Ο Χειμώνας στην Σάντα (Σαντά) του Πόντου το 1918. Κείμενο του Κ. Τσαντεκίδη
Ο Χειμώνας στην Σάντα (Σαντά) του Πόντου. Κείμενο του Κ. Τσαντεκίδη
Ο εφετινός χειμώνας που έκανε πρόωρα την εμφάνισή του μου υπενθυμίζει τους χειμώνες που πέρασα εκεί πάνω στα 1.800 μέτρα στην πατρίδα μου Σάντα. Σε όλο το χρονικό διάστημα της εκεί παραμονής μου, δηλαδή μέχρι του 1918, οπότε είχα φύγει οριστικώς εις Καύκασον με την υποχώρηση των ρωσσικών στρατιών, δεν ενθυμούμαι χειμώνα ηπιώτερο, αλλ’ όλους χειροτέρους τον ένα από τον άλλο. Συνήθως τον Σεπτέμβριο έγινετο η πρώτη εμφάνιση του χιονιού και σπανίως περί τα τέλη Αυγούστου, όπως θυμάμαι το γεγονός όταν στις 28 Αυγούστου παραμονή της γιορτής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου έπεσε πολύ χιόνι πολύ στα βουνά και μέσ’ τα χωριά μας ενώ τ’ αγελάδια βρίσκονταν ακόμη στα παρχάρια και αναγκασθήκαμε να ταλαιπωρηθούμε μέσ’ τα χιόνια και να κατεβάσωμε τα ζώα στα χωριά. Το μόνιμο όμως χιόνι έπεφτε συνήθως τον Νοέμβριο, οπότε πιά μας σκέπαζε το άσπρο σινδόνι μέχρι τον Απρίλιο αλλά και τότε σε πολλά σημεία του εδάφους άσπριζε ακόμη χιόνι. Από τον Νοέμβριο η έντασις του ψύχους και του χιονιού ηύξανε ολοέν και κατά το νέο έτος (παληά ημερομηνία) και τα Φώτα έφθανε στο κατακόρυφο. Δεν θα ήταν αυτό το χειρότερο αν αυτό το άφθονο και αφράτο χιόνι δεν μετατοπίζονταν από τον παγωμένο αέρα και τότε ευρισκόμεθα σε αληθινή κόλαση. Δεν τολμούσε να βγή κανείς από το σπίτι του. Εκόβετο η επικοινωνία μεταξύ των γειτόνων, τα σχολεία έκλειναν, οι δρόμοι έφραζαν από τις χιονοστιβάδες, και με δυσκολίες μεγάλες μετεφέρετο το νερό από τις βρύσες για την οικιακή χρήση και το πότισμα των ζώων. Η χιονοθύελλα αυτή διαρκούσε πολλές φορές ένα εικοσιτετράωρο και έπαυε κατόπιν για να πέση νέο χιόνι και να έχωμε το ίδιο βιολί. Υπό τοιαύτας συνθήκας ήτο αδύνατη η τακτική συγκοινωνία με την Τραπεζούντα, και επομένως επεβάλλετο εγκαίρως κατά το φθινόπωρο να γίνη όλη η προμήθεια και εξασφάλιση όλων των αναγκαίων ειδών και κυρίως του ψωμιού, το οποίον έλειπε καθ’ ολοκληρίαν, επειδή η καλλιέργεια σιτηρών ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Το απαιτούμενο αυτό ποσό του σιταριού προμηθεύετο ο τόπος από τους Κούρδους της περιφερείας Τερτζιάν, οι οποίοι κατά το καλοκαίρι οδοιπορούντες επί ημέρας με τα καραβάνια των γαϊδάρων των, μας έφερναν το νόστιμο σιτάρι, το οποίο αγοραζόταν διά του εκ Ρωσσίας συναλλάγματος των ξενητευμένων μας και εξασφαλίζετο ο επιούσιος δι’ όλον το έτος. Όλη η ποσότης αυτή του σιταριού έπρεπε να αλεσθή κατά το φθινόπωρο διότι οι μύλοι βρίσκονταν μακρυά και κατά τον χειμώνα ήταν δυσκολώτατο το άλεσμα. Παραλλήλως με το ψωμί γινόταν και η προμήθεια των άλλων τροφίμων, όπως τα φασόλια, κορκότα από φούρνικα, από σιτάρι, από κριθάρι, πουσίντια, τραχανά, και χαψία που τ’ άφερναν οι Τούρκοι από τα Σούρμενα, οι πατάτες και τα λάχανα (δικά μας προϊόντα). Τα λάχανα ξερριζώναμε και διατηρούντο παγωμένα μέσα στους αχυρώνες καθ’ όλον τον χειμώνα. Ύστερα το βούτυρο, το μιντσί, τα τζιορτάνια, και το υλιστό, αντί πασκιτάν, (δικά μας κτηνοτροφικά προϊόντα) διότι μόνο η κτηνοτροφία αγελάδων ήταν αρκετά ανεπτυγμένη. Χρήσις λαδιού έγινετο μικρή διότι το λάδι το αντικαθιστούσε το αγελαδινό βούτυρο. Μου διέφυγε να αναφέρω ότι εκτός των ταλαιπωριών που δοκιμάζαμε κατά τον σκληρόν χειμώνα συνέβαινον ενίοτε και δυστυχήματα από κατολίσθηση των χιονιών (χιονοστιβάδες) με ανθρώπινα θύματα. Επί των ημερών μας δεν συνέβη τοιούτον τι, αλλ’ εις παλαιοτέραν εποχήν συνέβησαν δύο τοιαύτα, το ένα εις την θέσιν Κατζιά όπου υπήρχον 3–4 σπίτια τα οποία κατεστράφησαν από τα χιόνια χωρίς να πάθουν οι ένοικοι, διότι απουσίαζον εις Γεμουράν και η καταστροφή των οικιών των ήταν η αφορμή που μετανάστευσαν εις Ρωσσίαν, το δεύτερον δυστύχημα συνέβη εις ακραίαν οικίαν του χωρίου Ισχανάντων όπου ολόκληρος οικογένεια από εννέα άτομα εύρεν τον θάνατον καθώς και τα ζώα τους. Σαντά (Σάντα - Dumanlı, Gümüşhane) Ιστορία Λαογραφία Πολιτισμός. Χωριά, Τοπωνύμια, Ήθη, Έθιμα, Χοροί, Θρύλοι, Παραδόσεις, Πρόσωπα.
Η συγκοινωνία με την Τραπεζούντα γινόταν, το μέν καλοκαίρι διά της άνωθεν των χωρίων κορυφογραμμής διά της οποίας προχωρούντες βορρειοδυτικώς μέχρι της κορυφής Μιλ Ντάγ, οπόθεν εφαίνετο η θάλασσα της Τραπεζούντος και απ’ όπου κατεβαίνοντας συνεχώς διά του χωρίου Όλασα φθάνομεν εκ τον δημόσιον δρόμον Τραπεζούντος–Ερζερούμ και εκείθεν διά πορείας τριών ωρών εις Τραπεζούντα. Η ολική απόστασις από Σάντας εις Τραπεζούντα υπολογίζετο εις 12 ώρας συνεχούς πορείας διά μεμονωμένους πεζοπόρους, ενώ για τις οικογενείες η πορεία ήταν διήμερη. Τον δε χειμώνα ακολουθούντες τον ρούν του ποταμού μας Γιάμπολι μέχρι ορισμένου σημείου, οπόθεν άρχιζε η ανάβασις του βουνού Σίμονα και ύστερα διά συνεχούς καταβάσεως εφθάνομεν εις Γεμουράν, οπόθεν διά δημοσίας οδού εις Τραπεζούντα. Ο κάτω αυτός δρόμος, όπως τον λέγαμε, ήταν κατά πολύ μακρότερος. Την συγκοινωνίαν εκτελούσαν οι κατηρτζήδες (αγωγιάτες) ντόπιοι και ξένοι οι οποίοι ήσαν συνάμα και οι ταχυδρόμοι των κατοίκων, διότι αυτοί εκόμιζον την αλληλογραφίαν εκ Τραπεζούντος και πολλάκις το συνάλλαγμα των ξενητεμένων. Μετέφεραν τα διάφορα είδη του εμπορίου προς τους παντοπώλες από τους οποίους τα επρομηθεύοντο οι κάτοικοι. Τα καφενεία εσυχνάζοντο κυρίως κατά τον χειμώνα διότι τα Χριστούγεννα ήτο η εποχή της επιστροφής των ξενητεμένων εκ Ρωσσίας και καθ’ όλην την ολιγόμηνον παραμονήν στην πατρίδα η χαρά ήταν ζωγραφισμένη εις τα πρόσωπα όλων και τα γλέντια έδιναν κι έπερναν επειδή κατά το διάστημα τούτο έγινοντο οι γάμοι των αραβωνιασμένων νέων. Γλήγωρα όμως κατρακυλούσαν οι μήνες του μέλιτος και έφθανε το Πάσχα που ήταν το τελευταίο όριο της παραμονής των ξενητεμένων και σε λίγο εξηφανίζοντο ο ένας μετά τον άλλον. Η απουσία τους γινόταν αμέσως αισθητή, την ζωήν και την κίνησι διεδέχετο η ερημιά και η μοναξιά και την χαράν και ευθυμίαν η θλίψις και μελαγχολία που ισοδυναμούσαν με θάνατο όπως το λέει και ο Πόντιος τραγουδιστής:
"Η ξενητειά κ’ ο θάνατον τα δύο έναν είνε,
έζυασα κ’ ετέρεσα η ξενητειά’ βαρύν έν'..." Ιστορία του Ελληνισμού του Ευξείνου Πόντου
Καστανιά Βέροιας 1959 - Κ. Τσαντεκίδης - Πηγή: Ποντιακή Εστία
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης - www.kotsari.com