Λαογραφικά Κοτυώρων Πόντου (Κηδεία) – του Άκογλου Ξενοφώντα (Ξένου Ξενίτα) Β-Μέρος

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Ήθη, έθιμα, δρώμενα, θρύλοι και παραδόσεις

Κηδεία με χοροστασία Μητροπολίτη - Κοτύωρα 1900Β - Μέρος: Μοιρολόγια — Κλάματα
Το ξανάμπασμα στον νεκρικό θάλαμο—σ’ αποθαμενί’ την οτάν—συνοδευόταν με νέα ξεφωνητά και κλάματα. Όλοι καθώς κι όσοι έρχονταν ύστερα, έκαναν τον σταυρό τους, προσκυνούσαν ή στο εικόνισμα ή στο μέτωπο τον νεκρό και κάθονταν κυκλικά (σταυροπόδι στον παλιό καιρό και σε καρέκλες αργότερα) ολόγυρα στο φέρετρο.

Τα κλάματα συνοδεύονταν με μοιρολόγια, που τα έλεγαν κυρίως ειδικές μοιρολογίστρες, δωρεάν πάντα. Επίσης, κι όσες είχαν πρόσφατο πένθος και μοιρολογούσαν καλά, έπαιρναν ενεργότατο μέρος. Αλλά και οι δικοί του, κυρίως οι γυναίκες, μοιρολογούσαν αυτοσχέδια. Ό,τι δηλαδή ήθελαν ή τους κατέβαινε να πουν, για τη ζωή του μακαρίτη, για να εκφράσουν τον πόνο τους, για να περιγράψουν τη δυστυχία που τους περιμένει κ.τ.λ. τα έλεγαν σε τόνο και ήχο μοιρολογιού: «Ήλε-μ’, γουρπάν-τσ’ ήλε-μ’, φως κ’ ημέρα-μ’! Ήλε-μ’, ατλή-μ’ και πινιτζή-μ’! Ήλε-μ’, μέρ’ έφεκες με κ’ έφυγες! Οσήμερον ημέρα εσκοτείνεψεν κι’ ο φέγγον επιάστεν! Ήλε-μ’ άλλο φέσ’ ’κ̌’ έχω σ’ οσπίτ’». (Το τελευταίο λεγόταν, όταν δεν υπήρχε άλλος άντρας στο σπίτι να φοράει φέσι). Τα καθαυτό μοιρολόγια αναφέρονταν σε όλες τις περιπτώσεις: για άντρες, για παιδιά, για νέους και νέες, για ξενιτεμένους κ.τ.λ. Συνήθως όμως τα έλεγαν όλα ανακατεμένα σε κάθε περίπτωση· όποιο θυμούνταν ή όποιο συμφωνούσε στον ήχο με το προηγούμενο που είχε ειπωθεί.
Περιττό, βέβαια, να λεχθεί ότι τα μοιρολόγια αύξαναν το επίπεδο της συμπόνιας, της συγκίνησης και της λύπης και προκαλούσαν τα ομαδικά κλάματα. Κάθε νέα άφιξη συγγενή ή φίλου προκαλούσε φωνές, νέες κρίσεις και σπαραχτικές σκηνές, με ανάλογες εκφράσεις σε τόνο μοιρολογιού. Η συγκίνηση έφτανε στο κατακόρυφο όταν οι μοιρολογίστρες ή οι δικοί του κατάφερναν σε κάθε περίπτωση να πετύχουν τα πιο κατάλληλα λόγια και τον καλύτερο σκοπό.
Άλλος συντελεστής ήταν και η όλη σεμνή στάση και εμφάνιση των θλιμμένων και η τυχόν δυστυχία που τους περίμενε, αν ο μακαρίτης ήταν προστάτης οικογένειας με πολλά μέλη. Μα δεν τα κατάφερναν όλες να βρίσκουν λόγια και επιφωνήματα και μοιρολόγια πετυχημένα· πολύ λιγότερο ήταν εξασκημένες στον σκοπό και στον ήχο μερικές· κι όχι σπάνια παραφωνούσαν, έκαναν αδέξιες χειρονομίες, παρουσίαζαν εκζητημένες εκδηλώσεις λύπης και πόνου ή, αντίθετα, φαινόταν ότι έδειχναν αδιαφορία—κυρίως από ψυχική συγκρότηση και ανάλογο γενικά χαρακτήρα. Γι’ αυτό και παρ’ όλη την τραγική σοβαρότητα και την ιερότητα ακόμα της στιγμής, δεν έλειπε και το σχετικό κοτσομπολιό. Προπαντός μετά την κηδεία οι κοτσομπόλες θα είχαν κάμποσες μέρες θέμα για να πιπιλίζουν στη γειτονιά: «Ήμαρτα! Αγοῖκον πράμαν πα είδες; Η τάδενα ξάϊ ’κ̌’ επόνεσεν τον άντραν-ατ’ς· μίαν τ̌έκ̌ πα ’κ̌’ ελιγώθεν, να̤ και εχτουπουλίεν!» Είχαν την απαίτηση, κι ήταν συνήθεια, η γυναίκα που της πέθανε ο άντρας της, να χτυπάει το στήθος και το κεφάλι, να μαδάει τα μαλλιά της και να έχει τούφες τούφες δεξιά κι αριστερά της όπως ήταν καθισμένη χάμω, να λιποθυμάει, να κάνει τρέλες κ.τ.λ. Και το νόστιμο είναι ότι είτε τα έκανε είτε όχι δεν γλύτωνε από το στόμα της κοτσομπόλας. Δεν έλειπαν όμως κάποτε και οι κολακευτικές κρίσεις, τα παινέματα και γενικά τα λεγόμενα κουρφίσματα: «Η τάδενα ντ’ έμορφα έκλαιεν κ’ εμοιρολόγανεν τον άντραν-ατ’ς! Η τάδενα ντό γροικισμένα έκλαιεν τον άντραν· ατ’ς· όλτς εκλαΐντσεν» κ.τ.λ. Κοτύωρα (Ordu) Ορτού - Ιστορία - Λαογραφία - Πολιτισμός - Ήθη, έθιμα
Το βράδυ
Τα θρηνολογήματα και τα μοιρολόγια συνεχίζονταν ως το βράδυ. Οι μακρινοί συγγενείς, κι οι γείτονες και φίλοι ετοίμαζαν στο αναμεταξύ σε άλλο δωμάτιο γάλα, τσάι ή γιαούρτη κ.τ.λ. που τα έφερναν κυρίως από τα σπίτια τους και υποχρέωναν τους οικείους του νεκρού, με τη βία συνήθως, να πάρουν κάτι. Στο τραπέζι κάθονταν και γείτονες και φίλοι που είχαν φέρει τα είδη αυτά. Συνεχίζονταν έπειτα πάλι τα κλάματα και τα μοιρολόγια: «Έφαγα, ήλε-μ’, έφαγα κ’ εσύ στέκ’ς πεινασμένος· γουρζούλα̤ να τρώγω, ήλε-μ’, γουρζούλα̤!». Κάθονταν έτσι όλοι στον νεκρικό θάλαμο ως πέρα από τα μεσάνυχτα. Στο αναμεταξύ έφτιαχναν καφέδες με λίγη ή χωρίς ζάχαρη σε άλλο δωμάτιο, όπου περνούσαν όσοι ήθελαν να πιούν. Επίσης σε άλλο δωμάτιο ετοίμαζαν κόλλυβα και τα στόλιζαν σε δίσκο, που θα συνόδευε τον νεκρό κατά την εκφορά. Αν ήταν ηλικιωμένος τα καλοψήνανε τα κόλλυβα· αλλιώς τα έκαναν λιγάκι άψητα. Τη φροντίδα αυτή την αναλάμβαναν συγγενείς και γείτονες. Αν ήταν πολύ νέος, αντί για κόλλυβα ετοίμαζαν κουφέτα του γάμου ή άλλα ζαχαρωτά—σ̌εκερλεμέδες.

Συνεχίζεται . . . 

 Λαογραφικά Κοτυώρων Πόντου (Κηδεία) – του Άκογλου Ξενοφώντα (Ξένου Ξενίτα) B-Μέρος

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print