"Φύλακες γρηγορείτε!„ Κινδυνεύει η γνησιότητα του ποντιακού δημοτικού τραγουδιού. Ξενοφώντας Κ. Άκογλου (Μέρος Β')

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Δημώδη Άσματα

Δημήτριος Κουτσογιαννόπουλος - καταγραφή δημοτικών τραγουδιών στην ΔραπετσώναΣυνέχεια από την προηγούμενη δημοσίευση . . .

7. Εύλογη εικασία. Και τα τρία αυτά σημεία των αστόχαστων ασυναρτησιών του Δ. Κουτσογιαννόπουλου δείχνουν ολοφάνερα το ιδρωκόπημα και το λαχάνιασμά του να εκπορθήσει το διάφανο, ανομολόγητο, ταπεινό υποκειμενικό του σκοπό, ρίχνοντας λάσπη προς κάθε άλλη όμοια γνήσια εκδήλωση των Ποντίων ομοτέχνων του. Έρχεται έτσι ο Δ. Κ., μόνος αυτός, σε αντίθεση διαμετρική προς όλες τις ποντιακές οργανώσεις, προς τον τύπο τον ελληνικό σύσσωμο και προς τους Ποντίους λογίους που ατομικά διαμαρτυρήθηκαν για το άστοχο μέτρο του Ε.Ι.Ρ. να καταργήσει τις ποντιακές μουσικολαογραφικές εκπομπές. Αντιδικία και διάψευση «πάντων και πασών» και μάλιστα με τρόπο τόσο κραυγαλέα ύποπτο για ιδιοτέλεια ευτελέστατη. Και μας θυμίζει ολόφτυστη τη λαϊκή παροιμία: «Σαν έχομε τέτοιους φίλους, τι τους θέλομε τους εχθρούς;»
Είναι αξιοπερίεργο, πράγματι, πως ένας «επιστήμων μουσικός» πέφτει σε τόσο επικίνδυνες κακοτοπιές. Επρόσεξα μ’ επιμέλεια τις εκατό περίπου αράδες του δίστηλου σημειώματός του. Κ’ εκεί βρήκα κάποια λύση: Στις εκατό αυτές αράδες, όπου κι αν αναφέρεται στα τραγούδια μας, χρησιμοποιεί τον όρο «ποντιακό τραγούδι». Πουθενά δεν αναφέρονται ως «δημοτικά» ή ως «λαϊκά». Στην αρχή μόνο της δεύτερης στήλης γράφει αορίστως: «Όλα αυτά τα τραγούδια που λέγονται Δ η μ ο τ ι κ ά (η υπογράμμιση δική του) διαιρούνται σε δύο κατηγορίες» κλπ. Όποιος «γινώσκει ά αναγινώσκει», διακρίνει, απ’ το ύφος στη διατύπωση, την κάποια περιφρόνηση αν όχι και την αποστροφή του Δ.Κ. προς τα γνήσια δημοτικά τραγούδια, όπως σώζονται στο στόμα του λαού. Διότι, τι εννοεί όταν γράφει: «Όλα τα τραγούδια που λ έ γ ο ν τ α ι Δημοτικά»; (’Η υπογράμμιση δική μας) Μήπως δεν είναι πράγματι δημοτικά, παρά μόνο λ έ γ ο ν τ α ι, μόνο, δημοτικά; Μήπως μόνο με «εξευγενισμό» που τους κάνει ο Δ.Κ. (και όχι «εξωραϊσμό», όπως χαρακτηρίσαμε την ιερόσυλη επέμβασή του) καταξιώνονται «επιφοιτήσει και ευλογίαις» του Δ.Κ. να ονομάζονται απλώς «Ποντιακά τραγούδια»; Μήπως κρύβεται κάτω απ’ όλα αυτά η υποσυνείδητη αντιεπιστημονική εγωκεντρική διαστροφή να υποκαταστήσει τον εαυτό του ως δημιουργό των δημοτικών μας τραγουδιών; Ας προσέξομε και τον ακόλουθο παράγραφο. Ίσως δείξει πως δεν πάμε πολύ μακρυά.
8. Εγωκεντρισμών συνέχεια. Την τολμηρή, πράγματι, πιο πάνω άποψή του και τις εύλογες εικασίες μας γι’ αυτή, τη στηρίζομε στο εξής γεγονός. Στο φύλλο της 10-5-1953 του «Προσφυγικού Κόσμου» σελ. 2, απ’ αφορμή επιδείξεων ποντιακών χορών και τραγουδιών στο θέατρο «Κεντρικόν» από τον Δ.Κ. γράψαμε, κοντά στα επαινετικά για την επίδειξη των χορών:
«...Σχετικά με την επίδειξη των Ποντιακών δημοτικών τραγουδιών, μένομε και τούτη τη φορά με τις ίδιες επιφυλάξεις που διατυπώσαμε στο 21-22 (1946) τεύχος των «Χρονικών του Πόντου», σελ. 536. Ατυχώς, παρά την ομολογία του την τοτεινή στην επίσημη εισήγησή του, ότι αρχικά «επλανήθη» στο δρόμο που πήρε για το Ποντιακό δημοτικό τραγούδι, δεν εφρόντισε να βρεί ή μάλλον ν’ ακολουθήσει και το δρόμο το σωστό ο φίλος Δ. Κουτσογιαννόπουλος.
Από τα λιγοστά, τα πέντε τραγούδια που παρουσίασε, φάνηκε η αστοχία του αυτή. Άχρωμα, στεγνά, τυποποιημένα, πάνω στα διαστήματα του πενταγράμμου της ευρωπαϊκής μουσικής και τα τρία τραγούδια του πρώτου μέρους του προγράμματος. Ο χρωματικός τόνος των δύο τελευταίων, που ανάγονται στο χρωματικό πλάγιο δεύτερο ήχο της εθνικής μας μουσικής, δε φανερώθηκε ούτε «καθ’ υποψίαν». (...) Δεν ήταν πολύ δύσκολο ν’ αντιληφθεί κανείς, πως και ο πεντάσημος ρυθμός του τραγουδιού «’Αητόντς επαραπέτανεν» είχε μεταπέσει σε τετράσημο, πράγμα που δυσκόλευε και τους λυράρηδες. Το ίδιο έγινε και με το τραγούδι «τού Ήλ’ ό κάστρον», στο δεύτερο μέρος...».
Αυτά γράψαμε. Τα διάβασε ο Δ.Κ. και στην πρώτη συνάντησή μας αφού μ’ ευχαρίστησε για τα όσα καλά έγραψα για την επίδειξη των χορών, επρόστεσε με τόνο προστατευτικό, χαϊδεύοντάς μου και τον ώμο: «Πρέπει να ξέρεις, φίλε μου Άκογλου, ότι κανένας δεν ξέρει το ποντιακό τραγούδι όπως εγώ. Ούτε ο Σπανίδης ούτε ο Παπαβραμίδης, ούτε ο Μπαϊρακτάρης και οι λοιποί που δεν έχουν ιδέα μουσικής. Μά και οι Πόντιοι λυράρηδες Γάραλης, πατέρας και γιός, Μπαϊρακτάρης, Παπαβραμίδης, Μαυρόπουλος, Γώγος κ.λ.π., δεν ξέρουν να παίζουν λύρα. Θα τους διδάξω εγώ πως πρέπει να παίζουν».
Τις αντιλήψεις του αυτές δεν τις είπε μόνο σε μένα. Τις έψαλε και σε πολλούς άλλους, στους λυράρηδές μας όλους, ως και στους αρμόδιους του μουσικού τμήματος του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας, όπως το διατυμπανίζει. Και πάντα, και σήμερα ακόμα, δε διστάζει να τις επαναλαμβάνει μπροστά σε όποιον κι αν βρίσκεται, με ύφος του έξαλλου εκείνου βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου 14ου που έλεγε: L’ état c’ est moi! — Το Κράτος είμαι εγώ!
Μά για σταθείτε, στο Θεό σας! Πού το πάμε έτσι; Δεν υπάρχει δηλαδή αυθεντική Ποντιακή μουσική λαογραφία δημιουργημένη από τον Ποντιακό λαό στο πέρασμα των αιώνων; Και στέκεται ένας «επιστήμων μουσικός» να δημιουργήσει μουσική λαογραφία όποιου λαού; Τότε συγχέομε επικίνδυνα τη μουσική λαογραφία με την έντεχνη μουσική δημιουργία. Είναι τόσο δύσκολο το πράγμα ώστε να μή το καταλαβαίνει ο Δ.Κ. ύστερα από επανειλημμένες αναλυτικές διασαφήσεις του θέματος, που αποτελούν, άλλωστε, τις στοιχειώδεις γνώσεις ενός που τόσο πομπωδώς κορδακίζεται να αυτοαποκαλείται «επιστήμων μουσικός»; Δεν το καταλαβαίνει ότι και αλλιώς, με τις αυθαίρετες του αυτές υποτιμά τις καλλιτεχνικές δημιουργίες του ποντιακού λαού, τις αξιολογημένες και από ξένους μουσικολόγους, εκθέτοντας θανάσιμα και την «επιστημοσύνη» του, αλλά και τη στοιχειώδη νοημοσύνη του;
9. Η καταδεχτικότητά του. Το μόνο σωστό που γράφει ο Δ. Κ. είναι εκεί που λέγει: «Ήθελα ν’ αποφύγω ν’ απαντήσω στον κ. Άκογλου, γιατί ο ίδιος ούτε επιστήμων μουσικός είναι, ούτε καν μουσικός...». Τον ευχαριστώ για τη νέα είδηση και ιδιαίτερα γιατί καταδέχτηκε ένας «μουσικός επιστήμων» ν’ απαντήσει σ’ ένα κοινό θνητό άμουσο. Για την καταδεχτικότητά του αυτή επιφυλάσσομαι να τον ευχαριστήσω και πιο κάτω. Δημώδη Ακριτικά Άσματα Πόντου - Καταγραφές άρχοντος πρωτοψάλτου Τριαντάφυλλου Γεωργιάδη
Ξενοφώντας Άκογλους (Ξένος Ξενίτας) ο Κοτυωρίτης μέγας Λαογράφος μας 10. Και άλλες νοθεύσεις. Νομίζω πως τούτη τη φορά, μετά την έγγραφη αποκάλυψη της νοοτροπίας, των διαθέσεων και των προθέσεών του, δεν μου επιτρέπεται να παραλείψω και ορισμένες άλλες νοθεύσεις και παραχαράξεις του Ποντιακού Δημοτικού Τραγουδιού από το Δ. Κουτσογιαννόπουλο:
Στο «Αρχείον Πόντου» τόμος Α' και Β', είναι δημοσιευμένα 45 ποντιακά δημοτικά τραγούδια, με ευρωπαϊκή σημειογραφία από το Δ.Κ. Μού έλεγε ο μακαρίτης Χρυσόστομος Μυρίδης, μόνιμο μέλος του Δ.Σ. της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών: «Πέσαμε έξω που τα δημοσιεύσαμε χωρίς να τα ελέγξομε. Τα δώσαμε κατόπιν εορτής, σε μουσικούς δόκιμους να μας τα τραγουδήσουν. Και έχουν σοβαρές παρεκκλίσεις από τη γνησιότητα των τραγουδιών μας». Ο έλεγχος μπορεί να γίνει και σήμερα από ονομαστούς μουσικούς μας. Τι έχει να μας πεί γι’ αυτά ο ίδιος ο Δ. Κουτσογιαννόπουλος;
11. Αντικειμενική αντιμετώπιση του θέματος. Ας μη νομιστεί πως η αυστηρότητα τούτου του σημειώματος, που πηγάζει από την ίδια σοβαρότατη φύση του θέματος, έχει τίποτε το προσωπικό κίνητρο. Όσες φορές γράψαμε, επαινέσαμε και προβάλαμε την εργασία του Δ.Κ. στο κεφάλαιο των Ποντιακών χορών· μά και με τον πιο μετρημένο τρόπο που γίνεται, διατυπώσαμε τις επιφυλάξεις μας για την παραποιημένη παρουσίαση των δημοτικών μας τραγουδιών. Και το σημειώνομε και ας το μάθει για πρώτη φορά ο Δ.Κ., ότι κάθε φορά προλάβαινα επεισόδια εις βάρος του κατά τις επιδείξεις που οργάνωνε, για τις κραυγαλέες παρεκκλίσεις του αυτές, από σοβαρούς συμπατριώτες, όπως οι αδελφοί Γ. και Κ. Βαφειάδη με ζωντανό το αισθητήριο της γνήσιας ποντιακής μουσικής και λοιποί που ήθελαν ν’ αποχωρήσουν επιδεικτικά ομαδικώς, και άλλοι να προβούν σε αποδοκιμασίες. Είχα την ελπίδα ότι τελικά θα βρεί το σωστό δρόμο. Και μόνο στο σημείο αυτό κατάφερε να με διαψεύσει πανηγυρικά, εις βάρος του ποντιακού δημοτικού τραγουδιού και προς ηθική ζημία του ίδιου προσωπικώς.
12. Διαπίστωση - ξεχώρισμα ευθυνών. Τώρα που διαπιστώνεται ότι ο Δ.Κ. είναι αμετανόητος—και απ’ όλες τις ενδείξεις μάλλον «ανεπίδεκτος» στην αφομοίωση και απόδοση του γνήσιου ποντιακού δημοτικού τραγουδιού—δεν επιτρέπεται πιά καμιά επιφύλαξη κ’ επιβάλλεται να διατυπώσομε ωμά και απερίφραστα ότι: ο Δ. Κουτσογιαννόπουλος αποτελεί τον υπ’ αριθμόν 1 κίνδυνο για την παραχάραξη και αλλοίωση των δημοτικών μας τραγουδιών.
Ευχαριστώ λοιπόν και πάλιν όλως ιδιαιτέρως τον Δ.Κ. που μού έδωκε και εγγράφως την ευκαιρία ν’ απαλλαγώ από τον εφιάλτη της ευθύνης που με πιλάτευε, για την κάποια προβολή έως τώρα—έστω και μ’ επιφυλάξεις—του έργου του. Ο Δ.Κ. πήρε θάρρος από την ανοχή όλων μας, σε βαθμό να τολμήσει να αντιδράσει σοβαρά—δίχως να του περάσει—στην εμφάνιση του Ν. Σπανίδη και της Ελένης Μπαϊρακτάρη–Κοταλακίδη, κατά την εκδήλωση του «Ποντ. Καλλ. Οργανισμού», που στάθηκε αφορμή για τις σημερινές αποκαλύψεις. Ο λόγος είναι διάφανος: Ήθελε ν’ αποφύγει τις συντριπτικές με τη διδασκαλία του συγκρίσεις. Ωστόσο, το θάρρος που του δώσαμε όλοι, τον ανέβασε στα σύννεφα και του κακοφαίνεται πιά να προσγειωθεί και να πατήσει τη στερεά γή που την πατούμε όλοι εμείς οι άμουσοι. Του ξεφεύγει το νόστιμο εκείνο που είπε κάποιος Γάλλος συγγραφέας: «Είναι φρόνιμο να κρατούμε γερά από κάτω το σπάγγο, όταν πετάει πολύ ψηλά ο χάρτινος αετός μας». Τού ξεφεύγει ακόμα και το λαϊκό γνωμικό, που δογματίζει ότι «δεν προκαλούν σε πετροπόλεμο όσοι κατοικούν σε σπίτια γυάλινα». Και το θάρρος του έφτασε στα όρια του θράσους, σε βαθμό «ν’ αποπτύση πάντα χαλινόν», και πολλά τα δεινά να εγκυμονεί η συνεχιζόμενη ανοχή, εισβάρος του δημοτικού μας τραγουδιού.
Ο Κωνσταντίνος Ρωμαίος ήταν αρχαιολόγος, ο πρώτος καθηγητής κλασικής αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Ακαδημαϊκός και πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών. Γεννήθηκε στα Βούρβουρα Αρκαδίας το 1874 και πέθανε στην Αθήνα το 196613. Γνώμη τσεκουράτη ακαδημαϊκού. Ο σοφός μας ακαδημαϊκός Κ. Ρωμαίος, στο λόγο του κατά την πανηγυρική συνεδρίαση της Ακαδημίας Αθηνών της 27 Δεκεμβρίου 1956, που δημοσιεύτηκε στο 709 τεύχος της 15–1–1957 του περιοδικού «Νέα Εστία», μας λέγει: «...Η ελάχιστη παρέκκλισις αρκεί να νεκρώση ή να εξευτελίση μέχρι γελοιοποιήσεως του δημοτικού (τραγουδιού). Διά τούτο πολύ πρέπει να προσέξουν εις το κεφάλαιον τούτο οι σχετικοί αρμόδιοι. Η εκτέλεσις των λαϊκών μελωδιών υπό του τραγουδιστού και των οργανοπαικτών πρέπει να είναι η αρίστη. Άλλως να λείπη».
14. Συμπερασματικά: Είναι καιρός πλέον οι Οργανώσεις και τα Σωματεία μας ν’ αναμετρήσουν τις ευθύνες τους και να σπεύσουν πριν να είναι πολύ αργά, να εξασφαλίσουν τη γνήσια απόδοση των Ποντιακών τραγουδιών, τόσο για αρχειακή χρήση, όσο και για τη διδασκαλία και την επιβίωσή τους—όσο θα πάει—στα κέντρα των Ποντιακών παροικιών των μεγάλων πόλεων. (Στα χωριά, τα κατοικούμενα από Ποντίους, Ιδίως στη Μακεδονία, θα διατηρηθεί περισσότερον καιρό, αμόλευτο και δίχως διδασκαλία). Να το εξετάσουν το θέμα και να το ε λ έ γ χ ο υ ν α υ σ τ η ρ ά στο μέλλον, με τη συνεργασία—την πρόθυμη, πιστεύω—και των αρμοδίων με αυθεντικό κύρος ειδικών: του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών, του «Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών» της κυρίας Μέλπως Μερλιέ (τμήμα Μουσικού Λαογραφικού Αρχείου) και του «Συλλόγου προς διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής» του Σ. Καρά. Και ν’ ανακόψουν κάθε τάση για παρεκκλίσεις και παραχαράξεις των τραγουδιών μας. Αλλιώς ν’ απομακρύνουν δίχως κανένα δισταγμό, κάθε παραβάτη. Όσο κι αν είναι πασίγνωστο, δεν το θεωρώ περιττό να το τονίσω κ’ εδώ, ότι απαγορεύονται αυστηρά από την επιστήμη της λαογραφίας (όπως μας δίνει σε αδρές γραμμές το διάγραμμά της ο Ιδρυτής και πατέρας της στην Ελλάδα αείμνηστος Νικόλαος Πολίτης στο Δελτίο της Λαογραφικής Εταιρείας, Τόμος Α'), κάθε είδους παρεκκλίσεις και εκτροπές απ’ τη γνησιότητα των λαογραφικών μνημείων και στοιχείων, που φέρονται στο στόμα του λαού και συνάζονται από τους συλλογείς. Άλλωστε, τι τις θέλομε τις απίθανες αυτές, τις εκτρωματικές ωραιοποιήσεις δήθεν και τους αρχοντοχωριάτικους «εξευγενισμούς»; Τα τραγούδια μας «από μόνα τους την έχουν την ομορφιά, και μόνο με την παρθενιά τους λάμπει η χάρη τους. Όχι, δεν έχουν ανάγκη από κοκκινάδια και ξενικά ψιμύθια τα ρόδινα «μάγ’λα τή Κρωμέτσας» και τα φλογερά χείλη «τή Ματσουκάτσας», καθώς γράφαμε στο φύλλο του «Προσφυγικού Κόσμου» του 1953, που μνημονέψαμε πιο πάνω.
Ας κινηθούμε λοιπόν όλοι δραστηρίως για να προληφθεί μια ζημία ανυπολόγιστης σημασίας και εκτάσεως στις καλλιτεχνικές δημιουργίες του Ποντιακού Λαού—συγκεκριμένως στα άχραντα δημοτικά μας τραγούδια. Δημώδη άσματα Πόντου (Playlist)
’Αθήνα 29 Σεπτεμβρίου 1960, Ξενοφώντας Κ. Άκογλους

"Φύλακες γρηγορείτε!„ Κινδυνεύει η γνησιότητα του ποντιακού δημοτικού τραγουδιού του Ξενοφώντα Κ. Άκογλου. Πηγή: Ποντιακή Εστία 1960

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print