Ο Θρύλος της Μονής των Ασωμάτων των Σουρμένων του Πόντου, του Λεωνίδα Καζαντζή - Ποντιακή Εστία 1956 Τεύχος 74-75

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Ήθη, έθιμα, δρώμενα, θρύλοι και παραδόσεις

Σούρμενα Πόντου 1930Μετά το καπάνι του Αγίου Ανδρέα αρχίζει η περιοχή της Μαχνού της οποίας η παραλία είναι σπαρμένη από σκοπέλους και υφάλους, σε αρκετή απόσταση από την ακτή και ως εκ τούτου πολύ επικίνδυνη στους ναυτιλλομένους κατά τη διάρκεια της νύχτας αλλά και της ομίχλης παλιότερα αλλά και τώρα.

Σχεδόν κολλητά με το λόφο του Αγίου Ανδρέα και ανατολικά αρχίζει η εκτεταμένη πεδιάδα της Ιεράς Μονής των Ασωμάτων (Άγιο Ασώματος) της διαλαμψάσης από της εποχής των βυζαντινών των Κομνηνών της Τραπεζούντας, περί της ιδρύσεως της οποίας γράφηκαν εκτεταμένα υπό του κ. Νικολάου Θειοπούλου στα Ποντιακά Φύλλα τεύχος 31 και σελίδα 234. Ο Θρύλος της Μονής των Ασωμάτων των Σουρμένων του Πόντου του Λεωνίδα Καζαντζή.  Η πεδιάδα αυτή βρίσκεται σε ύψος 200 περίπου μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας, πλούσια σε αμπέλια, χωράφια, οπωροφόρα, δέντρα και δάση, επιμελώς καλλιεργούμενη από τους φιλόπονους καλόγερους με ποίμνια προβάτων και πλήθος αγελάδων ήταν πραγματικά η φιλόστοργη μάνα των φτωχών και ορφανών των πέριξ μικρών χωριών. Και η εν αυτή Μονή των Ασωμάτων, ο ιεροκήρυκας και διαφωτιστής των χριστιανών και ο ακάματος διδάσκαλος της νεολαίας με την λαμπρά Σχολή, στην οποία δίδασκαν άρτια καταρτισμένοι δάσκαλοι της εποχής εκείνης. Δρόμος πλάτους δύο μέτρων φυτευμένος από διπλή σειρά κυπαρίσσια και από τις δύο πλευρές κατέληγε λοξά στην παραλία, όπου γύρω από δροσερή πηγή άπλωναν την ευεργετική σκιά τους τεραστίων διαστάσεων πλάτανοι. Κοντά στην πηγή ήταν κτισμένο το Μετόχι της Μονής με ευρύχωρη αίθουσα και κελιά για τους μοναχούς, μικρή εκκλησούλα και μαγειρείο. Έξω από το λίθινο Μετόχιο καλώς θερμαινόμενη τον χειμώνα χάρη στην άφθονη ξυλεία της Μονής υπήρχε και ακόμη μια ξύλινη οικοδομή με πολλά άνετα δωμάτια για τους ψαράδες καλόγερους. Εκεί έβρισκε φιλόξενη στέγη και χορταστική τροφή ο νυχτωμένος οδοιπόρος και έσβηνε τη δίψα του στα δροσερά νάματα της πηγής και ανέπαυε του κουρασμένο κορμί του ο ξένος διαβάτης. Στο μετόχι αυτό φιλοξενείτο επί χρόνια ένας άγνωστος ακόμη και στους πατέρες της μονής, ο σιωπηλός ιατρός σεβαστός, αγαπητός και επιβλητικός σε όλους ο πατήρ Μελέτιος, όπως τον ονόμαζαν. Δεχόταν και θεράπευε δωρεάν κάθε ασθενή, φιλοξενούσε αρχοντικά, νουθετούσε και παρηγορούσε κάθε πονεμένη ψυχή. Τα Σαββατόβραδα οι μοναχοί μαζί με τον γιατρό ανέβαιναν στην Μονή για να παρευρεθούν στον εσπερινό να παρακολουθήσουν την λειτουργία της Κυριακής και να παρακαθίσουν στην Αγάπη, δηλαδή το κοινό γεύμα της Κυριακής διά τους ιερωμένους και λαϊκούς. Ένας μόνο μοναχός έμεινε εναλλάξ στο Μετόχι ως φύλακας. Το Μετόχι ήταν το επίνειο τρόπον τινά της Μονής, η αποθήκη στην οποία ξεφόρτωναν και αποθήκευαν όλα τα δια θαλάσσης εισερχόμενα τρόφιμα ή άλλα είδη χρήσιμα για το ίδρυμα. Η παραλιακή ζώνη σε ακριβή έκταση σε βάθος και ανατολικά, καθώς είπαμε ήταν επικίνδυνη στους ναυτιλλομένους προπαντός σε καιρό νύκτας ή ομίχλης, αλλά και πλούσια σε εκλεκτά ψάρια, αστακούς, καλαμάρια, αχινούς, στρείδια, μύδια κ.τ.λ. κάλυπτε δηλαδή όλες τις ανάγκες της Μονής πλουσιοπάροχα, πολλά μοιράζονταν δωρεάν στους πτωχούς των γύρω περιοχών. Οι ψαράδες καλόγεροι κι αυτοί μη χειροτονημένοι, δευτέρας τάξεως, ειδικευμένοι στην τέχνη τους ήταν ταυτόχρονα και ναυαγοσώστες, διότι γνώριζαν και στο βαθύ σκοτάδι της νύχτας να παρακάμπτουν τους πολυκύμαντους σκοπέλους και να αποφεύγουν τους ύπουλους υφάλους για να σώσουν τους ναυαγούς πολλάκις και τα πλοία τους. Σε υψηλό και ευδιάκριτο από τη θάλασσα στυλό ήτανε κρεμασμένο μεγάλο φανάρι το οποίο έκαιγε με ψαρέλαιο. Το φανάρι αυτό, ο φάρος των τότε χρόνων, έσωσε πολλά πλοία, αλλά και πάλι τα ναυάγια δεν ήταν σπάνια. Κατά τα χρόνια εκείνα, δηλαδή πριν την Άλωση της πρωτεύουσας από τους Σταυροφόρους, λάμβαναν χώρα επιδρομές των πέραν του Κιμμερίου Βοσπόρου και του Φρουρίου της Χερσώνας σχετικών φυλών, σε μικρές και μεγάλες ομάδες, στα Γεωργιανικά και Βυζαντινά παράλια της Μαύρης Θάλασσας. Κύριο στόχο των επιδρομών τους τα ημιάγρια αυτά στίφη είχαν την Μονή των Ασωμάτων της οποίας τα αγαθά και τα πλούτη αύξανε η φαντασία των ομογενών ναυτικών τους, οι οποίοι ή από εναντίους ανέμους παρασυρόμενοι αναγκάστηκαν να καταφύγουν στο λιμάνι των Σουρμένων και να ακούσουν για το πάμπλουτο Μοναστήρι ή και φιλοξενήθηκαν προσωπικά στο Μοναστήρι αυτό. Οι επιδρομές αυτές μικρές ή μεγάλες υποχρέωναν τους ειρηνικούς μοναχούς αλιείς να εξασκούνται και σε έργα της πολεμικής τέχνης. Σε μια από τις επιδρομές τους οι Σκύθες μη γνωρίζοντας την επικίνδυνη παραλία της Μονής και οδηγούμενοι από το φως του φάρου, φάνηκαν πάνοπλοι να πλησιάζουν την ξηρά. Η θάλασσα ήταν αρκετά ταραγμένη και ο ήλιος έδυε στον ορίζοντα. Οι μοναχοί ψαράδες και συγχρόνως υπερασπιστές της μονής, τους άφησαν ανενόχλητους να πλησιάσουν στην υφαλώδη ζώνη όπου το ένα μετά το άλλο καταστράφηκαν τα πλοία τους και οι ίδιοι οι πλοίαρχοι, πληρώματα και μαχητές βρέθηκαν στα μαύρα και παφλάζοντα νερά των κυμάτων. Στην απελπισία τους άρχισαν να επικαλούνται το έλεος των μοναχών, να υπόσχονται φορτία σίτου στο Μοναστήρι και πλούσια δώρα στους σωτήρες τους. Οι ανεξίκακοι και χριστιανικώς εύσπλαχνοι καλόγεροι με κίνδυνο της ίδιας τους της ζωής και καταβρεγμένοι από τα κύματα ετέθησαν με πλήρη αυταπάρνηση στην περισυλλογή των εκατό (100) περίπου ναυαγών μέχρι το πρωί. Μερικοί από αυτούς ευτυχώς λίγοι πνίγηκαν, άλλοι ημιθανής, άλλοι ματωμένοι, άλλη μωλωπισμένοι με κλάματα δυνατά και πολλά δάκρυα παρακαλούσαν να τους σώσουν και να μην τους σκοτώσουν. Όλη τη νύχτα τα αλιευτικά των καλόγερων πηγαινοέρχονταν στο Μετόχιο μεταφέροντας αντί ψάρια τους ναυαγούς. Ο δε γιατρός πατήρ Μελέτιος άγρυπνος αλλά ακούραστος έτρεχε από τον ένα στον άλλον ναυαγό να τους καθαρίζει, να τους απολυμαίνει, να δέσει τις πληγές τους. Ευτυχώς ήταν καλοκαίρι και η θάλασσα όχι κρύα, αυτό έσωσε ναυαγούς και καλόγερους από τον θάνατο του ψύχους. Μετά την ιατρική περίθαλψη τους ναυαγούς αντί τιμωρίας (όπως ήταν συνήθεια στην πατρίδα τους σε παρόμοιες περιστάσεις) είδαν με μεγάλη έκπληξη να παρατίθεται σε όλους τους επιζήσαντες ενενήντα (90) περίπου τον αριθμό μέσα σε μεγάλα ξύλινα πινάκια (έργα των χειρών των μοναχών, όπως και τα ξύλινα κουτάλια), αχνιστή ψαρόσουπα με διάφορα χορταρικά, με άφθονο ψωμί και κατόπιν τηγανισμένα της ώρας ψάρια. Και τελευταία ως επιδόρπιο κάστανα και καρύδια, όλα ανεξαιρέτως προϊόντα των κτημάτων της Μονής. Αφού έφαγαν και χόρτασαν οι επιδρομείς και αναγνώστηκε υπό του διακόνου το «Φάγονται πένητες εμπλησθήσονται», όπως και κατά την αρχή του γεύματος, ο γιατρός και προϊστάμενος του Μετοχίου πατήρ Μελέτιος διέταξε να μεταφερθούν οι πνιγέντες επάνω σε φορεία στην Μονή για να ψάλει η κατανυκτική νεκρώσιμος ακολουθία και να δοθεί σε αυτούς υπό του ηγουμένου η άφεση των αμαρτιών τους. Βέβαια δεν ήταν χριστιανοί, αλλά πέθαναν σε χριστιανικόν έδαφος και τούτο ήταν αρκετό για να αξιωθούν των χριστιανικών τελετών. Συνέπεσε μεταξύ των πατέρων της Μονής να υπάρχουν και δύο υπέργηροι μοναχοί ναυάγια πολυετών ναυτικών περιπλανήσεων σε όλους τους κόλπους και λιμένες της Μαύρης Θάλασσας και της Σκυθίας ιδιαιτέρως, οι οποίοι γνώριζαν αρκετά το γλωσσικό ιδίωμα των επιδρομέων. Αυτοί προσφέρθηκαν ως διερμηνείς και κατηχητές των ξένων και εξεπλήρωσαν με ευτυχία τον προορισμό τους. Κλήθηκαν οι ιερείς από τη Μονή, οι οποίοι περιβεβλημένοι τα ιερά τους άμφια ετέθησαν επικεφαλής της νεκρώσιμης πομπής από το Μετόχιο ακολουθώντας τον ανηφορικό δρόμο των κυπαρισσιών να φτάσουν με ύμνους και ψαλμούς στην κορυφή του λόφου. Συνόδευαν οι ιερωμένοι του Μετοχίου, οι ψαράδες καλόγεροι και πλήθος κοσμικών, οι οποίοι έμαθαν το ναυάγιο της νύχτας. Όταν η νεκρώσιμη πομπή έφτασε στην κορυφή της ανωφέρειας και πήραν τον ομαλό προς το Μοναστήρι δρόμο, οι Σκύθες αντίκρισαν με πολύ θαυμασμό τα μεγαλοπρεπή κτίσματα της Μονής την οποία είχαν έρθει για να ληστέψουν. Όταν δε βρέθηκαν εμπρός στην επιβλητική συνοδεία των μοναχών της Μονής με τον ηγούμενο επικεφαλής με την αστραφτερή μήτρα του και την χρυσή πατερίτσα στο δεξί του χέρι τους κυρίευσε αληθινός θρησκευτικός σεβασμός μαζί και φόβος δεισιδαιμονίας. Τότε όλοι γονάτισαν, προσκύνησαν το χώμα και ύψωσαν ο καθένας τα χέρια προς τον ουρανό σαν να ζητούσαν συγχώρηση για το έγκλημά το οποίου σκέφτηκαν να διαπράξουν και για το οποίο τους τιμωρούσαν οι θεοί τους. Οι συνοδεία μπήκε στην πλούσια στολισμένη και κατάφωτη εκκλησία, όπου εψάλλει με μεγάλη κατάνυξη η ακολουθία και ο αποχαιρετισμός των νεκρών. Ο ηγούμενος, τους είπε πολλά παρηγορητικά λόγια και τους συμβούλευσε να ζήσουν ειρηνικά στα εύφορα μέρη τους και να μη ζητήσουν να αρπάξουν ξένα αγαθά. Βεβαίως τους διαβεβαίωσε ότι δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα, ότι οι άρρωστοι τους θα μείνουν εδώ έως ότου θεραπευθούν και ότι οι υγιείς είναι ελεύθεροι να αναχωρήσουν με πλοία της Μονής αν θέλουν και όποτε θέλουν. Μετά την ομιλία του ηγουμένου, την οποία διερμηνεύσαν οι Σκυθομαθείς πατέρες όπως κατόπιν μετάφρασαν και τα συγκινητικά τροπάρια της νεκρώσιμης ακολουθίας, τάφηκαν σε κοινό τάφο οι νεκροί, οι δε λοιποί συνοδεία των Σκυθομαθών μαζί με τον εγχώριο κόσμο γύρισαν πίσω στο Μετόχι όπου παρετέθη πλούσιο γεύμα. Ήταν πλέον μεσημέρι και καιρός προς ανάπαυση κι έτσι έπεσαν να ξεκουραστούν όλοι. Αντί όμως ύπνο και ανάπαυση η σκέψη όλων περιστρεφόταν στο ναυάγιο της νύχτας, στη σωτηρία τους και στην αδελφική φιλοξενία, σην ιατρική περίθαλψη, στην πρόθυμη διδασκαλία, στην εξήγηση των ιερών κανόνων που άκουσαν και την ανάπτυξη του χριστιανικού πνεύματος. Όλα όσα είδαν και άκουσαν τους φαίνονταν ως ευχάριστο όνειρο, το ιλαρό φως που χυνόταν από τις κανδήλες, η μεγάλη αναλαμπή από τα γνήσια αγιοκέρια των μανουαλιών και η ναρκωτική ευωδία του άφθονου θυμιάματος τους ενέπνεε θαυμασμό και λατρεία δια τη νέα θρησκεία. Αποφάσισαν λοιπόν να μην αφήσουν τους αρρώστους τους, αλλά να περιμένουν την θεραπεία τους και τότε όλοι μαζί να αναχωρήσουν και πράγματι δήλωσαν την απόφασή τους αυτή στον γιατρό πατέρα Μελέτιο τον οποίο και παρακάλεσαν να καλέσει τους Σκυθομαθείς καλόγερους, οι οποίοι να αναπτύξουν σε αυτούς τη διδασκαλία της χριστιανικής πίστεως και να τους οδηγήσουν τακτικά στην εκκλησία. Έτσι κι έγινε. Μετά από 15 μέρες αναχώρησαν οι ναυαγοί. Τους ξεπροβόδισε όλο το προσωπικό της Μονής, του Μετοχίου, οι ψαράδες και πλήθος λαού. Μαζί τους αναχώρησαν και δύο μοναχοί που γνώριζαν τη γλώσσα τους, οι οποίοι να υπήρξαν ίσως οι πρώτοι ιδρυτές της πρώτης Χριστιανικής εκκλησίας στα μέρη εκείνα. Ένα μήνα μετά επέστρεψαν τα δυο πλοία της Μονής, τα οποία είχαν μεταφέρει τους ναυαγούς στην πατρίδα τους, κατάφορτα από σιτάρι και άλλα αγαθά. Σούρμενα Πόντου. Ιστορία - Γεωγραφία - Αποικισμός - Γλώσσα & Πολιτισμός.

Ο Θρύλος της Μονής των Ασωμάτων των Σουρμένων του Πόντου. Πηγή: Λεωνίδας Καζαντζής - Ποντιακή Εστία 1956 Τεύχος 74-75

Ποντιακή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com

Print