Η πρωτοχρονιά και άλλα έθιμα του χωρίου Τσαπίκ του Καυκάσου του κ. Ευάγγελου Φραγκίδη (φοιτητή) 1958

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Λαογραφία

Χάρτης περιφέρειας Κάρς - Καυκάσου Η πρωτοχρονιά και άλλα έθιμα του χωρίου Τσαπίκ του Καυκάσου του κ. Ευάγγελου Φραγκίδη (φοιτητή)

Παρ' όλες τις προσπάθειές μου (*) δεν κατόρθωσα να μαζέψω υλικό αρκετό για μια αξιόλογη επιστημονική λαογραφική εργασία. Τις πληροφορίες που παραθέτω τις πήρα από τους γεροντότερους του χωριού μου Μελισσουργιό του νομού Κιλκίς, γιατί εγώ γεννήθηκα στη Μακεδονία και δε γνώρισα από κοντά τη ζωή τους στον Καύκασο.
Περιγράφω ήθη και έθιμα των Ελλήνων προσφύγων του Καυκάσου, όπως διατηρούντο μεταξύ τους, πριν έλθουν στην Ελληνική πατρίδα.
Παραμονή και ημέρα της πρώτης του έτους. Την παραμονή ετοιμάζονταν πίτες διάφορες, κουλούρια, τσουρέκια και όλα τα σχετικά. Οι πίτες είχαν σχήμα μακρουλό ή στρογγυλό. Το βράδυ έστρωναν λιτό δείπνο και κοιμόνταν πολύ νωρίς. Το τραπέζι, φορτωμένο λογής-λογής φαγητά, το τοποθετούσαν μπροστά στην εικόνα του Άη-Βασίλη. Πρώτο τους μέλημα, μετά το ξύπνημα, οι αγρότες του Τσαπίκ, είχαν να ταΐσουν τα ζώα με χόρτο εκλεκτό, για να χαρούν κι αυτά τη μεγάλη γιορτή. Άναβαν ύστερα κεριά στα κέρατα τριών ζώων (2 βοδιών και μιας αγελάδας). Το χωριό Μελισσουργείο (Μελισσουργιό - Μουστερέκ) του νομού Κιλκίς και το χωριό Τσαπίκ του Κάρς
Αυτό γινόταν για να είναι τα βόδια γερά και οι αγελάδες να φέρουν γάλα πολύ. Περί τα μεσάνυχτα έκοβαν τη βασιλόπιτα. Σε κάθε μέλος της οικογένειας αναλογούσε και από ένα τεμάχιο. Επίσης έκοβαν τεμάχια για την εικόνα, για τα χωράφια, τα ζώα, τους ξενιτεμένους τους και τους μουσαφιραίους, αν τύχαιναν. Ύστερα έστρωναν πλούσιο τραπέζι, έτρωγαν διαλεχτά φαγητά και έπιναν διάφορα ποτά. Το χοιρινό βρισκόταν στην ημερησία διάταξη. Το νόμισμα (φλουρί) ο τυχερός το τοποθετούσε στην εικόνα. Ύστερα από ένα χρόνο το έπαιρναν και αγόραζαν κεριά στην εκκλησία. Οι άντρες ύστερα άρχιζαν το χαρτοπαίγνιο. Έπαιζαν ως το πρωί. Στα ξημερώματα πήγαιναν γυναίκες και κορίτσια και πρόσφεραν στη βρύση ένα κομμάτι πίτας με επάλειψη βουτύρου. Επίσης έχυναν σιτάρι στις όχθες του ποταμού για «τη Θεού τα πουλιά». Πρωί-πρωί πήγαιναν στην εκκλησία, κρατώντας προζύμι και διάφορες σακούλες με σιτάρι, σίκαλη, καλαμπόκι, αλάτι κ.λπ. για να τα ευλογήσει ο παπάς. Τους σπόρους τους φύλαγαν για την ερχόμενη σπορά.
Όταν γύριζαν από την εκκλησία, μοίραζαν στους συγγενείς ένα οτιδήποτε δώρο: κάλτσες, μαντήλια κ.λπ. Ακολουθούσαν επισκέψεις για το καλό ποδαρικό. Οι γονείς που είχαν παιδί αρραβωνιασμένο δώριζαν στη μέλλουσα νύφη, που τους επισκεπτόταν και τους έλεγε το «χρόνια πολλά», ένα φουστάνι ή οτιδήποτε άλλο. Τα παιδιά φυσικά έψαλλαν τα κάλαντα όπως γίνεται και εδώ και τα έδιναν χρήματα, κουλούρια κ.λπ.
Ακολουθούσαν χοροί και διασκεδάσεις τόσο στην πλατεία του χωριού όσο και στα σπίτια, όπου γύριζαν παρέες-παρέες. Κάρς (Γάρς) & Καύκασος. Ιστορία - Λαογραφία - Πολιτισμός
Θρησκεία - Ήθη. Οι παραδόσεις τους οι θρησκευτικές ήταν κάτι το ξεχωριστό. Η θρησκευτική πίστη του λαού ήταν ακμαία. Στα σχολεία γινόταν συστηματική κατήχηση των ελληνοπαίδων από Έλληνες και Ρώσσους δασκάλους. Ήταν τυπικά και ακλόνητα στη συνείδηση του λαού τα μυστήρια της θείας λειτουργίας.
Έθιμα. Η μέλλουσα νύφη από τον καιρό που αρραβωνιάζεται δεν βγαίνει να τη δει ο αρραβωνιαστικός της, ως τη μέρα της στέψης. Και μετά το στεφάνωμα η νύφη δεν μιλούσε από σεβασμό στα πεθερικά της και σε σεβάσμια πρόσωπα. Συνεννοείτο με νεύματα «εκράτ'νεν το μάσ̌». Ο κουμπάρος που κρατούσε τα στέφανα, έπρεπε να βαφτίσει αυτός το πρώτο παιδί τους. Αυτό βέβαια δεν γινόταν πάντοτε· εξαιρέσεις υπήρχαν.Στις γιορτές και στα πανηγύρια δεν έλειπε ποτέ η πατροπαράδοτη λύρα. Οι φορεσιές αποτελούνταν από Ελληνικά, Τουρκικά, Ρωσσικά και Τσερκέζικα ενδύματα. Υποδήματα είχαν ένα είδος μπότας, τα «Σαπόκια» όπως τα ‘λεγαν, με τη δανεική από τους Ρώσσους λέξη. Οι άντρες φορούσαν στο κεφάλι τους κάτι δερμάτινους σκούφους τα «παπάχ» ή τα «σ̌ειρήκια». Οι γυναίκες φορούσαν «ταπλάδες», που είχαν γύρω-γύρω φλουριά.
Οικογένεια. Στην οικογένεια έχουμε τον πατριαρχικό θεσμό. Στο πατρικό σπίτι ζούσαν όλα τ' αδέρφια, μαζί με τον πατέρα τους ως το θάνατό του, οπότε χωριζόταν. Έτσι ήταν φυσικό να σχηματιστούν μεγάλες πατριαρχικές οικογένειες. Στο Τσαπίκ είχαμε τέτοιες πολυμελείς οικογένειες: 1) Οι Γιανάντ ήσαν 42 άτομα και αποτελούσαν μια οικογένεια, 2) οι Γαραβασιλάντ 30 άτομα μια οικογένεια 3) οι Φραγκάντ 23 άτομα κ.ά.
Ασχολίες των κατοίκων. Οι κάτοικοι του χωριού ήταν γεωργοί. Η γεωργία και η κτηνοτροφία είχαν μεγάλη ανάπτυξη. Όμως πολλές φορές τόσο τα γεωργικά, όσο και κτηνοτροφικά προϊόντα τους σάπιζαν στις αποθήκες. Έμεναν αζήτητα, επειδή δεν υπήρχε καλή συγκοινωνία. Στα τελευταία χρόνια μια γερμανική εταιρεία είχε ανοίξει ένα μεγάλο τυροκομείο για την εκμετάλλευση του αμύθητου κτηνοτροφικού πλούτου της περιφερείας. Πολλοί από τους χωρικούς ήσαν έμποροι. Πήγαιναν στην Κριμαία και εμπορεύονταν στα ταταρικά χωριά. Άλλοι πήγαιναν στην Γεωργία, όπου εξασκούσαν το επάγγελμα του γανωτή, χτίστη, τσαγκάρη, εργολάβου δημοσίων έργων κλπ.
Οικοδομική. Τα σπίτια τους ήσαν μονώροφα σχεδόν όλα, εκτός από 1-2 διώροφα, χτισμένα με πέτρες. Αντί για στέγη είχαν μισό μέτρο χώμα για να διατηρούνται ζεστά το χειμώνα. Έφτιαχναν ακόμα γύρω-γύρω στη στέγη αυλάκι για να φεύγουν τα νερά. Επειδή το χειμώνα ήταν δύσκολο το πότισμα των ζώων, καθένας είχε και το πηγάδι μέσα στην αυλή του σπιτιού του.
Ευάγγελος Φραγκίδης, Φοιτητής, Μελισσουργιό - Κιλκίς 1958

(Υποσημείωση)
(*) Ο κ. Φραγκίδης αρχίζει το άρθρο του μ' αυτή τη προκαταβολική δήλωση για να αιτιολογήσει τη συντομία της μελέτης του. Εμείς όμως τον ευχαριστούμε θερμά και τον συγχαίρομεν διότι είναι απ' τους ελάχιστους φοιτητάς μας, που έσπευσαν στο προσκλητήριό μας και προσπάθησε να περισυλλέξει λαογραφικόν υλικόν από τους υπερήλικας του χωριού του. Θα είμεθα ευτυχείς αν και άλλοι συνάδελφοί του τον εμιμούντο.
Η «Ποντιακή Εστία» 1958

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print