Τα ποντιακά τραγούδια, οι χοροί και τα ποντιακά όργανα, του κ. Μιχάλη Κουταλακίδη
Ευλαβικά θα προσκυνώ τη μνήμη σου αιώνια πατρίδα αλησμόνητη, πατρίδα αγαπημένη.
Η ζωή του Πόντου, του ελληνικού Πόντου — της μακρινής εκείνης γωνίας της ασιατικής γης, που στάθηκε στο πέρασμα των χρόνων ένα από τα πιο προκεχωρημένα φυλάκια της ελληνικής φυλής — καθρεφτίζεται ζωντανή, αληθινή μέσα στα ελληνικά ήθη και έθιμα, τα τραγούδια και τους λαϊκούς του χορούς, που στην πανελλήνια μορφή τους υπήρξαν πάντα η πιο λεπτή, η πιο ολοκληρωμένη έκφραση της ελληνικής ψυχής από τον καιρό του Όμηρου έως σήμερα. Λαογραφικά Σύμμεικτα Πόντου. Ήθη, έθιμα, Γλωσσικά Ιδιώματα, Παροιμίες, Θρύλοι & Παραδόσεις.
Και στον Πόντο, από τότε που άραξε στα αξέχαστα ακρογιάλια του η Αργώ. Απο τότε που μυριόστομη αντηλάλησε ανάμεσα στα ποντιακά βουνά η κραυγή των Μυρίων του Ξενοφώντα. Από τότε που οι ηρωικοί θρύλοι φώλιασαν σε κάστρα και καστρότειχα. Από τότε που οι αντίλαλοι από τις κονταρομαχίες των Ακριτών έστησαν ηρωικούς χορούς ανάμεσα σε πύργους και επάλξεις. Από τότε που οι θρύλοι και οι αντίλαλοι εκείνοι κατέβηκαν στους κάμπους, στα χωριά και στις πολιτείες και έθρεψαν τις ψυχές, κι ατσάλωσαν τα κορμιά. Κι έκαμαν τραγούδι τη δουλειά, την ειρηνική δουλειά, κι ένωσαν τις χαρές και τις πίκρες της ξενιτιάς και τα καρδιοχτύπια με τους βαθιούς στόνους της λύρας και τους φλογερούς κραδασμούς των χορευτικών ρυθμών, καθώς και όλα τα άλλα συναισθήματα που «οργώνουν» τις ψυχές και συνθέτουν φλογερές συγχορδίες που αναβλύζουν μέσα από το χρυσό κροντήρι της λαϊκής ψυχής. Δημώδη άσματα Πόντου (Playlist)
Δεν υπήρξε στο πέρασμα των χρόνων μια απλή γεωγραφική έννοια ο ελληνικός Πόντος. Ούτε ένας απλός γεωγραφικός χώρος εκεί κάτω στις απόμακρες εσχατιές της ασιατικής γης. Αλλά μια αληθινή όαση της μητροπολιτικής Ελλάδας μέσα σε ένα αλλόφυλο και αλλόθρησκο περιβάλλον. Ένα από τα πλέον ακριτικά φυλάκια της μητέρας-πατρίδας στην περιοχή του Εύξεινου Πόντου. Ένα ολόλαμπρο πετράδι πάνω στο μεγάλο δαχτυλίδι της ελληνικής ιστορίας, που επί αιώνες ολόκληρους διατήρησε την ελληνική γλώσσα του και τα τραγούδια του, τα ήθη και τα έθιμά του, τους χορούς και τις παραδόσεις του, την κοινωνική και την κοινοτική του ζωή, την παιδεία και τη θρησκεία του, αστραφτερά χαρακτηριστικά που οι βαθιές ρίζες τους χάνονται στα άδυτα του αρχαίου ελληνικού μητροπολιτικού χώρου.
Είναι γνωστό πόσο πλούσιο και πολυποίκιλο είναι το λαογραφικό υλικό του Πόντου και πόσο μεγάλη η σημασία του. Τα μνημεία του προφορικού λόγου και οποιαδήποτε άλλα στοιχεία της προφορικής παράδοσης, ιδίως όσα αποτελούν ένα θαυμάσιο συνδυασμό ποιητικού λόγου, μελωδίας και χορού, δίνουν μια ιδιαίτερη αξία στο λαογραφικό τούτο υλικό. Και η αξία αυτή μεγαλώνει ακόμα περισσότερο, όσο πιο πολύ δυναμώνει η διαπίστωση της στενής σχέσης τους με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Αυτό είναι κάτι που επιβεβαιώνεται και από δικούς μας και από ξένους μελετητές, που πιστεύουν στη μεγάλη αποκαλυπτική τους σημασία και στον χαρακτηριστικό πλούτο των διαφωτιστικών στοιχείων που περιέχουν, εθιμικών, γλωσσικών, κοινωνικών και άλλων. Μέσα στον πλούσιο αυτό ποντιακό λαογραφικό θησαυρό διατηρήθηκαν, σαν συνθετικά της σύγχρονης ζωής, άπειροι τύποι και μορφές των περασμένων χρόνων, που θα μπορούσαν να δώσουν, με σχετική πληρότητα, κάποιο περίγραμμα των σημαντικότερων φάσεων της ιστορίας και της κοινωνικής ζωής των Ποντίων, που μοιάζει — σε ειδικές φυσικά αναλογίες και υπό άλλο πρίσμα — με της αρχαίας μητροπολιτικής Ελλάδας. Αλλά δεν παραλείπουν βέβαια να δώσουν και στοιχεία γενικά του συναισθηματικού κόσμου, όπως είναι το ηρωικό στοιχείο, οι κοινωνικές αρετές, η οικογενειακή συνοχή, η λατρεία στη γη και στη δουλειά, η αδελφική αγάπη και ο έρωτας, η τόλμη και το πνεύμα της θυσίας και το θρησκευτικό συναίσθημα.΄Λαογραφικά Κοτυώρων / Όργανα, Μουσική, Χορός, Τραγούδια / Άκογλους Ξενοφώντας
Τα ποντιακά τραγούδια
Και πρώτα πρώτα η ηρωική παράδοση — αυτή που ακολουθεί τη συνέχεια της ελληνικής ζωής στον Πόντο — εύρηκε τον άξιο υμνητή της στον Ακριτικό κύκλο των τραγουδιών. Των τραγουδιών δηλαδή εκείνων που έγιναν ένας ωραίος ύμνος στο θρύλο της παλικαριάς και της αυτοθυσίας, που δέθηκε στενά με την ηρωική μορφή του Διγενή Ακρίτα, του Μάραντου και του Πόρφυρα. Έτσι ο Ακρίτας έγινε εθνικό σύμβολο, λαϊκός ήρωας και πήρε γιγάντιες διαστάσεις στη λαϊκή φαντασία η φοβερή μορφή του, η ακράτητη τόλμη του και η ασύγκριτη γενναιότητά του. Από τότε οι περιπέτειές του, οι άθλοι του, οι νίκες του ντύθηκαν την αλουργίδα του θρύλου και η φλογερή ανάσα του ζωογόνησε κι ανανέωσε γενεές και γενεές Ποντίων που έζησαν αργότερα, στο πέρασμα των χρόνων, ανάμεσα σε αλλόφυλους και αλλόθρησκους λαούς. Γι' αυτό και για το θάνατό του ο λαός δεν παραδέχεται ότι ο ανίκητος νικήθηκε από θνητό, μ' από τον αδυσώπητο χάρο: "Έξεβαν και ν' επάλεψαν κι ο Χάρον κι ενικέθεν..".
Εξίσου τραγικό θέλει ο ποντιακός λαός και το τέλος ενός άλλου Ακρίτα, που στό τραγούδι του τον ονομάζει «τρισέλληνον, ρωμαίικον παλικάριν». Έπεσε κι αυτός πολεμώντας τους εχθρούς σε κάποια κλεισούρα, όπου η μοίρα τον έβαλε φρουρό ακοίμητο στα ιερά της πατρίδας σύνορα: "σόν πόλεμον τρισέλληνος, ρωμαίικον παλικάριν..."
Το πνεύμα της συναδέλφωσης ύστερα, που πάντα τόσο έντονο προβάλλεται ανάμεσα στα τραγούδια των Ποντίων, τους κράτησε αδιάφθορούς στο πέρασμα των αιώνων κι έμειναν πιστοί στην ελληνική τους ψυχή. Άλλωστε όλα τα ποντιακά τραγούδια αποπνέουν αυτή την ελληνικότητά τους, όλοι οι Ακρίτες είναι παλικάρια της ρωμιοσύνης κι όλες τους οι προσευχές στρέφονται στην Παναγία.
Εκείνο όμως που ζεί στα χείλη του ποντιακού λαού, ζωντανό αντικαθρέφτισμα των αισθημάτων που γεννιούνται και αναταράζονται μέσα στην ψυχή του, είναι το ποντιακό δίστιχο. Το δίστιχο, τραγούδι που ζεί και ανασαίνει στα χείλη τόσες ώρες στα γλέντια, στους χορούς, στους γάμους και στα πανηγύρια, έχει στη γνήσια μορφή του μια δεμένη οργανική ενότητα στην έννοια και στην αντιστοιχία των δύο βασικών στοιχείων του: του λόγου του ποιητικού από τη μια, της μελωδίας του από την άλλη. Και οι μελωδίες του ταιριάζουν σχεδόν πάντα με το νόημά τους, συναισθηματικό ή και ιστορικό. Κλαίνε ή γελούνε, και τα δύο ανάλογα με τη στιγμή, ενώ άλλοτε σέρνονται σε μακρόσυρτους παραπονιάρικους στόνους.
Αλλά εκείνα που μας δίνουν πλούσια στοιχεία για μια ανάγλυφη εικόνα του συναισθηματικού κόσμου των Ποντίων, αυστηρή και σμιλευμένη σαν αρχαίο καλλιτέχνημα, είναι τα δίστιχα της αγάπης.
Οι ίδιες εικόνες ξετυλίγονται κι εδώ, μέσα στα λυρικά τούτα δίστιχα: πίκρες, καημοί, καρδιοχτύπια, παρακλήσεις σμίγουν σε φλογερές συγχορδίες μελωδίας και λόγου. Οι στίχοι της αγάπης διηγούνται με παραστατική διάθεση όλα τα μυστικά θέλγητρα της ψυχής κι αποκαλύπτουν τις κρυμμένες φωνές της φύσης και της ζωής, τους ψίθυρους των δασών και τους τρόμους των ψυχικών καταιγίδων. Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το ποντιακό τραγούδι, που πιο πολύ από κάθε άλλο έσμιξε τις ψυχές των Ελλήνων του Πόντου, τους συναδέλφωσε στα λαϊκά πανηγύρια, στις γιορτές και στα πένθη κι αποτέλεσε τη χρυσή ασπίδα που τους προφύλαξε από τις ξένες επιδράσεις και τον κίνδυνο της αφομοίωσης.
Οι ποντιακοί χοροί
Οι ποντιακοί χοροί, τα τραγούδια και τα λαϊκά όργανα ήτανε και είναι, ακόμα και σήμερα, τρία από τα πιο βασικά γνωρίσματα της ποντιακής κοινωνικής ζωής, τρείς συνδετικοί κρίκοι θα λέγαμε του ποντιακού λαού, που μέσα στον πλατύ τους χώρο απλώνεται όλος εκείνος ο πλούσιος συναισθηματικός κόσμος που σύνθετε και οργάνωνε εκεί κάτω τον τόσο ελληνικό, τον τόσο χαρακτηριστικό ρυθμό της ποντιακής ζωής. Όσοι γνώρισαν τους χορούς τόσο στ' ακρογιάλια του Πόντου ή στις πολιτείες και στα χωριά της ενδοχώρας όσο κι εδώ στα νέα ποντιοχώρια, στις γιορτές και στα πανηγύρια, εντυπωσιάστηκαν βαθιά από την ιδιότυπη αρενωπή χάρη τους, τους γοργούς και πλούσιους και ρωμαλέους ρυθμούς τους, όπως χορεύονταν και χορεύονται στους γάμους, έξω από τις γραφικές εκκλησούλες του βουνού ή κάτω χαμηλά, στ' αλώνια, σε γλέντια και χαρές. Χοροί των Ελλήνων του Πόντου
Οι ποικίλοι ποντιακοί χοροί — κυκλικοί οι περισσότεροι, με συνοδεία λαϊκών οργάνων και τραγουδιών — καθρεφτίζουν, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο, λογής-λογής συναισθήματα και ψυχικές καταστάσεις. Χορεύονται κυκλικά, όπως και στην αρχαιότητα, από μικρό ή μεγάλο αριθμό χορευτών, που κρατιούνται απαραίτητα από τα χέρια. Τον κύριο ρόλο βέβαια το διαδραματίζει ο οργανοπαίκτης. Αυτός κυρίως τον διευθύνει. Με τις ανάλογες κινήσεις, την παλλόμενη διάθεση και το τραγούδι του ξέρει πότε θα τον αρχίσει, πότε θα τον γυρίσει και πότε θα πρέπει να τον σταματήσει. Δεν πρέπει να αισθανθούν κόπωση οι χορευτές. Γι' αυτό συνήθως αρχίζει με ένα γοργό χορό (χοροντικόν), για να μεταπέσει ύστερα στους ήρεμους (ομάλ' μονόν, ομάλ' διπλόν ή ομάλ' της Κερασούντας).
Ένας άλλος χορός των Ποντίων είναι το Κότσαρι. Χορός γοργός, γεμάτος άκρατο διονυσιασμό. Σ' αυτό το χορό των Ποντίων του Καυκάσου ένα συναίσθημα κυριαρχεί: η ασυγκράτητη δύναμη της ζωής. Νέους και νέες — οιστρηλατημένους — τους βλέπεις σα να χάνονται μέσα στις αλληπάλληλες κινήσεις του κορμιού. Τα πόδια τους φτερώνουν, οι ψυχές σκιρτούν, οι «κουκούλες» και οι «τσάμες» ανεμίζουν. Σαν όραμα περνούν μπροστά από τα μάτια οι περήφανοι Πόντιοι του Καυκάσου, με τα στραφτερά βλέμματα και τα στητά κορμιά, μέσα σ' έναν οίστρο βακχικό, μέσα σ' ένα όργιο ασυγκράτητων ρυθμών.
Άλλος ένας χαρακτηριστικός χορός των Ποντίων του Καυκάσου είναι και η Λετσίνα. Χορός καθαρά διονυσιακός, αντίλαλος διθυραμβικού χορού. Ορχηστική εμφάνιση χωρίς ψεγάδια. Είναι σα να ζεί μέσα στους ρυθμούς και στις κινήσεις του το άυλο πνεύμα του χορού. Άλλοι γοργοί ποντιακοί χοροί είναι το Χοροντικόν Τικ, με ζωηρά και ρυθμικά αναπηδήματα, το Λαγκευτόν Τικ, με ένα ζωηρό πήδημα εμπρός, το Τρομαχτόν, με σπασμωδικές κινήσεις του σώματος και τρέμουλο των χεριών, το Χοροντικόν Διπλόν, με βήματα διπλά μπρός και πίσω, και ο ήσυχος και χωρίς αναπηδήματα Κοδεσποινιακός. Μετά τους γοργούς χορούς ο οργανοπαίκτης θα γυρίσει και πάλι στους όμαλούς, τους ήσυχους χορούς. Μετά την καταιγίδα η γαλήνη: το Όμαλ' της Τραπεζούντας. Ο χορός αυτός, μονός ή διπλός (Διπάτ'), είναι αργός, λικνιστικός, με κοδεσποινιακό ρυθμό. Σύμβολο της ώριμης ηλικίας. Σταθερά βήματα, σταθερά συναισθήματα. Θυμίζει τα ήσυχα και χαριτωμένα λυγίσματα που κάνουν τα χρυσά στάχυα κάτω από τις καλοκαιρινές πνοές του ανέμου. Άντρες και γυναίκες, ηλικιωμένοι το πλείστο, πιασμένοι χέρι χέρι, φαίνονται σα να αντικρίζουν το όνειρο μιας ζωής που κυλά σαν ήσυχο ρυάκι μέσα σ' ολάνθιστο κάμπο.
Ύστερα ακολουθεί ο χορός της Τρυγόνας. Χορός κατ' εξοχήν παρθενικός. Μέσα από τις παλμώδεις κινήσεις του αναβλύζει η ζωντανή χάρη του κορμιού και της ψυχής. Ρυθμοί, παλμοί, κινήσεις καθρεφτίζουν τα ασυγκράτητα χαρούμενα φτερουγίσματα της νιότης. Χορεύεται από νέες και λυγερές κοπέλες — τρία βήματα αριστερά και δύο δεξιά, αιώνοντας εν στάσει τα χέρια μπρός και πίσω. Άλλοι ποντιακοί χοροί είναι το Κότς, η Πιπιλομάταινα, η Σαιρανίτσα, η Μηλίτσα, τό Θύμισμαν και τό Κοτσαγγέλ' (γαμήλιοι χοροί), η Τίταρα, τό Σαρή Κούζ κ.ά. και η Μητερίτσα, πιθανώς ξενικής προελεύσεως. Όμως ο θεαματικότερος χορός των Ποντίων είναι ο Σέρα χορός. Μακρινός αντίλαλος της «πυρρίχης», του ενόπλιου χορού της αρχαιότητας. Λέγεται πως το όνομά του το πήρε από το μεταξύ της Τραπεζούντας και των Πλατάνων ποταμό Σέρα, γιατί οι κάτοικοι της περιοχής εκείνης φημίζονταν ως άριστοι χορευτές του είδους. Χορεύεται κυκλικά κι όσοι παίρνουν μέρος σε τούτο το χορό φορούν «ζίπκες» και φέρουν όλο τον οπλισμό τους. Θεωρείται πολεμικός χορός. Και πράγματι, όλος ο γοργός ρυθμός της μάχης κι η πολεμική ορμή καθρεφτίζονται με καταπληκτικό παλμό μέσα στις γρήγορες φιγούρες, τις αναπάλσεις των μυών, τα αλληπάλληλα αναπηδήματα, τα αντιφεγγίσματα των ματιών και των όπλων, τις φλογισμένες ανάσες. Το μάτι μόλις μπορεί να συλλάβει τους άδεναους παλμούς του κορμιού. Οι ζίπκες με τις ατέλειωτες δίπλες τους τρέμουν κάτω από τους μυϊκούς παλμούς κι οι χρυσοκέντητες μαύρες κουκούλες ανεμίζουν στον αέρα τις φτερωτές ελπίδες της νίκης.
Τα ποντιακά όργανα
Αν και είναι γνωστά σε όλους τα ποντιακά όργανα και πολλοί από τους εκτελεστές τους, που κάτω από το δοξάρι τους γεμίζουν οι χορδές τους με αλάλητη νοσταλγία την ποντιακή ψυχή, ωστόσο η βαθύτερη ουσία τους δεν είναι οικεία σε όλους μας. Θα χρειαζόταν για γι' αυτό να προσδιοριστεί πλατύτερα και αξιότερα η σημασία τους. Και των οργάνων δηλαδή και του ρόλου των εκτελεστών, που με αληθινό πάθος τ' αγάπησαν και που μέσα τους κρύβουν πάντα την πεμπτουσία των συναισθημάτων τους, με τη διπλή γλώσσα, του λόγου και της μελωδίας, όπως οι αρχαίοι ραψωδοί.
Ο θρόνος ο βασιλικός ταιριάζει αναμφίβολα στην τρίχορδη τη λύρα, στον κεμεντζέ. Πάνω στις χορδές της είναι θα έλεγες ακουμπισμένη ολάκαιρη η ψυχή του Πόντου, που περιμένει πάντα το μαγικό χέρι του τεχνίτη να ξυπνήσει τους κρυφούς καημούς και τα βαθιά πάθη της με το δοξάρι του. Έτσι, δε θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι δίχως τη λύρα του ο Πόντιος θα ήτανε ένας άνθρωπος χωρίς φωνή.
Η φωνή του Πόντου, μέσα από τις χορδές της λύρας, σε βαθιές, πλούσιες, πολυκύμαντες συγχορδίες, σκορπάει γύρω τις μυστικές ευωδιές μιας παλλόμενης ζωής, ξυπνά τους πιο βαθιούς θρύλους της ψυχής, φέρνει μυρωμένες αναμνήσεις από δάση και «ορμάνια», από χωριά και πολιτείες, από κλαγγές όπλων και ιαχές πολεμιστών, από κρυφοκελαδήματα μιας ζωής μεστής με αισθήματα και πόθους.
Στενάζει κι αναταράζεται, συνταιριάζοντας τη γαλήνη, μαζί με την αντάρα, τη ζωή και το όνειρο, τη θλίψη, τη χαρά — τρικυμίσματα από ανείπωτες λαχτάρες νεανικών καρδιών, νοσταλγικούς θρήνους χαμένων καιρών και τόπων. Είναι στ' αλήθεια μια πραγματικήρήγισσα, μια κελαδήστρα βρύση στα χέρια του παιδιού, του έφηβου, του άντρα ή του γέρου.
Αλλά κι ο ρόλος του λυράρη, όπως είπαμε, είναι πολυσύνθετος. Δεν αρκεί μόνο να παίζει με τέχνη, με χάρη και ικανότητα τη λύρα του, δεν αρκεί ακόμα να φτιάχνει στίχους δικούς του ή να τραγουδάει τους παλιούς, πρέπει και να διευθύνει συγχρόνως το χορό με τις κινήσεις του, με την παλλόμενη διάθεσή του και με την αντίληψή του. Πρέπει να ξέρει πότε θ' αρχίσει τό χορό, πότε θα τον γυρίσει, πότε θα συνταιριάσει με τις απαιτήσεις του γλεντιού — στους γάμους και στα πανηγύρια — και πότε θα τον σταματήσει. Είναι με λίγα λόγια ένας πραγματικός εμψυχωμένος αρχηγός στα συμπόσια, που με την τέχνη και την αντίληψή του θα δώσει το γενικό τόνο στη συγκέντρωση και θα δημιουργήσει την ατμόσφαιρα που η περίσταση αποζητάει κάθε τόσο.
Δύο άλλα όργανα ποντιακά είναι το «ταούλ» και η «ζουρνά». Δύο όργανα σε μιά ψυχή, που δεν αποχωρίζονται ποτέ. Είναι η μελωδία και ο ρυθμός δεμένα σ' ένα αιώνιο συνοικέσιο. Δεν είναι όμως όργανα κατάλληλα για όλους. Έχουν δικές τους ιδιότυπες απαιτήσεις. Η ζουρνά θέλει άντρα με πλεμόνια δυνατά, δάχτυλα επιδέξια, αληθινού τεχνίτη. Και το τασούλ' όμως θέλει αυτί δυνατό, που να μπορεί να παρακολουθεί το παίξιμο του «ζουρνατσή».
Δεν έχουν βέβαια την πλούσια μελωδικότητα της λύρας, ούτε είναι τόσο γλυκές οι νότες που ξεχύνουν. Έχουν όμως ξεχωριστή αξιοσύνη: είναι και τα δύο όργανα του ανοικτού χώρου. Κι όταν στήνεται το πανηγύρι στην πλατεία, η λύρα τούς παραχωρεί διακριτικά τη θέση της. Κι όταν οι πρώτες νότες τους ανέβουν στον αέρα, τα κορμιά θα τιναχτούν και θα στητούν κι ο Διόνυσος θα σαλπίσει προσκλητήριο, καλώντας όλες τις αισθήσεις των πανηγυριστών στην όρχηση.
Αλλά και ό ασκός, το τουλούμ' όπως το λένε οι Πόντιοι, είναι από τα πιο συνηθισμένα όργανα. Όσοι όμως λατρεύουν τις γλυκές νότες ας μή ζητήσουν τη γνωριμία του. Το τουλούμ' δε γεννήθηκε για να εκφράσει γλυκούς ψίθυρους, ούτε φιλοδοξεί να ερμηνεύσει τα δειλά και τρυφερά αισθήματα και τους κρυφούς καημούς.
Άγριος και οξύς σαν το ασίγαστο πάθος είναι ο ήχος του. Μορφές τραγουδιών πάνω σε βράχους λαξεμένες, κομμένες σε χοντρές γραμμές. Δεν έχει φυσικά την άφθαστη ποικιλία των ήχων της λύρας. Είναι όμως το ανθρώπινο νεύρο τεντωμένο ως το σπάσιμο.
Το τουλούμ' θα λέγαμε εκφράζει πιστότερα απ' όλα τ' άλλα ποντιακά όργανα και την πολεμική μοίρα των Ποντίων, το αγωνιστικό τους πνεύμα και την άλκιμη ψυχή τους και δίνει τονισμένη πιο ισχυρά, πιο αδρά τη ρωμαλέα διάθεσή τους. Αλλά και τις άλλες, τις γαλήνιες εκδηλώσεις της ζωής, τις δίνει κι αυτές σ' ένα σκοπό παράφορο, μέσα από στίχους το ίδιο σκληρούς, μ' έναν «τουλουμτζή γοργοπόδαρο», με αετίσιο μάτι, που με τις κατάλληλες κινήσεις του φτερώνει πόδια και ψυχές.
Ακόμα δεν πρέπει να ξεχάσουμε και το «καβάλ'», που οι μελωδικοί ήχοι του όταν σκορπίζουν στον αέρα, χαϊδεύουν τα σύδεντρα και τα λαγκάδια, σκίζουν τα φυλλώματα, αντιλαλούν στα βουνοπλάγια, αλλά δονούν και τις καρδιές των πανηγυριστών. Αλλά κι ο «κεμανές» — ένα είδος βιολιού — και το «ούτ'» — ένα είδος λαούτου — είναι δύο όργανα κι αυτά σε μιά ψυχή, όργανα του γάμου και του πανηγυριού.
Αλησμόνητη ποντιακή πατρίδα!... Τέτοιες νοσταλγικές μέρες ο νούς και η ψυχή γυρίζουν και περιφέρονται πάνω από τις χαμένες πολιτείες σου, γυροφέρνουν τις πληγωμένες από το χρόνο επάλξεις των καστρότειχων που τις δέρνει η άλαλη ερημιά, τριγυρίζουν πάνω από τους σκυθρωπούς τρούλους των άσταυρων πιά εκκλησιών και των βουβών καμπαναριών σου και χάνονται μέσα στα καλντερίμια των ερειπωμένων χωριών σου. Η φωνή της νοσταλγίας!... Μιάς νοσταλγίας που δεν είναι σήμερα ένα άρρωστημένο θρηνολόγημα «επί τον ποταμόν Βαβυλώνος» που θρηνολογεί την αδικοχαμένη πατρίδα, αλλά μιάς νοσταλγίας που είναι ολοζώντανη πηγή ζωής, ένα καινούργιο κάλεσμα για νέες δημιουργίες, ζωτικό κίνητρο κάθε ποντιακής εκδήλωσης που έχει μετατοπιστεί σε νέες εστίες, ζωντανός σπόρος που διαρκώς νέα φυτρώματα ονειρεύεται και καινούργια ανθίσματα. Το λέει και το τραγούδι: Μή κλαίς-μή κλαίς 'Αγιάννε μου και μή δερνοκοπάσαι, η Ρωμανία πέρασεν, η Ρωμανία επάρθεν. η Ρωμανία άν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.
Μιχάλης Κουταλακίδης
Τα ποντιακά τραγούδια, οι χοροί και τα ποντιακά όργανα, του κ. Μιχάλη Κουταλακίδη
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com