Ο Θεριάς πα ν-έλεεν – Δημώδες άσμα Μούζενας - Τραπεζουντεϊκον Ομάλ'.

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Δημώδη Άσματα

Στάθης Ευσταθιάδης και Μαρία εν ώρα καταγραφήςΟ Θεριάς πα ν-έλεεν ναι μάνα Θεφρωνία,
κωδωνώστεν τα πρόγατα και τα μικρά τ’ αρνία.

Ο Θεριάνον έλεεν το τσ̌ατίρι μ’ εγράστεν,
κωδώνα̤στεν τα πρόγατα εμπρ’ κι έσ’-ιμ’ δεβάστεν. Ο Θεριάς πα ν-έλεεν – Δημώδες άσμα Μούζενας Χαλδίας

Ο Θεριάς πα ν’ έλεεν εγράστεν το τσ̌ατίρι μ’,
εγώ ακόμαν ‘κ̌’ επέθανα εσκώθεν το χατίρι μ’.

Ο Θεριάς πα ν-έλεεν – Δημώδες άσμα Μούζενας Χαλδίας τοποθετημένο πάνω στον Ομάλ’ χορό της Τραπεζούντας. Παίζει λύρα και τραγουδά ο Στάθης Ευσταθιάδης Μούζενα Χαλδίας Πόντου

Λεξιλόγιο
• Θεριάς και Θεριάνον = υπαρκτό ιστορικό πρόσωπο της Μούζενας
• Θεφρωνία = Φεβρωνία
• Κωδωνέστεν = κρεμάστε τα κουδούνια
• Τσ̌ατίριν = σκηνή, τέντα, τσαντίρι
• Εγράστεν = χάλασε, φθάρθηκε, πάλιωσε. Γράνω (γραίνω) από το αρχαίο γράω ή γραίνω = τρώγω, ροκανίζω. Επι ενδυμάτων εν γένει έχει τη σημασία του φθείρω, παλαιώνω αλλά και επί ανθρωπίνου σώματος: «Να σκάνης και να γράνης» (αρά-κατάρα). Γράσιμον ‘κ̌’ έχ̌’ το λώμαν = φθορά, λιώσιμο δεν παίρνει, είναι από γερό ύφασμα το ένδυμα αυτό.
• Έμπρ’ κι έσ’-ιμ’ = από μπροστά μου, μπροστά από εμένα
• Δεβάστεν = περάστε στο απέναντι μέρος. Παράδειγμα: «Έλα ας δεβάζω σε ας σ’ ορμίν». Έχει και την έννοια καταπίνω: «Εδέβασα κά έναν ελαίας πιπίλ΄». Επίσης με την έννοια αφήνω κάτι να περάσει: «Ντο τρώει αχώνα̤ δά̤ζ’ ατά». Εδέβασεν ατα κά (τα έκανε πάνω του), και τέλος «Εδέβασεν ατο κά» δηλαδή, τα ’χασε – παραφρόνησε. Γενικότερα το ρήμα δα̤βάζω έχει τις έννοιες: Μεταφέρω κάτι απέναντι, απομακρύνω, προπέμπω, κατευοδώνω, αποστέλλω, αφήνω κάποιον-κάτι να αποχωρήσει. Τα παραδείγματα είναι πολλά και ιδού μερικά: Εδέβασα ΄τον πλάν’ = τον άφησα να αποχωρήσει. Θα πάω δεβάζ’ ατον πλάν’ = θα τον προπέμψω, θα τον κατευοδώσω. Μη κλαίς κιφάλ’ ντ΄ εδέβασες, κλάψον ντο θα δεβάης = θα υποστείς ανέλπιστα μεγαλύτερη συμφορά απ’ όσες έχει υποστεί ως τώρα. Την κόρ’ τηνάν εγάπανα εθάρ’να εκείνεν παίρω, κι εκείνεν άλλοι παίρ’ν ατεν κ’ εμέν ξένον δεβάζ’νε.
• Εσκώθεν το χατίρι μ’ = ήρθαν στα συλλυπητήρια μου
• Χατίρι (αραβική λέξη hatir) = φιλοπροσωπία, χάρις, εκτίμηση, ευυποληψία. Έχω χατίριν = είμαι ευυπόληπτος. Εφτάγω το χατίρ’ν ατου = εκπληρώνω την επιθυμία του. Ο σ̌κύλον αν ‘κ̌’ έχ̌ χατίριν, ο σααπής ατ’ έχ̌ει = αν δεν έχει χάρη ο σκύλος, έχει ο κύριος του (λέγεται επί ευμενείας χάριν άλλου επιδεικνυομένης εις πρόσωπον ανάξιον αυτής). Παίρω το χατίριν = συλλυπούμαι (λέγεται κατά την επίσκεψη σε πενθούντες ως ένδειξη συλλυπητηρίων.

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print