ή του έβγαλαν μαντίλι)—επειδή τις προσφορές του καθενός για τον έρανο τις έβαζαν σε μαντίλι, που κρατούσε ένας από τη διμελή ή τριμελή επιτροπή. Για οικονομία χρησιμοποιούσαν στην περίπτωση αυτή συνήθως το φορείο της εκκλησίας—που διατηρούνταν ως τα τελευταία—και τους έθαβαν χωρίς φέρετρο. 
Την νεκρώσιμη ακολουθία την έψαλλαν επίσης ανάλογα με την τάξη αργά και επιβλητικά, ή γρήγορα. Οι θρήνοι κι οι κοπετοί ξανάρχιζαν κατά το «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν...».
Πολλοί, και προπάντων πολλές, έκαναν παρατηρήσεις κατά το προσκύνημα πάνω στη φυσιογνωμία του νεκρού κι άρχιζαν τα σχόλια: «Ήμαρτα! άμον γελασμένον έτον το κατσίν-ατ’! ή ήμαρτα, άμοντο εδέβασαν τον κανόναν-ατ’, εμούστρωσεν κ’ ελίβωσεν· αποχωρίζεται και στέκ’ ασ’ σην ὕναϊκαν-ατ’ κι’ ασ’ σα παιδία-τ’!» (εμούστρωσεν κ' ελίβωσεν = κατσούφιασε και συννέφιασε). Αν ο νεκρός ήταν κανένας από τους επίσημους της κοινωνίας—ευεργέτης της Κοινότητας, δημογέροντας κ.τ.λ.—τους έβγαζαν και λόγους, εξαίροντας τη δράση και τις υπηρεσίες τους. Στις περιπτώσεις αυτές στη νεκρώσιμη ακολουθία χοροστατούσε ο Δεσπότης, αν τύχαινε να μην λείπει από τα Κοτύωρα. Επίσης χοροστατούσε και ύστερα από σχετική αίτηση των δικών του οποιουδήποτε πεθαμένου που είχε κηδεία με πρώτη τάξη.Ιστορία του Ελληνισμού στον Εύξεινο Πόντο
Τα κόλλυβα ή τα κουφέτα τα μοίραζαν συνήθως στην εκκλησία μετά την απόλυση, καμιά φορά όμως και κοντά στον τάφο.
Κάποτε μετά την απόλυση οι οικείοι, συγγενείς και φίλοι μαζί με το λείψανο και τους παπάδες έβγαζαν φωτογραφία στον περίβολο της εκκλησίας. Το έκαναν προπάντων όταν είχαν παιδιά ή γονιούς στην ξενιτιά για να δουν κι εκείνοι την κηδεία, αφού δεν μπορούσαν να την ακολουθήσουν.

Λαογραφικά Κοτυώρων Πόντου (Κηδεία) – του Άκογλου Ξενοφώντα (Ξένου Ξενίτα) Γ-Μέρος, Το ξενύχτισμα. η Εκφορά. στην Εκκλησία

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print