Αποκριά – Σαρακοστή – Πάσχα, ήθη και έθιμα των Ποντίων, του κ. Ιωάννη Αβραμάντη
Αποκριά – Σαρακοστή – Πάσχα, ήθη και έθιμα των Ποντίων, του κ. Ιωάννη Αβραμάντη
Η αποκριά στο χωριό μου, την Τσίτη της επαρχίας Χαλδίας, και γενικά σε όλα τουλάχιστον τα χωριά της περιοχής, δεν είχε το χρώμα της τωρινής αποκριάς. Της έλειπαν εκείνης δύο κύρια χαρακτηριστικά: το Καρναβάλι και ο εορτασμός της Καθαράς Δευτέρας.
Την έλλειψη του καρναβαλιού αναπλήρωναν κατά ένα τρόπο από την Πρωτοχρονιά μέχρι των Φώτων τα «Μωμοέρια», που κι αυτά δεν είχαν γενικό χαρακτήρα, όπως ξέρουμε. Και ο εορτασμός της Καθαράς Δευτέρας ήταν τελείως άγνωστος. Μεγάλη Σαρακοστή και Πάσχα - Λαογραφικά των Ελλήνων του Πόντου
Την εβδομάδα της Τυρινής η αποχή από το κρέας ήταν καθολική, σύμφωνα με τους εκκλησιαστικούς κανόνες. Τα γαλακτερά, τα ζυμαρικά και τα αυγά αποτελούσαν το εδεσματολόγιο της εβδομάδας για την «εμπονέσ̌τα̤ν»: «Ξύγαλαν, ρυζόγαλαν, μακαρίνα, εβρισ̌τά̤, σειρόν, πιλάφ' πληγουρένον ή πριντσένον, λαλάγκας, λαβάσ̌α̤ (κατμέρα̤) με βούτυρο, χαλβά, φουστούρτα» και τα παρόμοια.
Την Κυριακή το βράδυ την «τέντωναν» κάπως περισσότερο. Και για τα τυχόν «απομεινάρια» σηκώνονταν με τα «πετεινολάλα̤», τα αποτελείωναν και «εμπονεσ̌τείαζαν».
Έτσι από την επομένη αμέσως ημέρα, την Καθαρά Δευτέρα, άρχιζε η νηστεία, το «νέστεμαν». Και για να είναι απόλυτη, η πρώτη πρώτα φροντίδα κάθε οικογένειας ήταν το καθάρισμα όλων των μαγειρικών σκευών από το τελευταίο ποτήρι ή κουτάλι, ως τις κατσαρόλες και τις στάμνες. Ξύσιμο, τρίψιμο, «σαχτάρωμα», βράσιμο και με την ευκαιρία αυτή κατάλληλο συγύρισμα, «αποσ̌κεαυάρισμαν» του σπιτιού.
Την ίδια ημέρα εγκαθίστατο στο υπερώο κάθε σπιτιού βλοσυρός και αδυσώπητος, ο μπαμπούλας των ανυπότακτων παιδιών, εκείνων, που θα ήθελαν να καταστρατηγήσουν τους κανόνες της νηστείας, ο «Κουκουράς!».
Οι μεγάλοι είχαν συνειδητοποιήσει τη νηστεία και την τηρούσαν χωρίς καμία παρέκκλιση. Μερικές μάλιστα γυναίκες υποβάλλονταν και στο «Θοδώρισμαν». Αλλά αν παραβάλει κανείς το εδεσματολόγιο εκείνης της Σαρακοστής με της σημερινής, δεν θα δυσκολευτεί καθόλου να ονομάσει καθολικό «Θοδώρισμα» ολόκληρη την περίοδο των επτά εβδομάδων (1).
Αλλά ας το κατονομάσουμε σε γενικές γραμμές: «Νερόβραστες πατάτες, λάχανα μυλα̤σ̌τά, φασουλοσ̌ίρ ή φακοσ̌ίρ με ξερά δαμάσκηνα, χορταρικά του αγρού (χάπσ̌α), σαλάτα από αποξηραμένα λάπατα (αβλούκα̤), ξινά (στύπα) από λάχανο, και σαν πολυτέλεια, κάποτε, τσάι γνήσιο (του βουνού ήταν άγνωστο) ελιές, καρύδια και κομπόστα (χοσ̌άφ’) από αποξηραμένα απίδια, αχλάδια, μήλα και δαμάσκηνα. Το μόνο άρτυμα, και αυτό όχι μπόλικο, ήταν το λάδι μετά τους Χαιρετισμούς τα Σάββατα και τις Κυριακές.
Δεν ξέρω, τι θα μπορούσε να προσθέσει στο ανωτέρω εδεσματολόγιο ή να αφαιρέσει από αυτό η σύγχρονη επιστημονική διαιτολογία για την πλήρη αποτοξίνωση του οργανισμού, παράλληλα με την οποία βάδιζε και το άλλο σκέλος της Σαρακοστής: οι προσευχές για την ψυχική κάθαρση. Ιδιαίτερο γνώρισμα των προσευχών αυτών αποτελούσαν οι πολλές γονυκλισίες (γονατοκλισίας), τόσο κατά την ώρα προ του ύπνου, όσο και στους εσπερινούς, όταν οι ψάλτες και ο παπάς έψαλλαν την επίκληση: «Κύριε των δυνάμεων μεθ' ημών γενού· άλλον γαρ εκτός Σου βοηθόν εν θλίψεσιν ουκ έχομεν...»
«Τύποι λατρείας ξηροί!» θα έλεγε κανείς σήμερα. Ωστόσο ο κόσμος τότε ήταν χριστιανικότερος παρά το γεγονός, ότι το «Θείον Κήρυγμα», που σήμερα ακούμε κάθε μέρα σχεδόν, τότε ήταν τελείως άγνωστο και πολλοί έβγαζαν αυθαίρετα συμπεράσματα παρερμηνεύοντας τα όσα άκουγαν στις εκκλησίες. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο ανέκδοτο του φίλου Παντελή Μελανοφρύδη: Σ' ένα γειτονικό χωριό ένας γέρος συνήθιζε μετά την απόλυση του Εσπερινού να λέει σαν συμβουλή εγκράτειας: «Ατώρα την Σαρακοστήν, να ξέρετε παιδιά, άλλο γαρήν κ̌' έχομε!». Παρερμήνευε ο αγαθός εκείνος χωρικός το «άλλον γαρ ουκ έχομεν» από την ανωτέρω επίκληση.
Έτσι, με νηστείες και προσευχές μπήκε η προτελευταία εβδομάδα της Σαρακοστής. Ο εξαγνισμός σώματος και ψυχής έφθασε πια στο αποκορύφωμά του. Είναι καιρός να επιστεγαστεί με την μετάνοια και την εξομολόγηση, το «ξαβούρεμαν». Αλλιώς η μετάληψη, το «κοινώνισμαν», πως ήταν δυνατό να γίνει; Και για το σκοπό αυτό έφθασε από το ταξίδι του στα γύρω χωριά ο καλόγερος από το μοναστήρι της Παναγίας Γουμερά, ο «πνευματικός».
Είναι η δεύτερη φορά. Είχε έρθει και τις τελευταίες ημέρες της νηστείας του Χριστού. Εγκαταστάθηκε πάλι μέσα στο ναό και κατά αραιά διαστήματα χτυπά την καμπάνα καλώντας τους πιστούς προς μετάνοια.
Συγκινητική είναι η σκηνή, όταν ο ένας ζητά από τον άλλο συγχώρηση: «Σχώρα με και ο Θεός να σχωρά σε». Χωρίς αυτή τη διαδικασία μπορούσε να πάει στον πνευματικό;
Τώρα είναι η εορτή «τη φτωχού τη Λαζάρ». Πολλές «κοδέσποινες» ετοιμάζουν κάτι κουλουράκια από σκέτο ζυμάρι, «κερκέλια». Την επομένη ημέρα είναι η Κυριακή των Βαΐων. Θα τα δώσουν στα παιδάκια, που θα τις επισκεφθούν λέγοντας το εξής δίστιχο: «Βάϊ, βάϊ, και τω Βαΐων εσέν κερκέλι, εμέν ωβόν-ι».
Κοντά στην εκκλησία μέσα στον κήπο τη Χατζηδαβιτάντων ήταν ένα άγριο δένδρο. Δεν ξέρω την ονομασία του. Το λέγαμε Βαΐων. Παρόμοιο δεύτερο στο χωριό δεν υπήρχε. Πιστεύω, ότι ο πολύς άλλοτε ηγούμενος της Παναγίας Γουμερά, που είχε πολλές φορές πάει στα Πατριαρχεία, το έφερε κάποια από εκεί για να χρησιμεύουν οι βέργες του ως «βάϊα». Ήταν άλλωστε το μόνο δένδρο, που σ' εκείνα τα μέρη, με υψόμετρο γύρω από τα 2.000 μέτρα, πετούσε πρώτο τα άνθη του, κάτι μεγάλα σαν δακτυλάκια χνουδωτά, σε χρώμα σταχτύ. Η εντύπωση, που μου έμεινε βαθειά ριζωμένη στην παιδική μου ψυχή για το περίεργο αυτό δένδρο, σαν αποκλειστικό δένδρο των Βαΐων, δεν μου επέτρεψε στα κατοπινά χρόνια να πιστέψω, πως είναι δυνατό και άλλου δένδρου, σαν της δάφνης π.χ., τα κλαδάκια και οι βέργες να κάνουν για βάϊα!
Τη Μεγάλη Εβδομάδα η παρακολούθηση των Παθών είναι καθολική. Δεν λείπουν ούτε οι λίγοι—τέσσερις, πέντε οικογένειες—Κλωστοί (Κρυφοχριστιανοί). Τα Πάθη και η Ανάσταση γίνονται τη νύχτα. Οι Τούρκοι ζουν σε ξέχωρες ενορίες και «ο φόβος των Ιουδαίων» εκλείπει γι' αυτούς. Μέσα στις ψυχές των πιστών ξεχωριστή θέση καταλαμβάνει η Σταύρωση, και ο Επιτάφιος θρήνος. Το τροπάριο της Κασσιανής «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις...» περνά απαρατήρητο. Η Τσίτη, «ξεπεσμένη αρχόντισσα», δεν έχει πλέον τους φημισμένους μουσικοδιδασκάλους της, όπως δεν έχει και τους διάσημους αρχιμεταλλουργούς και αρχιερείς της. Ωστόσο μένει η παράδοση. Και όλα γίνονται με κάποια μεγαλοπρέπεια. Τη Μεγάλη Παρασκευή από το πρωί μαζεύονταν πολλά κορίτσια και συγύριζαν όλη την εκκλησία, τέμπλο, στασίδια, εικόνες, μανουάλια κ.λπ. Και την νύχτα πολλά παιδιά αγρυπνούσαν. Η Αποκαθήλωση γινόταν μετά τα μεσάνυχτα. Με το Συνέκδημο ή τη Σύνοψη στα χέρια ήταν έτοιμα να ψάλουν τα εγκώμια. Τα αυγά βάφονταν τη Μεγάλη Πέμπτη. Την ίδια ημέρα ο ιερέας γύριζε όλα τα σπίτια, για να «φωτίζει», με το ευχέλαιο.
Αυτή τη φορά τα «τυχερά» του δεν ήταν λεφτά, αλλά πέντε αυγά από κάθε οικογένεια. Από αυτά δεν είναι γνωστό, αν έστελνε και στη Μητρόπολη. Επιτέλους: «Αρ' έρθεν η Λαμπρή και το Χριστός Ανέστη!» Με ποια ανυπομονησία την περίμεναν όλοι! Αλλ' η Ανάσταση δεν θα γίνει στις 12 τα μεσάνυχτα, όπως γίνεται τώρα εδώ. Τέτοια ώρα, έλεγε ο κόσμος, μόνο οι Αρμένιοι, οι αιρετικοί, τρώνε αυγό. Οι καμπάνες για την Ανάσταση σημαίνουν μετά τις 3 την νύχτα. Οι γείτονες ειδοποιούν ο ένας τον άλλο και όλοι σπεύδουν στην εκκλησία, μη τυχόν και αργήσουν και δεν προλάβουν στο «Δεύτε λάβετε φως...» Από αυτό θα ανάψουν τις λαμπάδες των και με αυτό, άσβεστο, θα γυρίσουν στα σπίτια των μετά την απόλυση της εκκλησίας, όχι αμέσως μετά την Ανάσταση. Και είναι σκοτάδι ακόμη. Πόσο λαμπρή φαινόταν εκείνη η φαντασμαγορική λαμπαδηφορία και σε κάθε απόλυση από τους Νυμφίους («νυμφία»)! Τα διάφορα πυροτεχνήματα και βεγγαλικά δεν ήταν πολύ γνωστά ακόμη. Μερικοί πυροβολισμοί από κουμπούρες (πιστόφα̤) ή ρεβόλβερ εσήμαιναν το επίσημο της εορτής. Ο διάκοσμος της εκκλησίας και ο φωτισμός ήταν πλουσιότερος. Τα κρυμμένα σε κάποιο σπίτι τιμαλφή «κειμήλια», εξαπτέρυγα, χρυσό ευαγγέλιο, ασημένιο θυμιατήριο κ.λπ. αντικαθιστούσαν τα παλιά. Και στα πρόσωπα όλων είναι ζωγραφισμένη η χαρά για την Ανάσταση. Σε λίγο θα είναι στα σπίτια των, όπου τους περιμένει το πασχαλινό τραπέζι. Τη μεγαλύτερη όμως απόλαυση αποτελεί το τσούγκρισμα των αυγών. Για πολλούς το τσούγκρισμα αυτό αποτελούσε αληθινό σπορ. Ποιος θα σπάσει τα περισσότερα αυγά! Χαρά σ' εκείνο, που κατάφερνε να ‘χει γερό αυγό ή να γελάσει τον άλλο με αυγό ταϊγάνας (φραγκόκοττας)!
Η Δεύτερη Ανάσταση γινόταν στην ίδια πλατεία, όπου και ο καθεδρικός ναός, στο παρακείμενο παρεκκλήσι των Αγίων Σεργίου και Βάκχου. Οι πυροβολισμοί τη φορά αυτή γίνονταν κάπως ισχυρότεροι. Έπαιρναν το χαρακτήρα άμιλλας με τους άλλους συνοικισμούς Ξοπολάντων και Μαχαλά. Ποιοι «θα πατούν» τους άλλους! Το ίδιο συνέβαινε και τις άλλες δύο ημέρες του Πάσχα.
Οι επισκέψεις στα σπίτια γίνονταν ομαδικώς με επικεφαλής τον ιερέα πάντοτε. Ο χαιρετισμός ήταν «Χριστός Ανέστη - Αληθώς Ανέστη»(1). Και ο ασπασμός μεταξύ συγγενών και φίλων γινόταν τρεις φορές. Στους επισκέπτες προσφερόταν ρακή και ένα αυγό (2). Στον ιερέα δύο. Οι πιο καλλίφωνοι έψαλλαν διάφορα Αναστάσιμα τροπάρια, ή έλεγαν κανένα τραγούδι. Σπανίως έστηναν και χορό, γιατί επαγγελματίας λυράρης δεν υπήρχε και οι ερασιτέχνες λυριτζήδες πάντοτε δεν βρίσκονταν στο χωριό. Ωστόσο οι ομαδικές αυτές επισκέψεις αποτελούσαν μοναδική ευκαιρία για λήψη κάποιας σπουδαίας αποφάσεως για τα κοινοτικά. Θυμάμαι, σε μια τέτοια ομαδική επίσκεψη, πάρθηκε η απόφαση ανεγέρσεως διδακτηρίου μεγάλου για το σχολείο και την ίδια ημέρα καταμετρήθηκε το γήπεδο και έγινε ο πρώτος έρανος.
Πολλοί Τούρκοι ανταπέδιδαν τις επισκέψεις των Χριστιανών στο Μπαϊράμι τους, όπου τους προσφεραν χαλβά. Αυτοί τώρα εισπράττουν αυγά. Είναι άλλωστε τόσο φιλήσυχοι και ειρηνικοί, σαν να τους έλεγε το υποσυνείδητο, ότι κάποτε και αυτοί ήταν Χριστιανοί.
Την δεύτερη ημέρα οι επισκέψεις συνέχιζαν στον Κάτω Μαχαλά. Και την τρίτη στο μοναστήρι της Παναγίας Γουμερά. Εκεί συναντιόντανε με τους Αδυσσενούς. Την Κυριακή του Θωμά πήγαιναν στη Μικρή Τσίτη (Ξοπολάντων), όπου επανηγύριζε η εκκλησία της, και του Αγίου Γεωργίου στο συνοικισμό Πιβεράς, για τον ίδιο λόγο. Και την απόδοση της εορτής, την έκαναν πολλοί στην Άδυσσα, γιατί εκεί υπήρχε το μόνο στην περιφέρεια εκείνη εκκλησάκι της Αναλήψεως. Είναι να μη νοσταλγεί κανείς τους ωραίους εκείνους καιρούς με τα πλέον αγνά αισθήματα του κόσμου και τα απλά ήθη και έθιμα;
Αθήναι, Απρίλιος 1958 Ιωάννης Αβραμάντης - Αποκριά – Σαρακοστή – Πάσχα, ήθη και έθιμα των Ποντίων – Πηγή: Ποντιακή Εστία 1958
(Υποσημειώσεις)
1. Σχετικά με τις επτά εβδομάδες της Σαρακοστής λεγόταν και ένα αίνιγμα, που δεν το θυμάμαι. "Ας το θυμηθεί ο φίλος Π. Μελανοφρύδης.
2. Ο χαιρετισμός «Χριστός Ανέστη - Αληθώς Ανέστη» αντικαθιστούσε κάθε άλλο είδος χαιρετισμού μέχρι της Αναλήψεως.
3. Τα σπίτια που είχαν πένθος, δεν πρόσφεραν αυγά, αλλά «κολόθια» μόνο.
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com