Σην Σαντά πα π’ έντρισεν - Δημώδες άσμα Σαντάς Πόντου
Και ΄ς σην Σαντά πα π’ έντρισεν μη λέει είμαι αντρισμέντ’σσα,
ο πρόσωπος ατς κ̆ι γελά πάντα τυραννιμέντ’σσα.
Τ’ αρνί μ’ επέρεν το χ̆έρι μ’ είπε ‘με αφήνω υείαν,
και τα δάκρυα̤ ν-εστήλωναν και σ’ εμόν την καρδίαν.
Σην Σαντά πα π’ έντρισεν - Δημώδες άσμα Σαντάς Πόντου
Τ’ ομμάτα̤ μ’ εγομώθανε ερχίνεσα να κλαίω,
‘κ̆’ επόρεσα και ΄ς σο καλόν το γιαρόπο μ’ να λέω.
Λεξιλόγιο:
• Πά = πάλι
• Αντρίζω = συνέρχομαι μετ’ ανδρός. Λέγεται επί γυναικός : Αν έντρισες νούνιξον και την χ̆ερεία σου. (Εκδίδω εις γάμον : Έντρισα την θεγατέρα μ’). Άντρισμα = σύζευξις μετ’ ανδρός : Κορίτζιν τ’ αντρισματί = κορίτσι της παντρειάς. Αντρισμέντ’σσα = παντρεμένη
• Στηλώνω = απ’ το αρχαίο στηλώ = στήνω κάτι όρθιο. Στυλώνω και στηλούμαι = στέκω όρθιος. Ο Σανταίος τη καταγωγή λυράρης Θεόφιλος Ασλανίδης ερμηνεύει τη λέξη Στηλώνω με την έννοια καρφώνω.
• Γομώνω = γεμίζω -πληρώνω
• Γιάριν – γιάρ (Εκ του Περσικού yar = φίλος). Αγαπητό πρόσωπο – υποκοριστικό Γιαρόπον
Ποντι(α)κή Διαλεκτολογία - Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης - www.kotsari.com