Το χωρίον Τοχούζ (Εννέα) – Γαλατικός Πόντος – Το Ελληνικόν Μεταλλείον του Άκ Δάγ Μαδέν – Γεωργίου Κ. Φωτιάδη - Δεύτερο μέρος
Το χωρίον Τοχούζ (Εννέα) – Γαλατικός Πόντος – Το Ελληνικόν Μεταλλείον του Άκ Δάγ Μαδέν – Γεωργίου Κ. Φωτιάδη - Δεύτερο μέρος. Από το Τοχούζ καταγόταν και ο Ηλίας Αμπατζιάδης Μέγας προύχοντας (τον μνημονεύσαμε και ως ιεροψάλτη παραπάνω), αδελφός του Θεοδώρου Αμπατζιάδη.
Το χωρίον Τοχούζ (Εννέα) του Ακ Δάγ Μαδέν (Δεύτερο Μέρος). Ο Ηλίας διετέλεσε μέλος της Επιτροπής του Ορφανοτροφείου του Μαδέν. Είχε πρωτοστατήσει στη συγκέντρωση τροφίμων και ιματισμού για το ορφανοτροφείο. Ήταν και μυστικός σύμβουλος της ομάδας των παλικαριών. Απαγχονίστηκε στην Αμάσεια. Ο γιος του, Ευστάθιος Αμπατζιάδης συνταξιούχος δάσκαλος κάτοικος Θεσσαλονίκης τότε ήταν 16 ετών μαθητής του γυμνασίου μου διηγήθηκε το εξής περιστατικό: Την προηγούμενη μέρα της εκτελέσεως των παλικαριών, ο Γεώργιος Σαλίφ έφθασε στο Μαδέν και με τον ως άνω μαθητή πήγαν σε διάφορα καταστήματα και ψώνισαν τρόφιμα, σταφίδες, διάφορα ζαχαρώδη, τσιγαρόχαρτα, καπνό και άλλα είδη. Όταν έμαθε ότι τα παλικάρια σκοτώθηκαν και τα έστησαν γύρω στα λουτρά, πήγε να τα δει. Ξαφνικά διέκρινε ανάμεσα του και το προμηθευτή και σύνδεσμο του Σαλίφ. Φοβήθηκε μήπως οι τούρκοι καταστηματάρχες αναγνωρίσουν τον Σαλίφ και θυμηθούν ότι συνοδευόταν απο τον ίδιο μαθητή, κρύφτηκε μέχρις ότου λησμονήθηκε το γεγονός. Μετά την εκτέλεση των παλικαριών του Τοχούζ η διαμονή των κατοίκων στο χωριό ήταν επικίνδυνη. Τα γυναικόπαιδα μεταφέρθηκαν στο Μαδέν, το Καράπιρ, το Εβτζή και οι άνδρες έμειναν στο χωριό, αλλά διανυκτέρευαν στα βουνά και στις χαράδρες με το όπλο στο χέρι. Περισυνέλλεξαν ότι ήταν δυνατό και μόλις ζέσταναν οι ημέρες τέλος Μαρτίου, αρχές Απριλίου του 1923, 30 με 35 οικογένειες με οδηγό τον παπα-Ανδρέα μίσθωσαν ιππήλατα αμάξια οπλισμένων Κιρκασίων, 60 χρυσές λίρες το ένα και ξεκίνησαν δήθεν για την Άγκυρα. Μετά από πορεία μιας ημέρας πιο πέρα από το Απτουραχμαλή στράφηκαν προς νότο για να αποφύγουν τη ληστεία και τη σφαγή από άτακτους Τσέτες που παρακολουθούσαν τέτοιες κινήσεις. Έπειτα από πορεία 8 ημερών, έφτασαν στο σιδηροδρομικό σταθμό Ολούκουσ̆λα (Olukisla) της γραμμής Σμύρνης - Αδάνων. Εκεί εγκατέλειψαν τα αμάξια και επιβιβάστηκαν στο τρένο, όμως ο φρούραρχος δεν επέτρεψε την αναχώρηση και ζήτησε δύο λίρες για κάθε άτομο τις οποίες συγκέντρωσε και ενεχείρισε στο φρούραρχο ο ίδιος ο παπα -Ανδρέας. Όταν έφτασαν στη Μυρσίνα επιβιβάστηκαν σε ένα εμπορικό πλοίο, όμως και εδώ ο τοπικός διοικητής δεν επέτρεψε την αναχώρηση τους και ζήτησε τέσσερις λίρες για κάθε κεφάλι. Μετά την καταβολή και του ποσού αυτού το πλοίο έφυγε. Βέβαια αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τις συνθήκες του ταξιδιού. Πάνω στο κατάστρωμα και στα αμπάρια του πλοίου ο ένας πάνω στον άλλο, με τρικυμίες με ψυχρούς βοριάδες. Κάποτε το πλοίο άραξε ανοιχτά της Αττάλειας από όπου περίμενε άλλους πρόσφυγες. Πράγματι φάνηκε μια φορτηγίδα (μια μαούνα) φορτωμένη με δέματα, αποσκευές και τους Έλληνες πρόσφυγες. Το χωρίον Τοχούζ (Εννέα) του Ακ Δάγ Μαδέν (Πρώτο Μέρος). Πριν φτάσει στο πλοίο, σε μακρινή ακόμα απόσταση, παρατηρήθηκε μια πάλη μεταξύ των επιβατών της φορτηγίδας. Τι συνέβαινε; Οι τούρκοι οδηγοί της φορτηγίδας έριξαν τους Έλληνες στη Θάλασσα. Οι Έλληνες προσπαθούσαν να σωθούν σκαρφαλώνοντας πάλι στη φορτηγίδα, αλλά οι τούρκοι με τσεκούρια και σπαθιά τους κατέκοβαν χέρια και κεφάλια έως ότου απηλλάγησαν από την παρουσία τους, ενώ οι Έλληνες ένας, ένας καταποντίζονταν στα κατακόκκινα από το αίμα νερά. Οι τούρκοι έστρεψαν τη φορτηγίδα και το πολύτιμο φορτίο προς την Αττάλεια. Αυτά συνέβηκαν μπροστά στα έκπληκτα μάτια των επιβατών του φορτηγού πλοίου το οποίο έφυγε χωρίς να παραλάβει κανένα άλλο και έπειτα από πολλές περιπέτειες έφθασε στη Χίο. Από εκεί με άλλο πλοίο έφτασε στη Θεσσαλονίκη και διασκορπίστηκαν στα Μακεδονικά χωριά. Αυτόπτης μάρτυς των γεγονότων αυτών ήταν και ο πληροφοριοδότης μου κ. Μιχάλης Καραχισαρίδης. Ο μεγαλύτερος όμως όγκος των κατοίκων του Τοχούζ έφτασε στην Ελλάδα υπό την προστασία της Επιτροπής. Προτού συλληφθούν και εκτελεστούν οι Τοχουζλούδες, βράδυ πέρασαν από το μύλο των Παπαδάντων και ζήτησαν από τον μυλωνά να τους ψήσει 3 πίτες (είδος αζύμων πεπλατυσμένων καρβελιών) στη χόβολη. Ο μυλωνάς τους είπε ότι είχε πληροφορίες πως βγαίνουν τα αποσπάσματα και ότι θα περάσουν από εκεί. Επειδή οι πίτες αργούν μη σας βρει το πρωί εδώ. Να στείλω να φέρω ψωμιά από το Καράπιρ. Συμφώνησαν και τότε έστειλαν τον Γιώργο του ΔελήΚοσμα από το Άταλαν (φίλο μου) που περίμενε να αλέσει. Πήγε στο Καράπιρ που απείχε μόλις 1000 μέτρα και από την Ντεμιρίνα γέμισε ένα δισάκι ψωμιά. Επέστρεψε, τα πήραν και έφυγαν. Όμως εκείνη τη νύχτα χιόνιζε. Το πρωί πράγματι έφθασαν τα αποσπάσματα, πέρασαν απέναντι από τον μύλο και ακολούθησαν το δρόμο για το Εβτζή. Φαίνεται είδαν τα ίχνη τους στο χιόνι και ακολουθώντας τα έφτασαν στο Ιπάν, κύκλωσαν τη θέση Γούσ̆καγια (αετόβραχος), με μικρή σπηλιά. Εκεί διανυκτέρευσαν το Τοχουζλούδες και εκεί την επομένη εκτελέστηκαν. Άρα δεν αληθεύει η κατηγορία ότι προδόθηκαν από έναν κάτοικο του Γούρτινι, τον Γαβριήλ, ο οποίος βρέθηκε εκεί μαζί τους ενώ πήγαινε για το Άταλαν. Το χιόνι ήταν ο «εφιάλτης» που οδήγησε το απόσπασμα πάνω στα κεφάλια τους, ενώ θερμαίνονταν στη φωτιά και έτρωγαν και έπιναν. Έτσι ο Γιώργος του Δελήκοσμα αποκαθιστά την αλήθεια ως προς την εκτέλεση των παλικαριών του Τοχούζ. Τον Ιούλιο του 1922 πολιορκήθηκε το Τοχούζ για δεύτερη φορά. Έμεινε ο τουρκικός στρατός όλη τη μέρα, περιμένοντας διαταγή για σφαγή. Κατά το διάστημα της ημέρας προέβη σε λεηλασίες και βιασμούς. Η διαταγή ήταν αρνητική και έλυσε την πολιορκία και απεχώρησε. Την ίδια ημέρα ειδοποιήθηκαν τα γύρω χωριά από φυγάδες. Οι κάτοικοι κρύφτηκαν στα δάση. Η περιφέρεια και τα χωριά του Άκ Δάγ Μαδέν
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com