Έθιμα του γάμου στον Πόντο (Περιφέρεια Νικοπόλεως) του κ. Θωμά Ηλ. Σπαθόπουλου (γ΄μέρος)

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Λαογραφία

Νέοι ζιπκαλήδες Γαρεσαρώτες, Αναστάσιος Ερμίδης, Θεοδωράκης, Πορφύρης και Π. ΣωτηρόπουλοςΈθιμα του γάμου στον Πόντο (Περιφέρεια Νικοπόλεως) του κ. Θωμά Ηλ. Σπαθόπουλου

Πώς εγίνετο η επιστροφή 'στό σπίτι «Τα μαντήλια»
Προπορεύοντο έμπροσθεν των εφίππων νεονύμφων νέοι, άνδρες και γυναίκες έχοντες ανά χείρας μεγάλα μαντήλια, έπιανε ο καθείς χωριστά αυτό από τας δύο διαγωνίους άκρας και υψώνοντας τας χείρας με το μανδύλι υπέρ τας κεφαλάς εχόρευον πορευόμενοι «τα μανδύλια». «χοροτυπέοντες» ήτοι χορεύοντας και κτυπόντας την γην με τους πόδας των και κλίνοντας πότε μέν δεξιά και πότε αριστερά έμπροσθεν των εφίππων νεονύμφων. Ο δε γαμπρός από καιρού είς καιρόν εξεσφενδόνιζεν μήλα είς τον γαμόστολον—πού τα είχε μέσα 'στό ζωνάρι του—και έλεγε—το ωραιότερο θα βαστάς για το έθιμον. Ιδού δε το έθιμον: Οι νεόνυμφοι την πρώτη νύκτα, προτού να γνωρισθώσιν έτρωγον ή μάλλον εδάγκανον, από κοινού μήλον ως αρραβώνα τρόπον τινά, δεσμού αγάπης και ομονοίας, λέγοντας το εξής δίστιχο:
«'Απολλώ σε χαιρετίσματα μέ μήλον δαγκαμένον
κι' απές σά δαγκάματα σ' έχω φιλί κρυμμένο».
Το έθιμον τούτο κατά τα τελευταία έτη ητόνισεν.
Είς την διαδρομήν, εντός του χωρίου, συγγενείς και φίλοι έβγαζαν τραπέζι στολισμένον, με τσ̌ορέκια, πορέκι, φούστρο και άλλα ειδών γλυκίσματα ως και ρακί και οι τρώγοντες και οι πίνοντες έδιδον ευχάς και ευλογίας. Είς τον δρόμον, που έφερεν είς το σπίτι του γαμπρού, μία ομάδα νέων ή και ανδρών έδενον σχοινί και εμπόδιζον την διάβαση του γαμοστόλου ζητούντες δώρα ή ρακί να πίνουν. Καμμιά φορά εύρισκον και κανένα παλαιστήν και τότε εζήτουν και από τον κουμπάρον ή από τον γαμπρόν παλαιστήν για να παλαίψουν ή να πληρώσουν ωρισμένον χρηματικόν ποσόν. Αφού ετελείωνε και αυτή η φασαρία η οποία πολλάκις ήταν αρκετά επίμονος και οχληρά, η πομπή έφθανεν 'στό σπίτι του γαμπρού, όπου επάνω 'στήν πόρταν αναμένει η πενθερά φέρουσα είς την κεφαλήν λευκόν κεκρύφαλον (τσ̌εμπέρι). Η νύφη προσκυνά φιλεί το κράσπεδον του καβαδιού(τεντερίς) της πενθεράς και ακολούθως το χέρι της. Η πενθερά την ανεγείρει και την φιλεί 'στό μέτωπον παραδίδουσα είς την νύφη συμβολικώς τα κλειδιά του σπιτιού, ή έσπανε επάνω 'στό κεφάλι τις ένα κουλουράκι, από γνήσιο σιτάρι, το λεγόμενο «Νυφοκούλουρο». Η νύφη προσέχει να εισέλθη με το δεξί πόδι 'στό νέον σπίτι.
Είς το κατώφλι υπάρχουν τοποθετημένα ξύλα, τα οποία υπερπηδά η νύφη, ως συμβολισμόν της υπερπηδήσεως των εμποδίων και δυσχερειών του νέου βίου.
Το συμπεθερόπαρμαν: Περί ώραν 6ην μ. μ. επήγαιναν και έπαιρναν τους οικείους της νύφης, που δεν είχαν ακολουθήσει τον γαμόστολον στό σπίτι του γαμπρού, όπου πλέον άρχιζεν το φαγοπότι και οι χοροί. Είς τον χορόν έμβαιναν και οι νεόνυμφοι. Κατόπιν έγινετο μιά ανάπαυλα, είς το διάστημα τούτο έβγαινεν η νύφη και κερνούσε, συγχρόνως δέ, εδέχετο τας ευχάς όλων των συγγενών του γαμπρού. Έτσι λοιπόν άναβε το γλέντι που συνεχιζόταν ως τα μεσάνυχτα με τραγούδια και χορούς. Εθιμοτυπία του γάμου στον Πόντο

Το θύμισμαν της νύφης και του γαμπρού
Μετά το γλέντι, πριν να διαλυθούν οι καλεσμένοι, έκαμναν ένα κυκλικό χορό, που το αποτελούσαν μόνον οι παντρεμένοι κι' αι παντρεμένες, απαραιτήτως δέ, έπρεπε να ήταν ο γαμπρός με την νύφην, προσέτι δε ο κουμπάρος ως και η παρανύμφισα. Όλοι κρατούσαν αναμμένα κεριά και 'στή μέση του κύκλου-χορού ένα σεβάσμιον πρόσωπον έχον ανά χείρας το κατσίκιον (είδος θυμιαντηρίου-καντζίον) εθυμίαζεν. Αυτόν τον χορόν τον έλεγαμεν «Θύμασμαν των νεονύμφων».
Χόρευαν έτσι με απλό σχεδόν βήμα, τραγουδόντας διάφορα τραγούδια, χωρίς μουσικήν.
«Έναν κορτσόπον έμορφον έδεκε μεν καρύδα̤ επαρακάλ’νεν κι' έλεγεν έπαρ’ μεν δαχτυλίδα̤»
«Τ' άλλα τ’ αρνόπα βόσκουνταν και τ’ άλλα μαρουκούνταν και για τ’ εσέν αγάπη μ' παλληκάρια σκοτούνταν»
Ο χορός αυτός έπρεπε να διαρκέση τό πολύ πολύ, δεκαπέντε λεπτά της ώρας. Κατόπιν ο λυράρης εγονάτιζεν εμπρός σ' έναν χορευτήν, ούτος κατά το έθιμον ήταν υποχρεωμένος να τον φιλοδωρήση με χρήματα. Αυτό το έλεγαν «γαρσιλάεμαν»  Θύμισμαν. Εφτά ζευγάρα̤ και το τ̆έκ. Σταυρίν Πόντου. Κώστας Σιαμίδης Δέσποινα Καμπερίδου

Τα Τζεχέζε (ή προίκα)
Η συνήθης προίκα έγκειτο είς τα εξής είδη: Η νύμφη έπρεπε να έχη δύο έως τρείς αλλαξιές ρούχα διά τον εαυτόν της και ένα ή και δύο αλλαξιές ασπρόρουχα διά τον γαμπρόν, και από ένα ζευγάρι ορτάρα̤ δι' όλους τους οικείους του γαμπρού ως και τους πλησιεστέρους συγγενείς του. Επίσης στρώμα μεθ' όλων των εξαρτημάτων του ως και ένα κιβώτιον, (σαντούκ), εντός του οποίου εφυλάττετο η προίκα της. Ο δε γαμπρός ήταν υποχρεωμένος να αγοράση το νυμφικόν φόρεμα της νύφης, που ήταν ένα μετάξινον ύφασμα πού ελέγετο γουτνίν ή κεζίν, το κοντογούνι κοινώς το λεγόμενον τζοχά, έναν ζουνάρι, έναν λετζέκιν ως και ένα ζεύγος υποδήματα, (κόκκινα ποστάλε,) ως επί το πλείστον 'στά παλαιά χρόνια. Επίσης έκανεν έναν γουτνίν 'στήν πενθεράν του, είς δε τον πενθερόν πολλάκις έδιδεν μίαν χρυσήν λίραν ως δικαίωμα γονέων. Όλα αυτά ελέγοντο «Γαμόλι͜α δώρα».

Παρθενία
Επί του στρώματος των νεονύμφων ετίθετο διπλωμένον λευκόν καινουργές σινδόνι, επί του οποίου θα εφαίνοντον τα σημεία αν ήταν παρθένος ή όχι. Την επαύριον, με πυροβολισμούς - αναγγέλλεται ότι τα «Νισάνι͜α» της νύφης ήσαν άψογα. Παρθενικά.

Ελληνίδες Νικοπολίτισσες κόρες με τις επιχώριες τοπικές παραδοσιακές τους ενδυμασίες περί το 1900Το πλύσιμον τη ποδαρεί
Μετά μίαν εβδομάδα η νύφη συνοδευομένη από δύο γυναίκες, από την παρανύμφισαν και από μίαν άλλην, κυρίως έπρεπε να ήτο συγγενείς του γαμπρού διά να ξεύρη τα κατατόπια, είς ποιά σπίτια να πάνε. Έπαιρναν την λεκάνην και τον υδροχόον, κοινώς το ιπρίκ, με χλιαρόν νερό γεμάτο και επήγαιναν 'στά συγγενικά σπίτια του γαμπρού και έπλυνε τα πόδια των μειζοτέρων ήτοι των ηλικιωμένων και τους προσέφεν από ένα ζευγάρι καλά ορτάρι͜α, εκείνοι δε της χάριζαν διάφορα δώρα ή και χρήματα. Εννοείται ότι του πεθερού, της πεθεράς και των μεγαλύτερων γυναικαδέλφων της έπλυνε κάθε Σαββατόβραδο.

Τη χερί τό φίλεμαν
Την πρώτη Κυριακήν μετά τον γάμον, ο νεόνυμφος μαζί με τον κουμπάρον ήταν καλεσμένοι είς τα πατρικά της νύμφης. Κατά καθήκον ιερόν, έπρεπε ο γαμπρός να επισκεφθή τους γονείς της νύμφης με διαφόρων ειδών δώρα.
«Έδηβεν ο γαμπρόν σή χ̌έρι τό φίλεμαν».
Το βράδυ εστρώνετο τραπέζι εις το οποίον εκάθηντο οι πλησιέστεροι συγγενείς της νύμφης όπου εν πρώτοις κερνούσε ο κουμπάρος και έπειτα ο γαμπρός που κερνώντας έπρεπε κατά το έθιμον να ρίχνει μέσα 'στά ποτήρια του καθ' ενός ή της κάθε μιας χρήματα αναλόγως της οικονομικής καταστάσεώς του.
Οίτινες και αίτινες τους ηύχοντο: «Ο Θεός να χαρίει σας τ' έναν τ' άλλο…» κ.τ.λ.

Τα νυφαδικά (Μάσ̌)
Η κόρη ευθύς μετά τον αρραβώνα έπρεπε να κρατή μάσ̌ στόν πενθερόν, την πενθεράν και εν γένει τους ενηλίκους συγγενείς του γαμπρού. Τα νυφαδικά αυτά εσυνεχίζοντο επί ένα, δύο ή περισσότερα έτη υπό της νύφης, μάλιστα δε προς τον πεθερόν σχεδόν ισοβίως. Πολλάκις, το μάσ̌ προκαλούσε και αστεϊσμούς μεταξύ των χωρικών, όταν μάλιστα οι άνδρες του ενός χωρίου πείραζαν τους άνδρας του άλλου χωρίου. Στην περιφέρειαν Νικοπόλεως δεν σπέρνουν καλαμπόκι, ως επί το πλείστον, παρά μόνον εις μερικά χωρία που είχαν ποτιστικά (π. χ. 'Στήν Λίτσασα, στο Κάτω—Καταχώρι, στην Μπάλτσαναν, εις την Τρουψή και εις την Κόρατσα). Στην νύφην έτρεφαν μίαν ιδιατέραν θερμήν αγάπην και συμπάθειαν όλοι οι οικείοι. Δι' αυτό, εάν ο γάμος έγινετο—πολύ σπανίως τούτο—μετά το 'Αγιον Πάσχα, εκείνο το καλοκαίρι δεν την έστελλον εις αγροτικάς εργασίας, έμεινεν αύτη με τα πεθερικά της εις το σπίτι ετοιμάζουσα τα φαγητά διά τους εργαζομένους στους αγρούς. Μια τοιαύτη νύφη ετοίμασε τα φαγητά και περί τας μεσημβρινάς ώρας τα έπηγεν 'στούς εργαζομένους, που ετσάπιζαν καλαμπόκι. Όταν εγύρισεν η νύφη από το χωράφι ο πενθερός της την ερωτά: «Νύφε, είναι καλά τα κεχρία; εμεγάλωσαν επεϊτσέ;».
Η νύφη, επειδή εκράτνεν νυφαδικά̤, επλατάγησεν την γλώσσαν της και έκαμε, τσ̌ούκ, τσ̌ούκ, ούτως ώστε, να προσελκύση δηλαδή την προσοχήν του, και έδειξε με το χέρι της πόσον είχον υψωθή τα καλαμπόκια. Ο πεθερός πάλιν την ερωτά: «Νύφε, πογόλα̤ έγκαν;» (πογόλα̤ είναι ο καρπός των καλαμποκιών.) Η νύφη πάλιν επλατάγησε την γλώσσαν και έκαμε το σύνηθες, τσούκ, τσούκ, και εν μιά έσφιξε την πυγμήν της δεξιάς χειρός και ετίναξε την χείρα επάνω, εκτύπησε και με την αριστεράν μέσα εις την κλείδωσι του δεξιού αγκώνος, όπου εσχημάτιζε ορθήν γωνίαν το υπόλοιπον της χειρός με την σφυγμένην πυγμήν τεντωμένον, διά να δείξη έτσι 'στόν πεθερόν πόσο μεγάλα ήσαν τα κοτόσα̤. Τούτο βέβαια προφορικώς λεγόμενον και διά των χειρών εποπτικώς εκτελούμενον προκάλει τα γέλια και την θυμηδίαν.
Μιά άλλη πάλιν νύφη, εκεί που εστέκετο ένα βράδυ και έποινεν χιζμέτιν, την είπεν η πεθερά της να πηγαίνη έξω 'στήν στούγαν, (χαγέτ) και να ίδη εις τον φούρνον, αν τα ψωμία έπηραν χράν, (χροϊάν, χρώμα,) ήτοι αν εκοκκίνησαν και εφούσκωσαν. Η νύφη έπηγε και εγύρισεν, έκαμε το απαραίτητον τσούκ, τσούκ, διά να την προσέχουν και διά μέν το κοκκίνισμα έδειξε τα μάγουλά της, διά δε τό φούσκωμαν εις την αρχήν έκαμε να δείξη τα στήθιά της, αλλ' επειδή ήσαν ακόμη πολύ μικρά, ενώ τα ψωμία είχον φουσκώσει καλά, αμέσως γυρίζει πλάγι και κτυπά τους γλουτούς της, διά να δείξη πως εφούσκωσαν τόσον καλά. Ταύτα και τα τοιαύτα έλεγον και επείραζον οι άνδρες του ενός χωρίου, τους άνδρας άλλου χωρίου—ο Κορατσενόν τον Στρεφενόν. Και έτσι ξεσπούσαν οι ακούοντες εις ακράτητα γέλια.
Ας σημειωθή ότι, κατά τα τελευταία χρόνια εξέλειπε όλως διόλου το Μάσ̌. Το μάσ - Ήθη και έθιμα Αργυρουπόλεως Χαλδίας Πόντου, Π. Σαλαπασίδη Υψηλάντη
Θεσσαλονίκη 1958 – Θωμάς Ηλ. Σπαθόπουλος

Έθιμα του γάμου στον Πόντο (Περιφέρεια Νικοπόλεως) του κ. Θωμά Ηλ. Σπαθόπουλου - Πηγή: Ποντιακή Εστία 1958

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print