Ζευγάρι Ελλήνων Κερασουντίων στις αρχές του 1900

Κερασούντα Πόντου αρχές του 1900. Απαθανατίζεται ένα ζευγάρι Ελλήνων Κερασουντίων το οποίο φωτογραφίζεται σε στούντιο της εποχής.
Δυστυχώς δεν διασώζονται οι πληροφορίες αναφορικά με τα στοιχεία τους (ονοματεπώνυμο, καταγωγή, χρονολογίες γέννησης κτλ). Όπως συνηθιζόταν ήδη απο τα τέλη του 18ου και έπειτα η ανδρική ενδυμασία των ελλήνων αστών στον Πόντο είχε εξευρωπαϊστεί και οι παραδοσιακές ενδυμασίες προτιμούνταν μόνο απο τους ηλικιωμένους ενώ οι νέοι φορούσαν επετειακά τις ζίπκες τους στις πανηγύρεις των μεγάλων μοναστηριών και ενοριών του τόπου τους. Ο ευρωπαϊκός τρόπος ένδυσης στον καθημερινό βίο είχε εισδύσει και στα αστικά σπίτια των πόλεων του Πόντου. Παρόλα ταύτα οι γυναίκες και τα νεαρά κορίτσια είχαν κρατήσει και τον παραδοσιακό τρόπο ένδυσης με τις επιχώριες γιορτινές τους πολύτιμες απο όλες τις απόψεις φορεσιές.
Η Κερασούς, πόλη του Εύξεινου Πόντου, ήταν αποικία της Σινώπης και μία απο τις σπουδαιότερες πόλεις του Πόντου η οποία απο πολύ νωρίς αναδείχτηκε ανεξάρτητη Μητρόπολη. Κατά την πρώτη Οικουμενική σύνοδο της Νίκαιας, 325 μ.Χ, αναφέρεται το όνομα του Γρηγορίου ως επισκόπου Κερασούντας. Υπηρξε σημαντικό εμπορικό λιμάνι στα Βυζαντινά χρόνια και έδρα κομμερκίου (αυτοκρατορική διοικητική υπηρεσία ελέγχου του εμπορίου). Η Κερασούντα εξήγαγε κυρίως ενδύματα και στυπτηρία, ενώ υπήρξε και κέντρο παραγωγής φουντουκιών. Στα χρόνια της Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών η πόλη έγινε έδρα βάνδου και αποτέλεσε στόχο των τουρκομανικών επιδρομών. Την σημασία της για την αυτοκρατορία φανερώνουν μεταξύ άλλων και οι οχυρώσεις της. Στην εκκλησιαστική ιεραρχία η Κερασούντα μαρτυρείται από τον 5ο αιώνα ως Επισκοπή της Μητροπόλεως Νεοκαισαρείας, ενώ τον 11ο αιώνα προβιβάστηκε σε Μητρόπολη χωρίς υφιστάμενες επισκοπές. Παραδοσιακές ανδρικές & γυναικείες ενδυμασίες (φορεσιές) των Ελλήνων του Πόντου - Ζωντανεύοντας τις μνήμες των Ελλήνων του Πόντου - Κερασούντα Πόντου (Giresun). Ήθη, έθιμα, χοροί και τραγούδια των Ελλήνων της Κερασούντας του Πόντου.
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com