Λαογραφικά Κοτυώρων Πόντου (Κηδεία) – του Άκογλου Ξενοφώντα (Ξένου Ξενίτα) Α-Μέρος

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Ήθη, έθιμα, δρώμενα, θρύλοι και παραδόσεις

Η κηδεία του Βαρύτιμου Γεωργιάδη στην Ορντού του Πόντου 1910 Μακάβριο αρκετά το θέμα. Δυστυχώς όμως και απαραίτητο για να εξεταστεί μια σοβαρή πτυχή της ζωής και να συμπληρωθεί έτσι ο κύκλος της λαογραφικής μας έρευνας.

Αν και είναι αναπόδραστη η ανάγκη, ζητούμε ωστόσο συγγνώμη από τους αναγνώστες για τη στενοχώρια που μπορεί να τους προξενηθεί, και συστήνουμε στους πολύ ευαίσθητους να παρακάμψουν, αν θέλουν, το κεφάλαιο αυτό.
Ο Θάνατος.Η πρώτη φροντίδα των ανθρώπων του σπιτιού ενός βαριά άρρωστου, που τον είχαν ξεγραμμένο οι γιατροί και μπορούσε μέρα με τη μέρα να πεθάνει, ήταν να τον μεταλάβουν—να κοινωνίζ’ν-άτον.
Η θέα του παπά σε τέτοιες περιστάσεις ήταν, βέβαια, αντιπαθητική, γιατί προκαλούσε έναν φόβο, εφιαλτικές προαισθήσεις και γενικά όχι ευχάριστες σκέψεις. Από την άλλη πλευρά όμως, ήταν και μια τελευταία ελπίδα στη θεία δύναμη για την υγεία του άρρωστου και μια παρηγοριά για τη μέλλουσα ζωή. Τύχαινε καμιά φορά μετά τη μετάληψη να γίνει καλά ο άρρωστος. Αν δεν προλάβαιναν να τον μεταλάβουν όσο είχε τις αισθήσεις του, τον κοινωνούσαν μόλις άρχιζε το ψυχορράγημα—ψυχομάχεμαν. Αν δεν προλάβαινε ο παπάς, τον μεταλάμβαναν οι δικοί του με τον αγιασμό, που είχαν φυλαγμένο από την ημέρα των Φώτων. Για να μην τυραννιστεί και για να ξεψυχήσει εύκολα και ήρεμα, του διάβαζαν ένα τροπάριο ή ευχή: ελευτεροχάρτ’. Συνήθως τον ρωτούσαν αν έχει εχθρούς και τους καλούσαν πριν πεθάνει, για να αγαπήσουν. Κάποτε τους ζητούσαν και οι ίδιοι. Επίσης έκαναν επίκληση και στον Άη-Λευτέρη με την ευχή: «Άε-Δευτέρ’-ι-μ’, για δος, για έπαρ’» (=ή δώσε ή πάρε). Αν είχε πολύ στενούς δικούς του στην ξενιτιά—πατέρα, μητέρα, αδέρφια, παιδιά κ.τ.λ.—έφερναν και του έδειχναν τη φωτογραφία τους, ή την απίθωναν στο στήθος του όπως ήταν ξαπλωμένος, για να παραδώσει το πνεύμα χωρίς κόπο και χωρίς νοσταλγίες—ξαροθυμα̤σμένος. Αν παιδευόταν πολύ ώσπου να ξεψυχήσει, έλεγαν: ο χάρος-ατ’ άγρος έτον (=ο χάρος του άγριος ήταν)· κι αν αντίθετα: ο χάρος-ατ’ ήμερος έτον. Το μοιραίο το χαρακτήριζαν με τον όρο: εξηπνόησε. Για τους ιερωμένους γενικά χρησιμοποιούσαν την έκφραση: εκοιμήθησεν.
Με το ξεψύχισμα οι δικοί του έμπηγαν τις φωνές και τα κλάματα. Τα συνηθισμένα επιφωνήματα, κυρίως από τις γυναίκες, ήταν: Ού! ου, ου! Ντό θά γίνομαι, αι, αι, αι! Νά βάϊ εμέ, ε, ε, εν!
Οι φωνές—τα γαραλαΐσματα ή τα βαρκίσματα—ακούγονταν σε μεγάλη απόσταση άγρια και σπαραχτικά, προπάντων όταν τύχαινε να είναι νύχτα, κι όλοι καταλάβαιναν πως πρόκειται για θάνατο. Αμέσως μαζεύονταν οι γείτονες, ειδοποιούσαν στην αγορά κι έρχονταν οι άντρες του σπιτιού κι οι πολύ στενοί συγγενείς, και το έριχναν στα κλάματα. Η γειτονιά πλημμύριζε το σπίτι. Κι όπως έμπαιναν ελεύθερα σε όλα τα δωμάτια, εξέταζαν και την καθαριότητα στα διάφορα διαμερίσματα, ψάχνοντας να βρουν θέματα για κοτσομπολιό. Κοτύωρα (Ordu) Ορτού - Ιστορία - Λαογραφία - Πολιτισμός - Ήθη, έθιμα
Άλλαγμα – Σαβάνωμα – Στόλισμα νεκρού
Αφού του έκλειναν τα μάτια και το στόμα, οι πιο ψύχραιμοι δικοί του ή συγγενείς και γείτονες, φρόντιζαν να αλλάξουν τα εσώρουχα του πεθαμένου πριν κρυώσει. Για τη δουλειά αυτή καλούσαν ειδικές γυναίκες, που δεν δεχόντουσαν να πληρωθούν. Κυρίως για κάθε πεθαμένο αναλάμβαναν δυο γυναίκες, οι οποίες προηγουμένως έβγαζαν έξω από το δωμάτιο όλους, έκλειναν την πόρτα και έκαναν με την ησυχία τους τη δουλειά τους: έλλαζαν κ’ εσαβάνωναν τον αποθαμένον.
Το σάβανο αποτελούνταν από χασέ. Συνήθως όσοι είχαν πάει στον Άγιο Τάφο, έφερναν από εκεί το σάβανό τους, καθώς και για άλλους. Οι ίδιες γυναίκες στόλιζαν τον πεθαμένο ανάλογα με την ηλικία του. Αν ήταν άντρας ή γυναίκα ως 50 και 55 ακόμα ετών, τους έβαζαν τα καλά τους τα ρούχα. Τους νέους και τους νιόπαντρους τους στόλιζαν με γαμπριάτικα και νυφικά, με στεφάνια του γάμου και γενικώς λευκά όλα—εφόρτσαν κ’ εστόλισαν ή ερμάτωσαν τον αποθαμένον. Στο αναμεταξύ έφτανε—ή και αργότερα—το φέρετρο. Για τους προχωρημένους στην ηλικία είχε περίβλημα από μαύρο ύφασμα και λευκό σταυρό· για τους νέους το αντίθετο: περίβλημα λευκό και μαύρο σταυρό, σπανίως δε κοραλί χρώμα και λευκό σταυρό. Η θέα του προκαλούσε νέες κρίσεις από φωνές και κλάματα. Τακτοποιούσαν τον νεκρό μέσα στο φέρετρο και το τοποθετούσαν στη μέση του δωματίου, με κατεύθυνση του κεφαλιού προς την Ανατολή. Δίπλα στο κεφάλι του άναβαν λαμπάδα και καντήλι, κι όπως ήταν σταυρωμένα τα χέρια, είχαν πάνω τοποθετημένη μια εικόνα—εσέγκαν ατον σο σαντούκ’ (=τον έβαλαν στο φέρετρο). Στα παλαιότερα χρόνια δεν χρησιμοποιούσαν φέρετρο. Για τέτοιο χρησιμοποίησαν ένα αυτοσχέδιο φορείο—σάλ’ (τουρκική λέξη) που το είχε η εκκλησία (κάτι αντίστοιχο με το νεκροκρέβατο που έχουν στο Άγιον Όρος για τους μοναχούς). Μετέφεραν πάνω εκεί τον νεκρό ως τα νεκροταφεία, τον ενταφίαζαν κι επέστρεφαν πάλι το φορείο στην εκκλησία. Θυμάται ακόμα καλά κάποιος, ότι το πρώτο φέρετρο χρησιμοποιήθηκε στον πατέρα του το έτος 1874. Η αδελφή του είχε πεθάνει το 1872 και την είχαν θάψει με το σάλ’.

Λαογραφικά Κοτυώρων Πόντου (Κηδεία) – του Άκογλου Ξενοφώντα (Ξένου Ξενίτα) Α-Μέρος

Συνεχίζεται . . .

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print