Περί αμφιέσεως στον Πόντο - Δημοσθένη Η. Οικονομίδη – Αρχείον Πόντου Τόμος 2ος (1929) Επιτροπή Ποντιακών Μελετών

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Ενδυμασίες

Περί αμφιέσεως στον Πόντο - Δημοσθένη Η. Οικονομίδη 1929 Καθώς η Ελληνική του Πόντου διάλεκτος και πολλά του Ελληνισμού της χώρας έθιμα διαφέρουσι των αλλαχού εις το ομογενές στοιχείον επικρατούντων, oύτω διάφορος εν πολλοίς παρουσιάζεται και η εγχώριος των Ποντίων ενδυμασία και ίδια η γυναικεία.

Επειδή δε και ως προς τα ενδύματα η επίδρασις της εισδύσεως του νεωτερισμού από ικανών ήδη ετών δεν έλειψε να επενέγκη και παρ’ αυτοίς μεταρρύθμισιν τινά περί το νεωτερικότερον και αναντιρρήτως εντός ολίγου χρόνου ως εκ των νέων συνθηκών του βίου των Ποντίων των δημιουργηθεισών και εις αυτούς εκ της μεγάλης εθνικής καταστροφής θα εκλείψωσι και τα εισέτι ενιαχού των νέων εγκαταστάσεων αυτών οπωσδήποτε σωζόμενα λείψανα της γνήσιας εγχωρίου ενδυμασίας των, επιβάλλεται όπως δια μιας όσο το δυνατόν λεπτομερούς και άρτιας περιγραφής ενός εκάστου ενδύματος εγχώριου ανδρικού και γυναικείου διαιωνίσωμεν τα είδη ταύτα της αμφιέσεως παραθέτοντες μάλιστα και ικανάς εκ διαφόρων του Πόντου μερών εικόνας των περιγραφόμενων το μεν προς πλήρη τούτων κατανόηση και καλυτέραν του αναγνώστου διαφώτισιν, το δέ καί ίνα ούτω φεισθή αυτών ο πανδαμάτωρ χρόνος δια την ιστορία του τόπου. Περί αμφιέσεως στον Πόντο - Δημοσθένη Η. Οικονομίδη - Αρχείον Πόντου 1929. Προς τον σκοπόν τούτον βεβαίως ευχής έργον θα ήτο αν και τούδε περισυλλεγόμενα και εισέτι οπωσδήποτε σωζόμενα κειμήλια της γνήσιας Ποντικής αμφιέσεως κατετίθεντο εις το ενταύθα ιστορικόν και εθνολογικόν μουσείον, ή άν αυτόκλητοι εδώρουν ταύτα εις τούτο οι κάτοχοι των. Σημειωτέον ενταύθα ότι, ενώ ο πανταχού εισδύσας νεωτερισμός προκειμένου περί της αμφιέσεως, παρ’ ημίν εισήχθη κατ’ αρχάς μόνο εις την ανδρική ενδυμασία (και τούτο ευνόητον, διότι πλείστοι άνδρες και μάλιστα της τάξεως των βιοτεχνών και των εμπορευομένων, ταξιδεύοντες εις διάφορα μέρη άλλων χωρών ή και επί πολλούς μήνας, πολλάκις δε επί ολόκληρα έτη, εν Μολδοβλαχία, Καυκάσω και Ρωσία, καθόλου εργαζόμενοι ως εκ της μετά των ξένων επικοινωνίας, ευκολώτερον εμιμούντο τούτους και ως προς τον ιματισμόν), από 70 και πλέον ετών το νεωτεριστικό πνεύμα επέδρασε και επί την ενδυμασία των γυναικών, ιδίως εις τας κωμοπόλεις και τας παραλίους πόλεις, ούτως ώστε κατά τους νεωτέρους χρόνους, αι πλείσται αυτών και εις τα ενδότερα έτι (πλην των χωρίων) ενδύονται ευρωπαϊστί, ολίγαι δε μόνον διασώζουσιν έτι την παλαιάν ενδυμασίαν και αύται βεβαίως είναι αι γραίαι και τινες χωρικαί. Επειδή δε εν τη παρούση μελέτη πρόκειται να περιγραφή η εγχώριος ελληνική των Ποντίων ενδυμασία από της τουρκοκρατίας και εντεύθεν, άξιον παρατηρήσεως προπαντός είναι, ότι, καθώς η τουρκική γλώσσα εν μεν τη Μικρά Ασία επεβλήθη σχεδόν πανταχού εις τους ομογενείς, εν δε Πόντω επέδρασε πολύ επί την εξέλιξιν της εγχωρίου διαλέκτου, χωρίς όμως και να αλλοιώσει τον ελληνικόν αυτής χαρακτήρα ή και να εξαλείψη πολύτιμους της αρχαίας κληρονομιάς της αδάμαντας, ούτω και η τουρκική ενδυμασία εξήσκησε επίδρασιν τινά επί την εγχώριον Ελληνική και δη μεγαλύτεραν μεν, όσον αφορά εις την ανδρικήν, μικροτέρα δε, προκειμένου περί της γυναικείας, ο δε λόγος δι’ όν η ανδρική αμφίεσις περισσότερον επηρεάσθη ή η γυναικεία, οφείλεται εις το γεγονός ότι οι μεν άνδρες καθ’ εκάστην ήρχοντο εις άμεσον σχέσιν και Περί αμφιέσεως στον Πόντο - Δημοσθένη Η. Οικονομίδη 1929 επικοινωνία προς τους τούρκους, οι γυναίκες όμως σπανιότερων επικοινώνουν προς τας χανουμίσσας και της τοιαύτης επιδράσεως μαρτύρια προβάλλουσιν και τα τουρκικά ονόματα πολλών ενδυμάτων ανδρικών και γυναίκειων παρ’ ημίν, ως και υφασμάτων εξ ών ταύτα κατασκευάζοντο, αν και δεν αποκλείεται και η πιθανότις ότι ουκ ολίγα ενδύματα καίπερ εκ πρώτης αρχής γνησίως Ελληνικά ηδύνατο να προσλάβωσιν ονόματα τουρκικά, αφού παρέλαβαν τα είδη ταύτα οι τούρκοι παρ’ ημών, την δε πιθανότητα ταύτην της αντιθέτου επιδράσεως ενισχύει αναμφισβήτητος αλήθεια, ότι και αυτά τα καθαρώς τουρκικά ενδύματα κατασκευάζοντο υπό ημετέρων, διότι οι τούρκοι δεν έχωσι ίδιους ράπτας και ότι πολλά είδη ήσαν εν χρήσει παρ’ ημίν και προ της τουρκοκρατίας ως μαρτυρούσι τα εξής εκ παραλλήλου ελληνιστί και τουρκιστί φερόμενα: νυχτικόν και gετζ̌ελίκ, ‘σώβρακον και ίστονιν, ζιπούνα και εντερή, καδένα και κιοστέκ. Άξιον παρατηρήσεως προσέτι ενταύθα είναι ότι υπήρξαν περίοδοι της τουρκοκρατίας καθ’ ας, εν ώ η ενδυμασία των Ποντίων ανδρών δεν διέφερε σχεδόν της των τούρκων, δεν επετρέπετο να έχει αυτή χρώμα πράσινον, κίτρινον ή και κόκκινον, ως και εν Μικρά Ασία καθόλου. Μείζονα ελευθερίαν περί την εκλογή του είδους και τον τρόπον της κατασκευής των ενδυμάτων ως και τον χρωματισμόν αυτών είχον αι Ελληνίδες και δια τούτο η ενδυμασία αυτών φέρει μεν και αυτή χαρακτήρα Ανατολικόν δεν φαίνεται όμως επηρεασθείσα πολύ εκ της των οθωμανίδων, τό δέ πολυτελές αυτής δύναται να αναχθεί εις τους προ της τουρκοκρατίας χρόνους της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντος ότε αύτη ακμάζουσα εμπορικώς εχρησίμευεν ως εργαστηρίον κοινόν, ‘η εμπόριον της οικουμένης απάσης, καθ’ ά ιστορεί και ο Βησσαρίων εν τω εις Τραπεζούντα Εγκώμιον αυτού (Εκδ. Σπ. Λάμπρου, σελίδα 21, Αθήναις 1919) και εισήγοντο ενταύθα προς πώληση ου μόνον υπό τον Γενουηνσίων και Ενετών μεταξύ άλλων και διάφορα μεταξωτά, αλλά και εκ της Περσίας και της Αιγύπτου ενδυμασίαι, εκ της Κιλικίας διάφορα υφάσματα και αλλαχόθεν σηρικά ως παραδίδει ο αυτός Βησσαρίων (ένθ’ ανωτέρω σελίδα 20) λέγων, Μηδική τε εσθής και Αυγύπτιος και τα Σηρών νήματα…και τα Κιλίκων υφάσματα ούκ ελάττω παρ’ ημίν ή παρ’ οίς φύονται». Και ουδόλως απίθανον, ότι δια της εμπορικής επικοινωνίας των Τραπεζουντίων κατά τον Μεσαίωνα μετά τις απωτέρας Ανατολής, πολλά και διάφορα εκείνες προϊόντα εν οις και εις την αμφίεσιν χρήσιμα εισήγοντο εις την αγορά τούτων. Αλλά και βραδύτερον η ακμή και ο πλούτος των αρχιμεταλλουργών της Χαλδίας επί τουρκοκρατίας ουκ ολίγον συνετέλεσεν όπως εκ Δαμασκού της Συρίας, Χαλεπίου της Μεσοποταμίας και Τριπόλεως της Αφρικής εισάγωνται έξοχα μεταξωτά οίον κουτνία, Gεζία, ζώναι λεγόμεναι τραπουλούζ, προς κατασκευήν γυναικείων ιδίως ενδυμάτων και χρυσοΰφαντα ωσαύτως ως το λεγόμενο σεβαϊν και άλλα εξ’ ων κατασκευάζοντo ού μόνον ζιπούναι ανδρικαί και γυναικείαι και σαλβάρια γυναικεία, αλλά και στολαί ιερατικαί, εκ δε της Λαχόρης περιωνύμου πόλεως του Θιβέτ προήρχετο το περίφημο λεπτόν μάλλινο ύφασμα εξ’ ού έλαβε το όνομα και το λεγόμενο λαχόρ’ ζωνάρ. Φυσικόν δε ήτο, όπως οι Αρχιμεταλλουργοί ως προνομιούχοι και βαθύπλουτοι, εν χλιδή ζώντας πολυτελώς ενδύωνται, ανάλογον δε φέρουσιν αμφίεσιν και αι γυναίκες αυτών και κοσμήματα βαρύτιμα, τούθ’ όπερ εφιλοτιμούντο νά μιμώνται και αι άλλαι κοινωνικαί τάξεις αναλόγως προς την θέσιν αυτών και την οικονομική ευεξία των. Εννοείται ότι ομοία σχεδόν προς την των Ελλήνων ενδυμασία ήτο και η των Αρμενίων της χώρας, ταύτης. Η εν Πόντω ανδρική των Ελλήνων ενδυμασία της οποίας ολίγον παραλλάσσει η τοιαύτη των εν Μικρά Ασία ομογενών παρουσιάζει ομοιότητά τινα προς την Χίων, Κρητών και άλλων νησιωτών, μετά της διαφοράς ότι η παρ’ αυτοίς βράκα εις τα σκέλη είναι βραχύτερα του ποντικού σ̌αλβαρίου φθάνουσα μέχρι των γονάτων (ως και εν Σάντα του Πόντου), εις το μέσον δε εκ των πτυχών των συσσωρευόμενων έμπροσθεν και όπισθεν σχηματίζει ουράν εκτεινόμενη και κάτωθεν των γονάτων. Αντί του εν Πόντω ισ̌λικίου φέρουν ούτοι είδος γελεκίου κουμβωνομένου με κομβία πλαγίως και περί το φέσιον δένουν τσ̌ίτι διπλωμένον (ως και ενιαχού του Πόντου παρατηρείτο και τούτο). Προς δε την γυναικείαν των Περί αμφιέσεως στον Πόντο - Δημοσθένη Η. Οικονομίδη 1929 Ποντίων ενδυμασίαν ομοιότητα τινα παρουσιάζει η τοιαύτη ενιαχού της Κύπρου φερόμενη ως φαίνεται εκ της εικονογραφίας Κυπριωτοπουλών αίτινες χόρεψαν εις τας εορτάς τας γενομένας προ των παγκυπρίων Πανελλαδικών αγώνων, η συνήθης παρά χωρικαίς της Μακεδονίας και Ελευσίνος και παρά τις αλβανοφώνοις της Σαλαμίνος, και η ομοιότης αύτη παρατηρούμενη κατά τον Π. Φουρίκιν και εις την ενδυμασίαν των γυναικών παλαιών Αθηνών, Σαλαμίνος, Αιγίνης, κοινής Μεγάρων, Μάνης και Νεβ-σ̌εχήρ αποδεικνύει ότι το είδος της γυναικείας προπάντων ενδυμασίας εις τας χώρας ταύτας και εις τον Πόντον ανάγεται εις την αυτήν αρχήν φθάνουσαν τουλάχιστον μέχρι των μεταγενεστέρων βυζαντινών χρόνων, καθ’ όσον μάλιστα ήδη κατά τον μεσαίωνα παρατηρείται χιτών γυναικείος ομοιάζων προς την εν Πόντω ζιπούνα και επί της κεφαλής αρχοντισσών της αυλής του Βυζαντίου είδος τι καλύμματος της κορυφής εξ’ ου φαίνεται, ότι εξειλίχθη έπειτα η Ποντική τάπλα, αν μη παρελήφθη αύτη εκ της γυναικείας των Περσών αμφιέσεως. Παραδοσιακές ανδρικές & γυναικείες ενδυμασίες (φορεσιές) των Ελλήνων του Πόντου

Βιβλιογραφία:
1. «Οι Αρχιμεταλλουργοί του Πόντου και το εθνικόν αυτών έργον» Γεώργιος Κανδηλάπτης (Κάνις), Αλεξανδρούπολις 1929.
2. «Μικρασιατικά» εν Αθήναις 1891, Ιωάννης Βαλαβάνης, σελ.181-182.
3. Γάμος και γαμήλια σύμβολα παρά τοις Αλβανοφώνοις της Σαλαμίνος» εν Αθήναις 1927 σελ 11 & 30 – Π. Φουρίκη

Πηγή: "Περί αμφιέσεως στον Πόντο" του Δημοσθένη Η. Οικονομίδη, έτος 1929 – Αρχείον Πόντου Τόμος 2ος Επιτροπή Ποντιακών Μελετών.

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print