"Φύλακες γρηγορείτε!„ Κινδυνεύει η γνησιότητα του ποντιακού δημοτικού τραγουδιού. Ξενοφώντας Κ. Άκογλου (Μέρος Α')

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Δημώδη Άσματα

Ξενοφώντας Άκογλους (Ξένος Ξενίτας) ο Κοτυωρίτης μέγας Λαογράφος μας Στο τεύχος 125–126 (1960) της «Ποντιακής Εστίας», σελ. 5739–5741 δημοσιεύτηκε σημείωμά μας, για μια εκδήλωση του «Ποντιακού Καλλιτεχνικού Οργανισμού» με ποντιακούς λαϊκούς χορούς, τραγούδια κλπ.

Τα τραγούδια τα ερμήνευσαν χωριστά 1) χορωδιακή ομάδα με τη διεύθυνση του Δ. Κουτσογιαννόπουλου και 2) η καλλιτεχνική ομάδα του Ν. Σπανίδη, με κορυφαίους τον ίδιο και την Ελένη Μπαϊρακτάρη–Κοταλακίδη.
Εμείς σημαδέψαμε τη διαφορά των δύο αποδόσεων, όπου υστέρησε η χορωδία του Δ. Κουτσογιαννόπουλου. Και, ελέγχοντας το σύστημα διδασκαλίας του (όπως και άλλες φορές), γράψαμε: «Εύλογα, νομίζω, πως θα εκφράσω και πάλι την απορία μου, πως ο τόσο καλά καταρτισμένος Δ. Κουτσογιαννόπουλος δεν εννοεί ν’ αλλάξει το «χαβά» του, μπερδεύοντας τη λαογραφική εμφάνιση με προσωπικές του επεμβάσεις, για «εξωραϊσμό» δήθεν των δημοτικών τραγουδιών μας».
Έρχεται τώρα ο Δ. Κουτσογιαννόπουλος και στο καθυστερημένο δισέλιδο μηνιαίο φύλλο του «Φωνή των Ποντίων» του Ιουνίου–Ιουλίου σελ. 2, μας δίνει την απάντηση και για τις προγενέστερες παρατηρήσεις μας, που τόσο την περιμέναμε «έγγραφη». Και μας διασκεδάζει με τα ακόλουθα χαριτωμένα, που παραθέτομε από την εμβριθέστατη απάντησή του:
«’Από χρόνια τώρα ο κ. ’Άκογλου εξακολουθεί να νομίζει, πως ένα τραγούδι Ποντιακό, όταν δεν τραγουδιέται με λαρυγγισμούς, ρινόφωνα και με αρκετή δόση αμανέ, παύει να είναι ποντιακό. Έτσι, εδημοσίευσε τον περασμένο μήνα στην «Ποντιακή Εστία», της Θεσσαλονίκης, πως ημείς εξακολουθούμε να ....εξευγενίζωμε τα Ποντιακά τραγούδια !! επειδή βλέπει πως ημείς στις διάφορες εμφανίσεις μας, αποφεύγομε τις παρά πάνω ’Ανατολίτικες σάλτσες !!! Ήθελα ν’ αποφύγω ν’ απαντήσω στον κ. ’Άκογλου, γιατί ο ίδιος ούτε επιστήμων μουσικός είναι, ούτε κάν μουσικός...».
Αναφέρει κατόπιν ορισμένους λόγους για τους οποίους νομίζει ότι «το Ποντιακό τραγούδι σήμερα βρίσκεται σ’ αυτή την κατάντια!!» και μας δίνει ύστερα ένα σύντομο θεωρητικό μάθημα για τη μονωδιακή και τη χορωδιακή μουσική.
Όλα τούτα, τα άσχετα με το θέμα και την ουσία του, διανθισμένα και με αφειδώλευτα θαυμαστικά και αποσιωπητικά, που τ’ αποδώσαμε πιστά κατά την πιο πάνω παράθεσή τους, θυμίζουν τον καλοηθέστατο βήχα για τη συγκάλυψη της απορίας του ψάλτη του παλιού καλού καιρού. Αλλ’ ας τα εξετάσομε ξεχωριστά, ένα-ένα. Λοιπόν:
1. Λαρυγγισμοί. Τραγούδια δίχως λαρυγγισμούς δεν υπάρχουν. Στο προκείμενο υπάρχουν ελληνικοί–ποντιακοί λαρυγγισμοί και δυτικοευρωπαϊκοί–κατσαρόφωνοι «ωδιακοί» λαρυγγισμοί. Ο Δ. Κ. «επιστήμων μουσικός» περιφρονεί τους ελληνικούς και συμπαθεί τους ευρωπαϊκούς και όταν ακόμα κάνει ελληνική–ποντιακή λαογραφία. Εγώ, που «δεν είμαι καν μουσικός», προτιμώ τους ελληνικούς — τους ποντιακούς στο προκείμενο. Διότι είμαι απόλυτα βέβαιος, ότι έτσι και μόνο θα είμαι συνεπής, ως λαογράφος, στη γνησιότητα των λαϊκών μας δημιουργιών. Ποιός από τους δυό έχει δίκαιο;
2. Ρινοφωνία. Ρινοφωνία στα δημοτικά μας τραγούδια, καθώς και στη βυζαντινή εκκλησιαστική μας μουσική δεν υπάρχει. Υπάρχουν μόνο ρινόφωνοι τραγουδιστές και ψάλτες· που και άριες ακόμα του Ριγολέτου, της Τόσκας και της Νόρμας αν τραγουδούσαν, η «ρίνα» τους θα ’χει μέσα κεί το μερτικό της. Ας πάψουν λοιπόν μια για πάντα το απίθανο αυτό τροπάριο της ρινοφωνίας, που το επαναλαμβάνουν σε όλους τους ήχους και το πιπιλίζουν αηδέστατα, δίχως να το πιστεύουν, οι ξιπασμένοι «ωδιακοί» που ευρωπαΐζουν, σαν επαίσχυντοι προπαγανδιστές, για να δυσφημίζουν την ελληνική μουσική και να πυκνώνουν τις τάξεις των ανίδεων οπαδών τους, για επαγγελματικούς συνήθως σκοπούς, κι ας είναι εις βάρος της εθνικής μας μουσικής.
3. Αμανές. Είναι αλήθεια, αλλά και πολύ φυσικό, οι κορώνες οι μονωδιακές της βυζαντινής μουσικής να συγγενεύουν περισσότερο με τις κορώνες της τουρκικής μουσικής — που έχει πάρει πολλά από την ελληνική μουσική —, παρά με τις κορώνες της ευρωπαϊκής μουσικής. Μήπως γι’ αυτό το λόγο πρέπει ν’ απαρνηθούμε την εθνική μας μουσική και να εξευρωπαΐσομε το σύνολο των δημοτικών μας τραγουδιών και των εκκλησιαστικών μας ψαλμωδιών; Μα ποιός έως τώρα «τ’ άκουσε με στήθος κρύο;» Και ποιός γεννημένος και μεγαλωμένος Έλληνας δεν ανατριχιάζει ακούοντας την ωδιακή «εκτέλεση» των καθαγιασμένων δημοτικών κλέφτικων τραγουδιών μας; Και ποιός Πόντιος που έζησε στη μακρινή αλησμόνητη γενέτειρα δεν απογοητεύεται ακούοντας την «ωδιακή» κακοποίηση από τον Δ. Κουτσογιαννόπουλο των λαϊκών μας τραγουδιών;
4. Μάθημα μουσικής. Ο «επιστήμων μουσικός» Δ. Κουτσογιαννόπουλος στη βαρυσήμαντη, στο γόνατο γραμμένη, απάντησή του μας δίνει μάθημα θεωρητικό, για μονωδιακά και χορωδιακά δημοτικά «λεγόμενα» τραγούδια και σχετικά με τις εκκλησιαστικές ψαλμωδίες· ολοφάνερα για να θολώσει τα νερά, με τις αόριστες φραστικές του μπουρμπουλήθρες, σε όλους τους «μη μουσικούς» Ποντίους. Τον ευχαριστούμε για το μάθημα. Και τον παρακαλούμε, αν δεν του γίνεται κόπος, να μελετήσει δυό δικές μας σχετικές πραγματείες με τίτλους «Βυζαντινή μουσική» και «Εκκλησιαστική μουσική», δημοσιευμένες στην «Ποντιακή Εστία», τεύχος 82 (1956) σελ. 3923–3930 και τεύχος 105 (1958), σελ. 4833–4848.
Ίσως να μη αποβεί περιττός ο κόπος του. Συμβαίνει κάποτε ν’ αληθεύει το παληό ρητό: «Ο σοφοίς έλαθε, νήπιος εύρε».
Εξήγηση: «αυτά που διέφυγαν από την προσοχή των σοφών, τα βρήκε ένα νήπιο (ή ένας απλός, άπειρος άνθρωπος)». Χρησιμοποιείται για να δείξει ότι μερικές φορές η υπερβολική ανάλυση, η σπουδαιοφάνεια ή η εξειδικευμένη γνώση εμποδίζουν κάποιον από το να δει το προφανές, το οποίο τελικά αντιλαμβάνεται ένας άνθρωπος με καθαρή, απλή ή ακόμα και απλοϊκή σκέψη. Δημώδη άσματα Πόντου (Playlist)

Δημήτριος Κουτσογιαννόπουλος - καταγραφή δημοτικών τραγουδιών στην Δραπετσώνα5. Χορωδιακές παραχαράξεις. Νομίζει ο Δ. Κουτσογιαννόπουλος ότι το ποντιακό δημοτικό τραγούδι όταν τραγουδιέται ομαδικά (χορωδιακά, όπως γράφει), επιτρέπεται, και επιβάλλεται μάλιστα, σώνει και καλά, κάθε ασυδοσία για παρέκκλιση, παραποίηση και αποστράγγισμα του τέλειου από κάθε του χρώμα, τόνο, ύφος, ρυθμό, μορφή, και υποταγή του στους έξαλλους εκτονισμούς της άχρωμης και αναιμικής κλίμακας της δυτικοευρωπαϊκής μουσικής, σύμφωνα με την ολέθρια διδασκαλία του «Ωδείου Αθηνών», που έχει κάνει αγνώριστα όλα τα δημοτικά μας τραγούδια — δυστυχώς με την ανοχή και της Πολιτείας;
Έχει όμως χορωδία και ο μη Πόντιος Σίμωνας Καράς, που διδάσκει και παρουσιάζει σε διάφορες εθνικοθρησκευτικές τελετές του «Συλλόγου προς διάδοσιν της εθνικής μουσικής» Ποντιακά δημοτικά τραγούδια. Και τα χαιρόμαστε όχι μόνο οι Πόντιοι, αλλά και οι λοιποί Έλληνες και οι ξένοι. Γιατί παρουσιάζει πραγματική επιστημονική εργασία. Ξέχωρα και από τη συναγωγή από το στόμα του λαού μας γνήσιων ποντιακών τραγουδιών, που έχει πιθανότατα την πλουσιότερη συλλογή.
Τι έχει ν’ απολογηθεί και στο κεφάλαιο τούτο — το χορωδιακό — ο Δ. Κουτσογιαννόπουλος; «Λέγε, δάσκαλε, τι σωπαίνεις; Λέγε, να κάνουμε γούστο», καθώς θα έλεγε ο μακαρίτης Μένος Φιλήντας.
6. Η «κατάντια» των τραγουδιών μας. Για την κατάντια του ποντιακού δημοτικού τραγουδιού γράφει ο Δ. Κουτσογιαννόπουλος:
α) Θυμάται πως «η αείμνηστη μουσικολόγος Σοφία Σπανούδη έγραφε σε κάποια Αθηναϊκή εφημερίδα: «Να απαγορευθούν απ’ το Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών τα Τούρκικα και τα Ποντιακά». Όμως έχομε κάθε δικαίωμα να αμφιβάλλουμε και να μή επιβαρύνομε τη μνήμη και το επιστημονικό κύρος της αείμνηστης με μια άτυχη τυχόν έκφρασή της, αφού ο Δ. Κουτσογιαννόπουλος δεν κατονομάζει την εφημερίδα και την ημερομηνία της, όπως επιβάλλεται σ’ ένα «επιστήμονα μουσικό». Εξάλλου το θέμα μας είναι τόσο απλό και χειροπιαστό, ώστε να μη χρειάζεται η γνώμη καμμιάς και κανενός μουσικολόγου, για να ελαφρύνει τη θέση του Δ. Κουτσογιαννόπουλου σ’ ένα αυτόφωρο ατόπημά του.
β) "Άκουσε, γράφει, «πολλές φορές Αθηναίους να λένε: Κλείσε παιδί μου το Ραδιόφωνο! Γιατί τη στιγμή εκείνη, προσθέτει, είχε ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών ποντιακά τραγούδια». Κρίμα να μήν είχε εκπομπές ποντιακών τραγουδιών από χορωδία του Δ. Κουτσογιαννόπουλου. Όλη η Αθήνα και όλος ο ντουνιάς θα ήτανε «εν ακροάσει». Ωστόσο, κάποιον λάκκο έχει η φάβα εδώ. Και, «ο νοών νοείτω».
γ) Πρό ολίγων ακόμη μηνών, γράφει, σε συνεργείο του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών που επισκέφτηκε κάποιο συνοικισμό του Πειραιά, μια ποντία κοπέλλα που τόλμησε να ρωτήσει: «Γιατί δεν ακούγονται πιά ποντιακά τραγούδια;» πήρε την απάντηση: «Μα στο Θεό σας, τραγούδια είν’ αυτά;» Και ακολουθεί η κορώνα: «Αυτά και πολλά άλλα, θέτομε υπ’ όψιν του κ. Άκογλου και εκείνων που έχουν την ίδια μ’ αυτόν νοοτροπία».
Ας επιτραπεί και σ’ εμάς να ρωτήσουμε: Επιχειρηματολογία είναι αυτή; Είναι σοβαρά γραψίματα αυτά ενός «επιστήμονος μουσικού»; Κ’ έπειτα: Ποιά και τι λογής είναι τα «πολλά άλλα» που δεν κατονομάζονται;
Έχομε και άλλο σημείο εδώ να θίξουμε: Γνώμες, και μάλιστα φτωχαλαζονικά αυθεντικές, μόνο ο Δ. Κουτσογιαννόπουλος έχει το προνόμιο να διατυπώνει. Ο Άκογλου και όσοι συμφωνούν μαζί του, έχουν μόνο «νοοτροπίες». Ο Δ. Κουτσογιαννόπουλος κοντά στ’ άλλα, αγνοεί, φαίνεται, και το ειδικό βάρος των λέξεων που χρησιμοποιεί. Και στον παράγραφον αυτόν έχει πάλι η φάβα το λάκκο της. Λαογραφικά Σύμμεικτα Πόντου. Ήθη, έθιμα, Γλωσσικά Ιδιώματα, Παροιμίες, Θρύλοι & Παραδόσεις.
Συνεχίζεται . . .

"Φύλακες γρηγορείτε!„ Κινδυνεύει η γνησιότητα του ποντιακού δημοτικού τραγουδιού του Ξενοφώντα Κ. Άκογλου. Πηγή: Ποντιακή Εστία 1960

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print