Τα Σουσούρμενα ή Σούρμενα του Πόντου του † Αρχιμανδρίτου Βασιλείου Παπαδόπουλου (Β' Μέρος)

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Πόλεις - Περιοχές - Οικισμοί - Χωριά

Το κτίριο της Κεντρικής Σχολής (Ημιγυμνάσιο Σουρμένων) στη θέση Χάνι - Σούρμενα Πόντου Εκκλησία
Συν τω χρόνω οι αρχικές οικογένειες αυξήθηκαν και ο αριθμός τους ανήλθε στις 20 περίπου. Ήταν ποτέ αυστηρά απαγορευμένη η οικοδομή ναών. Με την άδεια όμως του τοπικού αγά έκαναν για εκκλησία ένα ξύλινο μικρό παράπηγμα, στο οποίο εκκλησιαζόντουσαν. Τα Σουσούρμενα ή Σούρμενα του Πόντου του Αρχιμανδρίτου Βασιλείου Παπαδόπουλου (B Μέρος)

Ιερέα μόνιμο δεν είχαν ούτε στην Τσίτα, ούτε στα παρακείμενα χωριά. Εκ διαλειμμάτων ερχόταν περιοδεύων ιερομόναχος από τα μοναστήρια Σουμελά, Βαζελώνα και Περιστέρα, ο οποίος λειτουργούσε εκ περιτροπής στα χωριά όπου υπήρχαν χριστιανοί. Αυτό γινόταν μέχρι το 1838 οπότε αυξήθηκαν οι οικογένειες στις 44. Τότε από τον Μητροπολίτη Τραπεζούντας Κωνστάντιο χειροτονήθηκε ιερέας για την Τσίτα σε ηλικία 21 ετών ο παππούς μου Ηλίας Παϊρακταρίδης. Μετά από μερικά χρόνια χειροτονήθηκε ο παπα-Χαράλαμπος Τσιροζίδης, έπειτα ο παπά-Ηλίας Αλεξανδρίδης, ύστερα ο παπα-Παύλος Χαριτίδης για το παρεκκλήσιο Τιμίου Σταυροῦ, έπειτα ο παπα-Κωνσταντίνος Κούσης, κατόπιν ο παπα-Αβραάμ Τσιροζίδης, έπειτα ο γράφων παπα-Βασίλειος Παπαδόπουλος (Παϊρακταρίδης) και τελευταίος ο παπα-Σάββας Τσιροζίδης.  Σούρμενα, Σούρμαινα, ή Σουσάρμενα του Πόντου

Ιστορικό περί του ναού
Ήδη σημειώνω παράδοση περί της πρώτης εκείνης πρόχειρης ξύλινης καλύβας, η οποία χρησιμοποιείτο ως πρώτος ναός. Ο αγάς του Χουμουρκιάντων ήταν εχθρός του αγά της Ζάβλης, του προστάτου δηλαδή της Τσίτας. Κατήγγειλε λοιπόν αυτόν εις τον Βαλή της Τραπεζούντας ότι παρά τη σχετική απαγόρευση επέτρεψε στους χριστιανούς της Τσίτας να κτίσουν εκκλησία την οποία και αυτοί έκαναν (έχτισαν). Τότε ο Βαλής ο οποίος ήταν πολύ αυστηρός είπε στον κατήγορο να προσέχει να μην πει ψέματα διότι αν η καταγγελία του ήταν αληθής θα εξαφανίσει τον αγά της Ζάβλης, ειδεμή αυτόν τον ίδιο. Μετά από αυτό κράτησε τον καταγγέλλοντα και απέστειλε αμέσως δύο σουβαρήδες (δηλαδή ιππείς της υπηρεσίας του), για να δούν και να εξακριβώσουν την αλήθεια της καταγγελίας με τον κατηγορούμενο αγά τον οποίο είχαν καλέσει προς απολογία, οπότε αυτός αρνήθηκε την ίδρυση του ναού. Όταν έφτασαν οι σουβαρήδες στο παρά την Χαλανική κονάκι του αγά, έδυσε ο ήλιος. Είπε τότε ο αγάς προς αυτούς ότι η απόσταση από Τσίτα είναι πλέον των δύο ωρών και ως εκ τούτου θα φτάσουν εκεί εν καιρώ νυκτός. Δεν θα εύρουν δε κατάλληλη περιποίηση και χώρο διανυκτέρευσης διότι οι κάτοικοι είναι πάρα πολύ φτωχοί, οπότε καλό είναι να θελήσουν να διανυκτερεύσουν στο κονάκι του και το πρωί να ανέβουν στην Τσίτα. Οι σουβαρήδες δέχτηκαν ευχαρίστως. Ο δε αγάς έστειλε κρυφά δικούς του ανθρώπους στην Τσίτα και διέταξε τους κατοίκους αμέσως στη νύχτα να χαλάσουν την εκκλησία και να εξαφανίσουν τα ξύλα της. Ενώ στη θέση του ναού να στήσουν 4 ξύλα πάνω στα οποία θα επιθέσουν για στέγη σκιφίδια (δηλαδή φλοιούς δέντρων), με τους οποίους χωρίς να έχουν κεραμίδια στέγαζαν τις καλύβες τους. Το κατασκεύασμα αυτό θα ήταν εις χώρον μικρόν ώστε να αρκεί να στεγάζονται κάτω από αυτό 4-5 άνθρωποι. Η διαταγή του αγά εξετελέσθη! Το πρωί ανέβηκαν οι σουβαρήδες με τον αγά και είδαν το υπόστεγο (αντί για την εκκλησία), οπότε τους εξήγησε ο αγάς ότι αυτός είναι ο τόπος όπου μαζεύονται οι χριστιανοί και προσεύχονται το δε υπόστεγο χρησιμεύει για να στέκονται από κάτω ο ιερέας και 3-4 βοηθοί του για την προφύλαξη από τη βροχή, ενώ ο λαός στέκεται στο ύπαιθρο. Τότε ένας από τους σουβαρήδες ο οποίος ήταν Κούρδος, είπε: «Χεμ γιαπληλάρ, χέμ γιχτιλέρ» δηλαδή: Και έχτισαν και χάλασαν. Ο λόγος αυτός κατατρόμαξε τον αγά διότι αν έλεγε κάτι τέτοιο στον Βαλή θα ήταν βέβαιη η θανατική του καταδίκη. Μετά από αυτό ανεχώρησαν και έφυγαν. Οι κάτοικοι τους προέπεμψαν έξω από το χωριό προς το λεγόμενο Σταυροδρόμι δηλαδή το σημείο του δρόμου το κατερχόμενο μαζί με το ρυάκι Παπουτσή κάτω από το οικόπεδο Μαράς σε ένα κάποιο ύψωμα το οποίο αφού παρακάμψει κανείς δεν φαίνεται πλέον το χωριό. Εκεί αποχαιρέτησαν τους σουβαρήδες και τον αγά και αφού προχώρησαν αυτοί λίγα βήματα οι συνοδεύσαντες κάτοικοι στράφηκαν προς την έναντι αυτών φαινόμενη θέση της εκκλησίας του χωριού και έκαναν το σημείο του σταυρού, καθώς επικρατούσε η συνήθεια να κάνουμε και εμείς μέχρις εσχάτων στο σημείο εκείνο του δρόμου. Κατά τύχη ο αγάς που προχωρούσε στράφηκε κατά τη στιγμή εκείνη και τους είδε να σταυροκοπιούνται. Επέστρεψε, πλησίασε και τους ρώτησε τι έκαναν εκεί; Εκείνοι απάντησαν ότι είχαν συνήθεια από τη θέση εκείνη από την οποία φαινόταν η εκκλησία τους να προσεύχονται. Ρώτησε ο αγάς τι ήταν το όνομα της εκκλησίας, κι εκείνοι είπαν: «Χαζρέτι Ισού» δηλαδή Ιησούς Χριστός. Τότε ο αγάς είπε: «Για Χαζρέτι Ιησού, σεν μπενί κουρταράσουν», δηλαδή:  "Ω Ιησού Χριστέ Συ να με σώσεις". Όταν ο αγάς έφτασε στην Τραπεζούντα και έμπαινε με τους σουβαρήδες στο διοικητήριο διερχόμενος την εξώπορτα έτρεμε. Επανέλαβε νοερώς την παράκλησή του: «Για Χαζρέτι Ισού σεν μπενι κουρταράσουν» οπότε άκουσε φωνή που έλεγε: «Κόρκμα-Κόρκμα» δηλαδή: "Μη φοβάσαι - Μη φοβάσαι!" Παρουσιάστηκε λοιπόν με τους σουβαρήδες στο Βαλή, ο οποίος ρώτησε τι είδαν οι σουβαρήδες κι εκείνοι είπαν ότι είδαν, δηλαδή ότι δεν υπήρχε ναός, αλλά ένα μικρό υπόστεγο πάνω σε 4 πασσάλους, στεγαζόμενο με φλοιούς δέντρων όπου μπορούσαν να χωρέσουν 4-5 άνθρωποι. Ευτυχώς ο Κούρδος δεν είπε τη γνώμη την οποία εξέφρασε όταν επισκέφθηκε τον τόπο εκείνο. Είπε τότε ο Βαλής προς τον αγά: Οι ραγιάδες υπόδουλοι είναι σε μας από το Θεό "Εμανέτ" δηλαδή παρακαταθήκη για αυτό να πάς τώρα και με την άδειά μου να τους επιτρέψεις να χτίσουν με ακατέργαστους λίθους και λάσπη μικρή εκκλησία την οποία να στεγάσουν με κεραμίδια. Έξαλλος από χαρά ο αγάς επέστρεψε, ανέβηκε χωρίς χρονοτριβή κατευθείαν στην Τσίτα, κάλεσε τους κατοίκους και διέταξε αμέσως να κτίσουν την εκκλησία, όπως του είπε ο Βαλής. Επειδή δεν είχαν κεραμίδια, διέταξε να αποστεγάσουν όλοι μέρος της στέγης της οικίας τους και να προσφέρει κεραμίδια όσα θα επαρκούσαν. Αυτό και έγινε. Ο δε καταδότης αγάς του Χουμουρκιάντων έκτοτε εξαφανίστηκε. Έτσι έγινε ο πρώτος ναός. Έπειτα περίπου το 1840 τον αντικατέστησαν με άλλο, ο οποίος είχε τοίχους με ασβέστη. Επειδή δε αυξήθηκαν οι κάτοικοι και ως εκ τούτου δεν χωρούσαν εις αυτό το ναό αποφάσισαν μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο όταν επετράπη η ανέγερση ναών να χτίσουν άλλο νέο ναό στερεότερο και ευρύχωρο. Περί το έτος 1886 χάλασαν τον υπάρχοντα ναό και στην ίδια θέση του ανήγειρε νέο ναό ευρύχωρο και μεγαλοπρεπή, του οποίου οι τοίχοι, οι θόλοι, ο τρούλος, οι κλίμακες του γυναικωνίτη και εν γένει όλα τα μέρη του ναού ήταν λιθόκτιστα χωρίς ίχνος ξυλείας. Αρχιτέκτων ήταν πρακτικός ο περιώνυμος Χρυσών ο Κιουρτουμλής ο οποίος έκτισε και τον εν Τραπεζούντι Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Γρηγορίου. Επιστάτες στην ανέγερση η οποία διήρκησε 4 χρόνια, ήταν οι αδερφοί Γρηγοριάδη (Πασούλα), ο Παναγιώτης Τσιροζίδης και ο παπα-Ηλίας Παϊρακταρίδης. Το εκδοθέν προς τούτο φιρμάνι, δηλαδή άδεια της κυβέρνησης βρίσκεται παρ’ εμοί (στα χέρια μου). Περί της ονομασίας του ναού της Μεταμόρφωσης του Χριστού έχουμε να σημειώσουμε τα εξής: Ο ναός αυτός βρίσκεται λίγο πιο κάτω δυτικά του βράχου ο οποίος λέγεται του “Ταχτσόγλη η πέτρα” πάνω στο βράχο αυτό υπάρχουν στην επιφάνεια ερείπια ναϊδρίου, τα οποία πολλές φορές επισκέφθηκα και ο ίδιος από την παιδική μου ηλικία. Στο δυτικό άκρο της κορυφής του βράχου υπάρχουν 2 μικρά κοιλώματα, σαν ίχνη ανθρώπινων ποδιών. Μας έλεγαν οι μεγαλύτεροι από εμάς ότι εκεί πάτησε ο Χριστός και πήδησε προς τα κάτω στη θέση όπου τώρα είναι ο ναός. Από τον θρύλο αυτό μας δίνετε αφορμή να εικάζουμε ότι ο ερειπωθείς εκεί ναός ελέγετο της Μεταμόρφωσις του Χριστού. Μετά την δια αγνώστους λόγους καταστροφή αυτού, οι κατοικήσαντες στο χωριό χριστιανοί έκτισαν με την ίδια ονομασία εκκλησία κεντρική και πλησιεστέρα στας κατοικίας των στην νέα θέση όπου δήθεν πήδηξε από τον βράχον και στάθηκε ο Χριστός. Επί του βράχου ναός δεν θα μπορούσε να αναγνωριστεί ως ενοριακός ναός των προτέρων χριστιανών, διότι ο τοιούτος δεν θα είχε κτιστεί έξω από το χωριό και ιδιαίτερα πάνω στο βράχο. Μάλλον φαίνεται ότι ήτο Μονή. Αναφέρεται δε από μερικούς συγγραφείς ασχολούμενους με τα ποντιακά ότι στα Σούρμενα υπήρχε Μονή του Σωτήρος, της οποίας η θέση είναι άγνωστη. Μπορούμε λοιπόν να εικάσουμε ότι εδώ επί του βράχου ήτο η μονή του Σωτήρος Χριστού, εφ όσον μάλιστα και η θέση ήταν κατάλληλη για Μονή έχουσα περί αυτή ευρύ ορίζοντα και νερό διαυγές από το ρυάκι Μελιτάρ. Προπάντων βεβαιώνει και στηρίζει την εικασία αυτή ο θρύλος ότι από τον βράχο αυτό πήδηξε ο Χριστός και στάθηκε στον τόπο όπου χτίστηκε ναός με το ίδιο όνομα, δηλαδή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος Χριστού. Είμαι βέβαιος ότι αν εγίνοντο ανασκαφές των ερειπίων επί του βράχου θα ανακαλύπτονταν πολλά ενδιαφέροντα. Μέχρι του Κριμαϊκού Πολέμου σχολείο δεν υπήρχε στα Σούρμενα. Ιερείς αμαθείς και αυτοί δίδασκαν κατ' οίκον τα παιδιά τα κοινά λεγόμενα γράμματα, δηλαδή ανάγνωση εις τα εκκλησιαστικά βιβλία, Οκτώηχο. Ψαλτήριο και Απόστολο. Γι αυτό συνήθιζαν να προσφωνούν οι χριστιανοί τον ιερέα "δάσκαλε". Τοιούτος διδάσκαλος χρημάτισε στην Τσίτα πρώτος ο παππούς μου παπα-Ηλίας Παϊρακταρίδης πρωθιερέας, ο οποίος τα λίγα γράμματα όσα ήξερε τα έμαθε από τον εφημέριο Τσικολής παπα-Αναστάσιο πατέρα του παπα-Γεωργίου Κωνσταντινίδη. Λίγο μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο, περί το έτος 1858, ανέβηκε στα Σούρμενα κάποιος διδάσκαλος από τα μέρη της Ελλάδας, καλούμενος Λαγκαδάς. Δεν γνωρίζω ούτε το μικρό όνομα αυτού, ούτε από ποιο τόπο της Ελλάδος ήταν. Αυτόν τον προσέλαβαν διδάσκαλο τα ολόγυρα από το Χάνι χωριά και έκτισαν πάνω από τον εκεί φούρνο του από Τσικολής παπα-Ηλία δεύτερο πάτωμα χρησιμοποιούμενο ως σχολείο. Ο Λαγκαδάς εφήρμοσε την τότε νέα μέθοδο διδασκαλίας δηλαδή Ανάγνωση μετά Γραμματικής και Ερμηνείας, Γραφή, Αριθμητική, Άσματα και λοιπά. Έκτοτε κάποιοι από τους μαθητές προσαύξησαν τη μάθησή τους στο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας και διορίστηκαν διδάσκαλοι στα ολίγον κατ’ ολίγον ιδρυθέντα δημοτικά σχολεία των ενοριών και του πρώτου ιδρυθέντος σχολείου στο Χάνι, το οποίο ονομάστηκε Κεντρικό Σχολαρχείο στο οποίο φοιτούσαν οι αποφοιτούντες από τα δημοτικά σχολεία των πέριξ ενοριών. Είχε το κεντρικό Σχολαρχείο 3 τάξεις Πέμπτη, Έκτη και Εβδόμη. Μέχρι του έτους 1890 τα μαθήματα του σχολαρχείου γίνονταν στο Διδακτήριο επί του φούρνου. Κατά το έτος τούτο κτίστηκε και λιθόκτιστο Διδακτήριο παρά τη συμβολή των ποταμών Μοναχού ρέοντος εκ μέρους της Τσίκολης και του Μικροπόταμου ρέοντος εκ μέρους της Τσίτας. Συν τω χρόνω προήχθη το Σχολαρχείο σε Ημιγυμνάσιο έχοντα και Τέταρτη τάξη γυμνασίου. Οι αποφοιτούντες από το σχολείο αυτό όσοι ήθελαν, συμπλήρωναν τις σπουδές τους στο γυμνάσιο της Τραπεζούντας στην Πέμπτη και Έκτη τάξη, λαμβάνοντας απολυτήριο γυμνασίου. Η δαπάνη της συντηρήσεως του Ημιγυμνασίου καλυπτόταν από τα ελαφρά δίδακτρα των μαθητών, απο των εισοδημάτων λίγων προσοδοφόρων κτιρίων, απο των εκουσίων εισφορών, ενώ το υπόλοιπο έλλειμμα καλυπτόταν από το παγκάρι των εκκλησιών των περί αυτό πέντε ενοριών: Τσικολής, Ασσού, Τσίτας, Καρακαντζής και Μεξεζής.  Λαογραφικά - Ο γάμος στα Σούρμενα του Πόντου

Τα Σουσούρμενα ή Σούρμενα του Πόντου Ποντιακή Εστία τεύχη 30-31 - 1952 † Αρχιμανδρίτου Βασιλείου Παπαδόπουλου (Β' Μέρος)

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print