Αρχή ντ' εσέβα στο χορό κι έπιασα χέρι δροσερό - Παλιό τραγούδι του γάμου εκ Σουρμαίνων Πόντου - Συλλογή Π. Κωνσταντινίδου
’Αρχὴ ντ’ ἐσέβα στὸ χορὸ ἐπιάσα χέρι δροσερὸ
καὶ δροσερὸ καὶ τρυφερὸ καὶ νέον παλληκάρι.
’Ασήμι σύρμαν ὁ γαμπρὸ καὶ μάλαμα ἡ νύφε,
ἀσήμι κι ὁ παράνυφος μ’ ὅλους τοὺς φελεκάρους.
— Μάνα μ’, ἡ νύφε π’ ἔρχεται τοῦ Κὺρ-Κωνσταντῆ ἡ κάλη
ἀπὸ τὸ σύρμα σείσκεται κι ἀπ’ τὸ χρυσάφ’ ἀστράφτει
κι ἀπὸ τὰ συρμοκούκουτσα στράφτουν κι οἱ φελεκάροι
κι ἀπὸ τὴν τσάμην τὸ πολλὰ ’πορεῖς νὰ καλαμιάζης.
Κόρη-μ’, ὅλα ἄν ζέλεψες τὴν τσάμη μ’ ντὸ ζελεύεις;
Έπαρε χτένιν καὶ νερὸ καὶ ποῖσον ἄλλο καλλίο.
’Επῆρε χτένιν καὶ νερὸ κ’ ἐχάσε καὶ ντὸ εἶχε,
—’Εβγάλτε τὰ κουμπίτσια της νὰ μὴν ἐλέπ’ καὶ τρώει,
πάρτε τὰ δαχτυλίδια της νὰ μὴν ἐλέπ’ καὶ πίνη.
Τὸν νιόγαμπρο καθήσητε σ’ έφτὰ λαμπάδες μέσα.
Τὴ νύφε τὴν ξενόνυφο σ’ έφτὰ σκοτεινιασέας.
Τὸν νιόγαμπρο φαΐσητε ὀψάρια ποταμέσια,
τὴν νύφε τὴν ξενόνυφο ὀψάρια λειβαδέσια,
κιφάλ, οὐράδιν κόψητε τὴ μέσ’ ἀπολεκῆτε
με τὰ ψαλίδια κόψητε με τὰ κουκάρας φέρτε.
— Ναὶ Κυργερή, ναὶ μάτιαμου, ναὶ Κυργερή, ναὶ φῶς μου,
πουθὲν νερὸ γιὰ τὴν τιμὴ γιὰ τὴν λιποθυμία;
— ’Εμέν, νύφε, ντὸ λές-ατο, πέγια τὴν πεθερά σου.
— Τρία ὡρῶν νύφε εἶμαι πῶς νὰ λαλῶ καὶ λέγα.
Ναί, πεθερά-μ’, ναὶ μάτια μου, ναί, πεθερά-μ’, ναὶ φῶς μου,
πουθὲν νερὸ γιὰ τὴν τιμὴ γιὰ τὴν λιποθυμία;
— ’Εμέν νύφε ντὸ λές-ατο πέγια τὸν πεθερό σου.
— Τρία ὡρῶν νύφε εἶμαι πῶς νὰ λαλῶ καὶ λέγα.
Κὺρ-πεθερέ μ’, ναὶ μάτια μου, κὺρ-πεθερέ-μ’, ναὶ φῶς μου,
λίγο νερὸ γιὰ τὴν τιμὴ γιὰ τὴν λιποθυμία.
— ’Εμέν, νύφε, ντὸ λές-ατο πέγια τὸν Κωνσταντῖνον.
Κὺρ-Κωνσταντῆ, ναὶ μάτια μου, κὺρ-Κωνσταντῆ, ναὶ φῶς μου,
πουθὲν νερὸ γιὰ τὴν τιμὴ γιὰ τὴν λιποθυμία;
Τὸ χαλκοστάμν’ ἐπέρπαξε καὶ σὸ πεγάδ’ ἐροῦξε,
ἑφτὰ πεγάδια ἐνέγκλωσε πουθὲ νερὸν οὐκ εἶδε.
’Εντῶκεν λάχτα καὶ σὴν γῆν κι’ ἐξέγκεν κρεὼν πεγάδι
κι ὡς νά ’πηρε κι ὡς νά ’πηγε ἡ κόρη ἐπαραδῶκε:
— Τ’ ἑφτὰ σουντούκια ἀσάλεφτα νὰ πάν’ ἀπ’ ὅθεν ἔρθαν,
ἡ μούλα ἡ χρυσοκουδουντοῦ νὰ ἑν’ τοῦ Κωνσταντίνου.
Τσὶ μούλας τὰ κοπρίσματα νὰ εἶν’ τοῦ πεθεροῦ μου,
ἡ τσάμη μου κ’ ἡ σκούφια μου νὰ εἶν’ τῆς Κυργερῆς μου,
τὰ τρία σκορδοκέφαλα νὰ τρώη ἡ πεθερά μου,
νὰ τρώγι-ἀτα καὶ καίγεται ὅμον ντ’ ἔκαψε καὶ μένα.
Λεξιλόγιον: Δημώδη άσματα Πόντου (Playlist)
• ντ' ἐσέβα = ποὺ μπῆκα
• φελεκάροι = φίλοι τοῦ γαμπροῦ
• σείσκεται = σείεται
• συρμοκούκουτσα = κουμπιὰ συρματόπλεκτα γυαλιστερά
• τὴν τσάμη = τὴν πλεξούδα
• κουμπίτσια = κουμπιὰ ποὺ φωσφορίζουν
• φαΐσητε = δῶστε νὰ φάη
• ὀψάρια λειβαδέσια = ἐννοεῖ τὰ φίδια
• ἑφτὰ σκοτεινιασέας = ἑφτὰ σκοτάδια
• ἀπολεκῆτε = ἀφῆστε
• κουκάρας = γάντζοι ἢ τσιμπίδια
• Κυργερή = κουνιάδα
• πέγια = πέ 'το
• ἐπέρπαξε = ἄρπαξε γρήγορα
• ἐροῦξε = ἔπεσε
• ἐνέγκλωσε = ἀναποδογύρισε
• ἐντῶκε = χτύπησε
• λάχτα = λάκτισμα
• ἐξέγκε = ἔβγαλε
• κρεὼν = κρύο
• ἐπαρεδῶκε = παρέδωκε τὸ πνεῦμα
• σουντούκια = κιβώτια, μπαοῦλα
• ἀσάλεφτα = ἀσήκωτα
• ἀπ' ὅθε = ἀπ' ὅπου
• ὅμον = ὅπως, καθ' ὃν τρόπο.
Σημείωση: Τὸ τραγούδι αὐτὸ ἐτραγουδεῖτο στὰ Σούρμαινα στοὺς γάμους, τὴν ὥρα ποὺ πρωτόμπαινε ἡ νύφη στὸ χορό. Ἤτανε τὸ ἔνατο καὶ τελευταῖο ἀπὸ τὰ τραγούδια τοῦ γάμου. Εἶνε παλιό. Ἔχει τὴν ἀρχή του ἀπὸ κάποιο ἀληθινὸ περιστατικὸ ποὺ μὲ τὸν καιρὸ ἔγινε θρῦλος καὶ τραγούδι καὶ ἀντιφεγγίζει τὴν κοινὴ ἀντίληψη γιὰ τὴν κακιὰ πεθερά. Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ εἶνε τὸ ἑξῆς: Κάποια πεθερὰ φαρμάκωσε τὴν νύφη της γιὰ νὰ σφετερισθῆ τὰ προικιά της καὶ νὰ τὰ δώση στὴν κόρη της. Ἡ νύφη ξεψυχώντας προστάζει νὰ μοιρασθῆ ἡ προῖκα της καὶ ἀναφέρει ὀνομαστικῶς τοὺς κληρονόμους της, σὰ μιὰ προφορικὴ διαθήκη. Στὴν πεθερά της προστάζει νὰ δώσουν σκορδοκέφαλα (εἶδος φαρμακερὰ χόρτα ὅμοια μὲ σκόρδο) γιὰ νὰ φαρμακωθῆ κι' αὐτὴ ποὺ τὴ φαρμάκωσε. Εθιμοτυπία του γάμου στον Πόντο
Αρχή ντ' εσέβα στο χορό κι έπιασε χέρι δροσερό - Παλιό τραγούδι του γάμου εκ Σουρμαίνων Πόντου - Συλλογή Π. Κωνσταντινίδου - Πηγή: Ποντιακά Φύλλα 1937
Διαλεκτολογία Πόντου - Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com