Το χωρίον Τάμαλα των Κοτυώρων (Ορντούς) του Πόντου

 Τάμαλα,λιθότοπος,σερρών,κοτυώρων,ορντού,κεμανί,κεμανές,τσουφάν,μαχαλά,κουρούαγάτς,γιατάοπα,κουκουλίτς,λούβατ,γουζουλότ,γιάνογλου,παλιοχώρ,πούρτσατιρι,γαράβατσούχ,ντιαρμπεκίρ,κιουμούςματενί,γεμιστιέν,αντούζ,δίλοφος,κόλκεγήΤα Τάμαλα ήταν ένα καθαρά ελληνικό χωριό χωρίς καμία τουρκική οικογένεια. Υπαγόταν στην επαρχία των Κοτυώρων του νομού Τραπεζούντας.
Είχε ένα διτάξιο σχολείο στο οποίο φοιτούσαν γύρω στους διακόσιους μαθητές με δασκάλους τους : Υφαντίδη Ιωάννη, Τριανταφυλλίδη Θεόδωρο και έναν ακόμη του οποίου το όνομα έχω λησμονήσει.
Είχε μια εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου και ένα παρεκκλήσι επίσης του Αγίου Κωνσταντίνου. Ιερείς ήταν ο παπα Παύλος και ο παπα Τριαντάφυλλος.

Ήθη και έθιμα των Γαρασαρλίδων (Νικοπολιτών του Πόντου)

Ήθη,έθιμα,χριστιανοσύνης,νικοπολιτών,πόντου,γαρέσαρης,ανάσταση,κυρίου,πάσχς,χριστούγεννα,κεσκέκι,λύρα,τίκ,ομάλ’,σέρα,τουρμαχτόν,λάζικον,κούρτικον,μαντήλια Τώρα που ζούμε τις ημέρες των μεγάλων εορτών της Χριστιανοσύνης ενθυμούμαι ζωηρά πως τα γιόρταζαν στην πατρίδα.
Γενικά στα χωριά της Γαρέσαρης είχαν την πατροπαράδοτη και χριστιανική συνήθεια την περίοδο των μεγάλων εορτών όπως ήταν τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά αλλά και η λαμπροφόρος Ανάστασις του Κυρίου, σχεδόν όλοι οι άντρες του χωριού να μαζεύονται μετά την απόλυση της θείας και ιεράς λειτουργίας , στο σπίτι του προεστού της εκκλησίας (του ιερέως) και να του εύχονται μακροβιότητα ζητώντας την ευλογία του.
Έπειτα με σειρά γυρνούσαν όλα τα σπίτια πλουσίων και φτωχών έχοντας επικεφαλής τον προεστό, ευχόμενοι σε όλους το : Χριστός ετέχθη – Αληθώς ετέχθη ή το : Καλή Χρονιά.
Το δε Άγιον Πάσχα έλεγαν το Χριστός Ανέστη ή Καλό Πάσχα.

Οφιουντιακά σημειώματα, Το Μπατά-Γκιούτ Τζαμισή, της Αθήνας (Άτηνας) του Πόντου

 μπατά,γκιούτ,τζαμισή,τζαμί,ατήνας,αθήνας,πόντου,οφιούς,όφις,κερασούντα,ντερέπεηδες,γουρία,ατζαρία,εξισλαμισμός,χριστιανικών,ντερβίσηδες Όταν κατά το έτος 1660 εμφανίστηκαν αρχικά οι Ντερέπεηδες στον Πόντο, η εξουσία και ο θεσμός τους επεκτάθηκε από την Γουρία (Ατζαρία) μέχρι και πέρα από την Κερασούντα και γινόταν βίαιος εξισλαμισμός των χριστιανικών πληθυσμών των ενδιάμεσων χωρών, τότε άλλοι μεν κάτοικοι διέφυγαν προς τα ενδότερα της χώρας όπου υπήρχε σχετική ασφάλεια από θρησκευτικής πλευράς, πολλοί δε απ’ αυτούς κατέφυγαν στην Γεωργία, την Νότιο Ρωσία (στην περιοχή της Μαριούπολης), στην Ρουμανία και αλλού, όπου σώζονται ακόμη ίχνη της καταγωγής τους. Όλοι οι υπόλοιποι εξισλαμίσθηκαν πλην ελαχίστων που κατάφεραν να κρυφτούν σε απρόσιτα μέρη. Όπως είναι γνωστό, πολλοί απ’ τους εξισλαμισθέντες διαφύλαξαν την μητρική τους γλώσσα και άλλοι την θρησκεία, στα κρυφά.
Το ίδιο περίπου συνέβη και στην περιοχή Άτηνας, δηλαδή στην Αθήνα του Πόντου, με την διαφορά ότι οι εκεί εξισλαμισθέντες απώλεσαν εξ’ ολοκλήρου τόσο την γλώσσα όσο και την θρησκεία τους και οι ναοί τους μετατράπηκαν σε τεμένη.

Το χωρίον Λυκάστ της Χαλδίας του Πόντου

Λυκάστ,σάγγα̤ς,χασάν,τσαούς,καράπουρνου,πλατανάκια,συντικής,σερρώς,Χαλδία,πόντου,αλησμόνητες,πατρίδες,πανόραμα,διπόταμος,ίμερα,λευκία,λειβάδια,ρακέττα,κρώμνη,λειβάδι,παρτύ,βαρενού,θεφίλ,χατζηνοτάς,καπετανίδηςΤο Λυκάστ ήταν ένα χωριό σχετικά μικρό στην επαρχία της Χαλδίας του νομού Τραπεζούντας. Παλιότερα είχε σαράντα ελληνικές οικογένειες οι οποίες τα τελευταία χρόνια πριν τον ξεριζωμό είχαν μειωθεί στις πέντε οικογένειες. Το χωριό είχε δύο ναούς, του Αγίου Χριστοφόρου και του Αγίου Θεοδώρου αλλά και δύο παρεκκλήσια, του Αγίου Ιωάννη και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που βρισκόταν κοντά στον Διπόταμο. Εφημέριος του χωριού ήταν ο παπα Αδάμ. Το Λυκάστ είχε ένα ελληνικό σχολείο και δάσκαλο τον Σπύρο Παπαδόπουλο και δέκα μαθητές.
Μαγαζιά ή άλλα μπακάλικα δεν υπήρχαν στο χωριό. Όλα τα χρειαζούμενα τα εφοδιάζονταν απ την διπλανή κωμόπολη της Ίμερας.

Το Μπουγάρ Μαντέν και τα πέριξ ποντιακά χωρία

Μπουγάρ,μαντέν,μαλέζ,τρίμαν,βραστάρ,διβάνι,χαρπιγιέ,ουρφιγιέ,πελεμεδίκ,καβουκλή,οβατζίκ,περικετλή,χαλδία,αργυρούπολη,νίγδη,μουτεσαριφλίκι,άδανα,ικόνιο,κόνγια,καϊμακαμλήκι,μαδεντζίδες,ματεντζήδες,καισάρεια,σεβάστεια,ερζερούμ,μαδέν,καζασή,χαμηδιέ,καζασή,σετζαεττίν,τζιρούτ,μουρτεσίνη,δζιφτέχάν,κορασίτας,τσουντσούνας,στουπίταςΗ επαρχία Μπουγάρ Μαδέν (μεταλλείο του Ταύρου) βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του νομού Ικονίου το οποίο χωρίζεται από τον νομό Αδάνων. Διοικητικά υπαγόταν στον νομό Ικονίου (Κόνγια) και είχε ως Μουτεσαριφλίκι την Νίγδη όπου ήταν και η έδρα του υποδιοικητή. Καϊμακαμλήκι μέχρι το 1910 ήταν το Μαδέν γι’ αυτό και οι κάτοικοι ονομάζονταν Μαδεντζίδες. Μετά το 1910 η έδρα τις υποδιοίκησης μεταφέρθηκε στο Ουλού-κουσ̌λά όπου υπήρχε σιδηροδρομικός σταθμός της γραμμής Κωνσταντινούπολης-Βαγδάτης που βρισκόταν στο κέντρο δημόσιας οδού που οδηγούσε προς Καισάρεια, Σεβάστεια, Ερζερούμ.
Η επαρχία αυτή περιλαμβάνει 32 τουρκικά χωριά και τρία αμιγώς ελληνικά που κατοικούσαν έλληνες ποντιακής καταγωγής. Αρχικά ονομαζόταν Χαμηδιέ Καζασή ενώ μετέπειτα Σετζαεττίν και τελευταία Μαδέν Καζασή, με έδρα το Μπουγάρ Μαδέν στις υπώρειες του χιονοσκεπούς όρους Ταύρος. Είχε πεντακόσιες πενήντα ελληνικές οικογένειες και τέσσερις τουρκικές (από τον Πόντο). Οι μόνοι τούρκοι στην περιοχή ήταν οι υπάλληλοι της διοικήσεως.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ