Τα Χριστούγεννα και οι Καλικάντζαροι στον Πόντο του Στ. Αθανασιάδη - Θεσσαλονίκη 1953

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Ήθη, έθιμα, δρώμενα, θρύλοι και παραδόσεις

Οι Καλικάντζαροι και οι λαϊκές δοξασίες στον Πόντο Πόσα πράγματα δε μας θυμίζουν τα Χριστούγεννα, η μεγάλη αυτή γιορτή της Χριστιανοσύνης; Δωδεκαήμερο και Καλαντόφωτα ονόμαζε ο λαός το χρονικό διάστημα από την παραμονή των Χριστουγέννων έως και τα Φώτα.

 Τα Χριστούγεννα και οι Καλικάντζαροι στον ΠόντοΟλόκληρη αυτή τη χρονική περίοδο τη θεωρούσαν επικίνδυνη γιατί ο κόσμος είναι «αφώτιστος» και έτσι απέφευγαν να βγαίνουν στη γειτονιά τα βράδια και να εργάζονται για το φόβο των καλικαντζάρων (Κοντζολόζ) και των άλλων «εξωτερικών» (διαβόλ', Τζαζούδες, Περήδες, Χοτλάχ). Οι καλικάντζαροι ήταν αγραθρώπ' με λανάρια στα κεφάλια τους, όπου κάρφωναν εκείνους που έβρισκαν να εργάζονται. Έπρεπε λοιπόν νωρίς τη νύχτα να κλείσουν τις πόρτες και να μην τις ανοίξουν, παρά αφού φωνάξουν οι πετεινοί, οπότε κάθε «εξωτερικόν» (ξωτικό) σπεύδει να κρυφτεί κάτω στη γη όπου κατοικεί. Οι περισσότεροι καλικάντζαροι ήταν κοντοί, κουτσοί, ασχημομούρηδες, τσεβδοί. Έβγαιναν να πειράξουν τους ανθρώπους, να κατουρήσουν τα μαγειρικά τους σκεύη και άλλες μικροζημιές να τους προξενήσουν. Μια φορά ο μυλωνάς του μύλου της Χαρτωτής δεν πήγε την παραμονή στο σπίτι του γιατί δεν μπόρεσε να αλέσει όλα όσα έπρεπε. Αμπάρωσε την πόρτα, έκατσε κοντά στη φωτιά και νύσταξε. Κάποια στιγμή κοιμήθηκε και όταν τελείωσε το άλεσμα και ξύπνησε είδε πως ο μύλος είχε γεμίσει καλικάντζαρους. Πήρε τη μασιά για να ανακατώσει τάχα τη φωτιά. Ένας μικρός καλικάντζαρος βαστούσε ένα μακρύ σίδερο και του είπε τσεβδά στα τούρκικα: «Γιατί τέτοια μέρα και ώρα δεν βρίσκεστε στο σπίτι σου και εμπόδισες και εμάς να διασκεδάσουμε εδώ μέσα;» και λέγοντας αυτά χτύπησε με το σίδερο τη μασιά. Θυμώνει και ο μυλωνάς και με το «Ρύσαι ημάς από του πονηρού» κατεβάζεις στο κεφάλι του καλικάντζαρου με τη μασιά μια και δύο!!! Φώναξε ο καλικάντζαρος και μαζί με τους άλλους όπου φύγει-φύγει. Από που και πως έγιναν άφαντοι, δεν κατάλαβε ο μυλωνάς. Όποιος ήθελε να αποφύγει την επίσκεψη των καλικάντζαρων και κάθε άλλου «εξωτερικού» έπρεπε να μη σβήσει τη λάμπα. Αν ήταν απολύτως ανάγκη να βγει τη νύχτα, έπρεπε να κρατεί δαυλί αναμμένο (από κάμμ') γιατί όλα τα «εξωτερικά» φοβούνται το φως και το αποφεύγουν. Γι' αυτό και τοποθετούσαν το βράδυ της παραμονής στο τζάκι χοντρό κούτσουρο (το κουρίν) για να διατηρεί τη φωτιά άσβεστη όλο το δωδεκαήμερο. Πριν δε καλά-καλά να τελειώσει το ένα τοποθετούσαν άλλο. Αλίμονο σε εκείνους που δεν φύλαγαν τις νύχτες αυτές τα μικρά τους. Να και ένα σχετικό που πολλοί από τους αναγνώστες θα το πάρουν βέβαια για παραμύθι: «Ήμουν πάνω κάτω 10 χρονών, νύχτα Χριστουγέννων μεσάνυχτα πήγαμε στην εκκλησία. ' Οσες είχαν παιδιά στην κούνια, πήγαιναν και αυτές, αλλά από καιρού σε καιρό γύριζαν στο σπίτι για να ιδούν μήπως κλαίει το μικρό τους και ξαναγύρισαν στην εκκλησία, Έτσι πήγαν στην εκκλησία η Σοφία και η Εγνωσία (Ευγνωσία) του Κιαγχιά που είχαν μικρά στην κούνια. Την ώρα που ο παπα-Ηρακλής διάβαζε το Ευαγγέλιο κι εγώ κρατούσα κάτω στον πολυέλαιο τη λαμπάδα, η Ευγνωσία πήγε σπίτι για να δει μήπως κλαίει το μικρό της. Αφουγκράστηκε στην εξώπορτα και σαν να άκουσε θόρυβο μέσα στο σπίτι. Θέλησε να ανοίξει την πόρτα για να δει, αλλά η πόρτα δεν άνοιξε. Έτρεξε πίσω στην εκκλησία και διηγήθηκε το συμβάν. Στο λεπτό άδειασε η εκκλησία και μείναμε ο παπάς κι εγώ. Ο δασοφύλακας του χωριού παραβίασε την καταπακτή του στάβλου, ανέβηκε πάνω και τι νομίζετε πως βρήκε; Μια γυναίκα που ετοιμαζόταν να λούσει το μωρό! Με τρόπο τη βοήθησε κρυφά να φύγει και δεν είπε σε κανέναν ποια ήταν! Οι κακές γλώσσες (ο Θεός και η ψυχή τους), είπαν πως ήταν η γυναίκα του αδελφού του, γι' αυτό και τη φυγάδεψε. Οι αφελείς έλεγαν ότι «η μάϊσσα θα έλουζεν το χάταλον κι επεκεί θα εφούρκιζεν ατο». Ας γυρίσουμε στην Παραμονή. Απο το βράδυ τα παιδιά με τις φυλλάδες και τα φαναράκια γύριζαν όλα τα σπίτια του χωριού ψάλλοντας το Καλήν Εσπέραν Άρχοντες. Το φιλοδώρημα που δέχονταν ήταν μερικές δεκάρες ή φρούτα (από τους φτωχούς) εννοείται πως και τα φρούτα ήταν εξίσου ευπρόσδεκτα, γιατί στη Σάντα με 1500 - 1800 μέτρα υψόμετρο εκτός από ελάχιστες αχλαδιές, κανένα άλλο οπωροφόρο δέντρο δεν υπήρχε. Με πόση ανυπομονησία περιμέναμε την ημέρα και ώρα αυτή. Μια χρονιά έκαψα το πόδι μου και δυσκολευόμουν να περπατήσω. Με παρακάλεσε η γιαγιά μου να μην το κουράσω και υποσχέθηκε πως θα μου δώσει μισό ρούβλι και φρούτα. Ήταν βέβαια απίθανο αν θα μάζευα από όλα τα σπίτια μισό ρούβλι γιατί στο χωριό μας του Πινατάντων το χειμώνα έμεναν μόνο 25 οικογένειες, ενώ οι άλλες κατέβαιναν στην Γεμουρά. Και όμως έμεινα αμετάπειστος και μόνο αφού γύρισα μερικά σπίτια με χιονοθύελλα και είδα πως δεν θα μπορέσω να συνεχίσω, γύρισα στο σπίτι. Οι νοικοκυρές έπρεπε να ετοιμάσουν το τραπέζι με εφτά λογιών φαγητά. Αν δεν μπορούσαν να ετοιμάσουν τόσα, τα συμπλήρωναν με μερικά κομμάτια (φελία) καστανίτσας (είδος κολοκύθας), ρόκκες καλαμποκιού και άλλα τέτοια. Καζαμίας - Καλαντάρι Πόντου - Κάλαντα - Δοξασίες, Παραδόσεις, Ήθη & Έθιμα του Δωδεκαημέρου των Ελλήνων του Πόντου

"Τα Χριστούγεννα και οι Καλλικάντζαροι στον Πόντο" του Στ. Αθανασιάδη - Ποντιακή Εστία Τεύχος 47-48 – Θεσσαλονίκη 1953

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print