Το Βάλς. Από τα σαλόνια της Ευρώπης στον Ελληνικό Πόντο
Το βαλς έλκει την καταγωγή του από τον 13ο αιώνα στα αγροκτήματα της Αυστρίας και της Βαυαρίας. Οι χωρικοί χόρευαν ζωηρούς, κυκλικούς χορούς (όπως ο Ländler) που έδωσαν το όνομα τους στον χορό.
Το Waltz είναι ένας ευρωπαϊκός χορός με βαθιές ρίζες στον 18ο αιώνα, ο οποίος γεννήθηκε στις αγροτικές περιοχές της Αυστρίας και της νότιας Γερμανίας και εξελίχθηκε ώστε να κατακτήσει τις βασιλικές αυλές και τον κόσμο. Συχνά αποκαλείται «ο χορός των ονείρων και των αναμνήσεων» λόγω των ρευστών κινήσεών του και της αρμονικής ροής του. Οι πρόγονoι του περιλάμβαναν ζωντανούς αυστριακούς και βαυαρικούς χορούς όπως ο "Ländler", με στροφές και κρατήματα από τους ώμους ή τη μέση. Η γερμανική λέξη "waltzen" σημαίνει «στρέφομαι» ή «γυρίζω», χαρακτηρίζοντας έτσι την κίνηση του χορού. Στις αρχές του 19ου αιώνα, και ιδίως μετά το Συνέδριο της Βιέννης το 1815, το Waltz μπήκε στα σαλόνια της υψηλής κοινωνίας και έγινε ο αγαπημένος χορός των διπλωματών και των ευγενών, υποστηριζόμενο από τις συνθέσεις μουσικών της εποχής. Αρχικά θεωρήθηκε τολμηρό και προκάλεσε αντιδράσεις επειδή οι χορευτές βρίσκονταν πολύ κοντά αγκαλιασμένοι, αλλά η γοητεία του ρυθμού 3/4, η κομψότητα και η ρομαντική του φύση υπερίσχυσαν γρήγορα. Μια παρατήρηση θα είχαμε να κάνουμε σε αυτό το σημείο που αφορά στο γεγονός της μετάβασης ενός καθαρά δημοτικού αγροτικού χορού από την Βαυαρική ύπαιθρο στα σαλόνια των αριστοκρατών, ακόμα και στα αυτοκρατορικά ώστε να αποτελεί μέρος των μεγάλων επίσημων καθιερωμένων δεξιώσεων με τις πολύτιμες τουαλέτες και τα πανάκριβα κοστούμια των ευγενών και των υψηλών προσκεκλημένων. Στον Πόντο συνέβει με αντίθετη κατεύθυνση, απο τα σαλόνια στην ύπαιθρο. Κάρς (Γάρς) & Καύκασος. Ιστορία - Λαογραφία - Πολιτισμός
Μεγάλης φήμης Ευρωπαίοι και Ρώσοι συνθέτες με τεράστια απήχηση των έργων τους ασχολήθηκαν ιδιαιτέρως και συνέθεσαν μουσικά συμφωνικά έργα τοποθετημένα επάνω στον χορό Βάλς.
-• Οικογένεια Στράους (Johann Strauss Senior & Junior, Josef, Eduard): Αποτελούν την απόλυτη κορυφή του βιεννέζικου βαλς. Ο Johann Strauss ο νεότερος έγραψε μερικά από τα διασημότερα έργα παγκοσμίως, όπως «Ο Γαλάζιος Δούναβης» (The Blue Danube) και «Φωνές της Άνοιξης» (Voices of Spring).
-• Frédéric Chopin (Φρεντερίκ Σοπέν): Έγραψε αριστουργηματικά βαλς για πιάνο (όπως το γνωστό «Βαλς του Λεπτού» / Minute Waltz), τα οποία δεν προορίζονταν για χορό στις αίθουσες, αλλά λειτουργούσαν ως υψηλή καλλιτεχνική δημιουργία και μουσική σαλονιού.
- • Pyotr Ilyich Tchaikovsky (Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι): Ενσωμάτωσε μαγευτικά βαλς στα μπαλέτα του, όπως η «Λίμνη των Κύκνων», ο «Καρυοθραύστης» (Waltz of the Flowers) και η «Ωραία Κοιμωμένη».
- • Johannes Brahms (Γιόχανες Μπραμς): Συνέθεσε έναν κύκλο από εξαιρετικά βαλς (Op. 39), αρχικά γραμμένα για πιάνο ντουέτο, τα οποία διακρίνονται για τον εσωτερικό, λirικό και νοσταλγικό τους χαρακτήρα.
- • Franz Schubert (Φραντς Σούμπερτ): Έγραψε εκατοντάδες μικρά χορευτικά κομμάτια για οικιακή χρήση και χορό στη Βιέννη, με πιο γνωστά τις συλλογές Valses Sentimentales και Valses Nobles.
- • Maurice Ravel (Μωρίς Ραβέλ): Δημιούργησε πιο μοντέρνες και σύνθετες εκδοχές του είδους, όπως τα Valses nobles et sentimentales και το ορχηστρικό αριστούργημα La Valse.
Άποψη μου είναι ότι οι επαφές αυτές μεταξύ των αριστοκρατών, των πριγκήπων και βασιλέων της εποχής εκείνης, η ανταλλαγή προσκλήσεων σε τέτοιους χορούς στα ανάκτορα και τις μεγάλες επαύλεις των ευγενών, υπο την συνοδεία κλασικής ορχήστρας δωματίου, συνετέλεσε στην εξάπλωση του χορού Βάλς εκτός Αυστρίας και Βαυαρίας. Έτσι έφτασε σε όλες τις μεγαλουπόλεις της Ευρώπης, των Βαλκανίων, της Ελλάδος, της μεγάλης Ρωσίας κτλ. Γνωρίζουμε ότι η τεράστια εμπορική και επιχειρηματική δραστηριότητα των επιφανών Ελλήνων του Πόντου ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα κατέστη επωφελής όχι μόνο για τις οικογένειες τους αλλά και για τον ιδιαίτερο τόπο καταγωγής τους όπου αναδείχτηκαν μεγάλοι ευεργέτες με δωρεές ασύλληπτων για την εποχή εκείνη χρηματικών ποσών για την ίδρυση και κατασκευή εκκλησιών, σχολείων, δημόσιων κτηρίων και έργων. Ιδιαιτέρως δε οι επιφανείς αυτοί Έλληνες οι οποίοι δραστηριοποιήθηκαν στις χώρες της Μολδοβλαχίας αλλά και των Παρευξείνιων χωρών (Καυκάσου – Ρωσίας – Ουκρανίας κτλ) μαζί με τον πλούτο που έφεραν στον Πόντο ήταν και οι χοροί των σαλονιών τους οποίους και οι ίδιοι έμαθαν στις συναναστροφές τους με τους ευρωπαϊκούς λαούς στα μεγάλα σαλόνια. Βεβαίως σε όλες κυρίως τις παράλιες μεγαλουπόλεις του Πόντου (Τραπεζούντα, Αμισό, Κερασούντα κ.α.) τον χορό Βάλς τον συνόδευαν μικρού τύπου μουσικά σύνολα δωματίου ικανά όμως να αποδώσουν την αίγλη αυτού του ευρωπαϊκού χορού. Ο Ελληνισμός του Γάρς και του Καυκάσου - Ευρωπαϊκοί Χοροί
Οι Έλληνες του Πόντου ουδέποτε λησμονούσαν την ρίζα, την φυσική Ρωμαίϊκη καταγωγή τους όσο κι αν ανέβαιναν στην κοινωνική, οικονομική και πνευματική στάθμη της κοινωνίας. Αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα της ψυχοσύνθεσης τους και ως ανήσυχα πνεύματα πάντοτε αναζητούν το ωραίο, το πρωτότυπο, την χαρά και την ζωντάνια και το υιοθετούν όχι αυτούσιο αλλά προσαρμόζοντας το στα χαρακτηριστικά του ποντι(α)κού ελληνισμού. Ηχηρό παράδειγμα αποτελούν οι δημοτικοί χοροί τους οποίους ως δάνειους ενσωμάτωσαν στις δικές τους λαϊκές διασκεδάσεις αλλά πάντοτε προσαρμοσμένους στο ύφος, στο ρυθμό, στο πνεύμα των δημοτικών τους χορών (π.χ. Τάμζαρα, Κότσαρι, Τάμασα̤ κ.α.). Γώγος Πετρίδης Αχ Αγλήγορα, Σιαμίλ Τάς (Λεζγίγγα), Κρακαβιά, Ντού Στέπ Ευρωπαϊκοί Σκοποί
Ο χορός Βάλς δεν άργησε από τα σαλόνια των μεγαλουπόλεων του Πόντου και των Παρευξείνιων κρατών να περάσει στις κωμοπόλεις, τα χωριά και γενικά στην ύπαιθρο. Έτσι έγινε γνωστός και υιοθετήθηκε ακόμα και στα λαϊκά γλέντια, στα πανηγύρια και τις κοινωνικές εκδηλώσεις ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα. Πάμπολλες είναι οι πληροφορίες και οι μαρτυρίες ότι μετά από τους αυθεντικά παραδοσιακούς χορούς τους οι ημέτεροι Έλληνες στον Πόντο, χόρευαν και τα ευρωπαϊκά και ως τέτοια λογάριαζαν το Βάλς, το Ντου Στεπ, την Κρακαβιά αλλά και άλλους χορούς που ήρθαν από την Ρωσία και τον Καύκασο όπως την Λεζγίγκα, τα Καγκέλια, την Καζάτσκα κ.α. Η ιδιαιτερότητα των χορών αυτών στην ύπαιθρο εντοπίζεται στην σύνθεση των μουσικών οργάνων τα οποία σαφώς δεν ήταν τα ευρωπαϊκά βιολιά, τα φλάουτα, τα κλαρίνα, και τα υπόλοιπα έγχορδα και πνευστά των κλασικών ορχηστών αλλά τα παραδοσιακά όργανα, οι λαϊκές ζυγιές της ποντι(α)κής λαϊκής μουσικής: λύρας «κεμεντζέ», του λαϊκού βιολιού, του ουτιού και των κρουστών.
Σημαντικής σημασίας θεωρώ την πληροφορία ότι τόσο το Βάλς όσο και άλλοι χοροί λ.χ. η Μητερίτσα, ενώ δεν αποτελούσαν παραδοσιακό λαϊκό χορό υπό την στενή αλλά και ευρεία έννοια, εντούτοις εντάχθηκαν μουσικά με την συνοδεία λαϊκών οργάνων (λύρας) αλλά και με την χρήση μουσικών λαϊκών δρόμων (μουσικών κλιμάκων) και σαφώς μεικτό στίχο, ελληνικό δημοτικό, ποντι(α)κό γλωσσικό ιδίωμα και σε κάποιες περιπτώσεις και Ρώσικο στο εθιμοτυπικό, στην κουλτούρα, στα ήθη των Ελλήνων του Πόντου και του Καυκάσου.
Εξίσου σημαντική επισήμανση αποτελεί το γεγονός ότι όλα τα ξενόφερτα στοιχεία, είτε αφορούν στην ενδυμασία (εισαγωγή των ευρωπαϊκών κοστουμιών για τους άνδρες και των ευρωπαϊκών τουαλετών για τις γυναίκες) επέσυρε πάντοτε την χλεύη και το όνειδος των ηλικιωμένων οι οποίοι κρατούσαν σταθερά τις ελληνικές παραδόσεις, τα ήθη και έθιμα και έβλεπαν με ερευνητικό και καχύποπτο μάτι οτιδήποτε μοντέρνο και ξενόφερτο. Συχνή ήταν η έκφραση ονείδους: «Αούτος ή αούτε εφράγκεψεν». Κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και με την εισαγωγή και υιοθέτηση νέων χορών στις λαϊκές διασκεδάσεις των Ελλήνων στον Πόντο. Οι ηλικιωμένοι πάντοτε αποτελούσαν αυτό που λέμε «ρίζα», το ανάχωμα αλλά και την γέφυρα μεταξύ των προηγούμενων και των επόμενων γενιών. Το «Άρα ουν, αδελφοί, στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε...» του αγίου Αποστόλου Παύλου, Β' Θεσσαλονικείς κεφ. β',15) είχε απόλυτη εφαρμογή στον Πόντο. Ντού Στέπ (Ευρωπαϊκός χορός) - Α. Βασιλειάδης. Κ. Τσιλίκας. Κ. Σιαμίδης
Όπως συνέβαινε στην ύπαιθρο του Πόντου, έτσι συνέχισε και στην Ελλάδα ο βασικός λαϊκός οργανοπαίκτης εκκαλείτο να καλύψει όλο το γλέντι της χαράς (γάμου), της βάπτισης, του πανηγυριού, οπότε, πέρα από τα ακριτικά λαϊκά άσματα και χορούς θα έπρεπε να αποδώσει και τους υπόλοιπους λαϊκούς, δημοτικούς, μοντέρνους και ευρωπαϊκούς χορούς ικανοποιώντας τους διασκεδαστές όλων των ηλικιακών ομάδων. Πολλά είναι τα παραδείγματα από λαϊκούς οργανοπαίκτες λ.χ. ζουρνατζήδες αλλά κυρίως κεμεντζετσήδες και κορνέτατσηδες (κλαρινίστες) οι οποίοι μετά τα ποντιακά έπαιζαν και συρτούς της κάτω Ελλάδας, αλλά και Θρακιώτικους χορούς, ρεμπέτικα, ζεϊμπέκικα κτλ. Χοροί των Ελλήνων του Πόντου
Συνοψίζοντας
• Η καταγωγή του χορού Βάλς είναι ευρωπαϊκή
• Ο χορός Βάλς όπως και άλλοι όμοιοι του, ουδέποτε χαρακτηρίστηκαν και σε καμία περίπτωση δεν αντικατέστησαν τους δημοτικούς παραδοσιακούς χορούς στον Πόντο αλλά χορευόταν παράλληλα και πάντα μετά από αυτούς, δηλαδή υπήρχε ιεράρχηση, σαν ένας τρόπος να ξεχωρίζουν
• Μαζί με τους υπόλοιπους δημοτικούς ποντι(α)κούς χορούς χορευόταν το Βάλς στις λαϊκές διασκεδάσεις στην Ελλάδα μετά την Ανταλλαγή των Πληθυσμών προσαρμοσμένος σε λαϊκές μουσικές κλίμακες και φυσικά στο γλωσσικό ιδίωμα του κάθε τόπου.
• Ο χορός Βάλς ακολούθησε αντίθετη κατεύθυνση - κίνηση, απο τα σαλόνια στην ύπαιθρο χώρα του Πόντου σε αντίθεση με την Αυστρία και Βαυαρία όπου απο λαϊκός χορός αναβαθμίστηκε σε χορό της υψηλής κοινωνίας,.
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com