Η Αμάσεια (Amasya) του Πόντου – Ιστορική αναδρομή

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Πόλεις - Περιοχές - Οικισμοί - Χωριά

Γενική άποψη της Αμάσειας, πατρίδας του γεωγράφου ΣτράβωναΓεωγραφική θέση – Ονομασία
Αρχαία πόλη του Πόντου κοντά στη συμβολή των ποταμών Ίριδος και Tersakan-Sou σε απόσταση 130 χιλιομέτρων απο την Αμισό. Ταυτίζεται με τη σύγχρονη Amasya. Η χώρα της εκτεινόταν μέχρι τον ποταμό Άλυ στα δυτικά, ενώ στα νότια συνόρευε με το βασίλειο της Καππαδοκίας, την τετραρχία των Γαλατών Τρόκμων και τη χώρα της Ζήλας.

Στον βορρά συνόρευε με τη χώρα της Νεαπόλεως. Περιλάμβανε τις περιοχές Γαζακηνή, Πιμωλισηνή, Διακοπηνή, Βαβάνομον, Ξιμηνή, καθώς και την πυκνοκατοικημένη πεδιάδα Χιλιόκωμον. Στους μεταγενέστερους χρόνους η πόλη απέκτησε κατά περιόδους διάφορα προσωνύμια προς τιμήν αντίστοιχων αυτοκρατόρων, όπως συνάγεται από τις νομισματικές της εκδόσεις. Έτσι, επί αυτοκράτορα Αδριανού (117-138) ονομάστηκε Αμάσεια Αδριανεία, ενώ από την εποχή του Σεπτιμίου Σεβήρου (193-211) μέχρι του Καρακάλλα (211-217) καλούνταν Αμάσεια Σευηρεία Αντωνινεία. Τέλος, επί Σεβήρου Αλεξάνδρου (222-235) ονομαζόταν Αμάσεια Σευηρεία Αλεξανδρεία. Η Αμάσεια (Amasya) του Πόντου - Ιστορική αναδρομή

Ιστορία
Οικιστής της πόλης θεωρούνταν ο θεός Ερμής, όπως τεκμηριώνεται από νομίσματα της περιόδου του Σεπτιμίου Σεβήρου (193-211). Η Αμάσεια υπήρξε πρωτεύουσα του βασιλείου του Πόντου και βασιλική νεκρόπολη των πρώτων Μιθριδατιδών, από την ίδρυση του βασιλείου περίπου το 301 π.Χ. μέχρι τη μεταφορά της πρωτεύουσας στη Σινώπη, σε κάποια χρονική στιγμή μεταξύ της ηγεμονίας του Φαρνάκη Α΄ (180-160/154 π.Χ.) και του Μιθριδάτη ΣΤ΄ (120-63 π.Χ.). Το 70 π.Χ., κατά τη διάρκεια του Γ΄ Μιθριδατικού πολέμου (73-63 π.Χ.), κυριεύτηκε από το Ρωμαίο στρατηγό Λούκουλλο. Στους χρόνους που ακολούθησαν την κατάλυση του βασιλείου του Πόντου (63 π.Χ.) και μέχρι τα τέλη του 1ου αι. π.Χ. η διοικητική υπαγωγή της πόλης παραμένει ασαφής. Ο Στράβων παραδίδει ότι εκχωρήθηκε σε βασιλείς, αλλά η ταυτότητά τους και η διάρκεια της κυριαρχίας τους στην πόλη παραμένουν αντικείμενο εικασιών. Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, το 63 π.Χ. η Αμάσεια επανιδρύθηκε πιθανόν από το Ρωμαίο στρατηγό Πομπήιο, ο οποίος ίδρυσε έντεκα πόλεις στο ποντικό τμήμα της νέας επαρχίας Πόντου-Βιθυνίας. Κατά μία άλλη εκδοχή, το 63 π.Χ. η πόλη εκχωρήθηκε στο ιερατικό κράτος της Ζήλας. Μια τρίτη άποψη υποστηρίζει ότι αρχικά εντάχθηκε στη ρωμαϊκή επαρχία Πόντου-Βιθυνίας, αργότερα όμως –πιθανότατα περίπου το 40 π.Χ., με πρωτοβουλία του Μάρκου Αντωνίου εκχωρήθηκε σε κάποια τοπική δυναστεία. Το 32 π.Χ. ενσωματώθηκε στη ρωμαϊκή επαρχία Γαλατίας, γεγονός που σηματοδότησε την εισαγωγή νέου συστήματος χρονολόγησης. Το 34-35 η πόλη εντάχθηκε στη διοικητική περιφέρεια του Γαλατικού Πόντου (Pontus Galaticus). Με την ευκαιρία αυτή η Ρώμη τής απένειμε τον τίτλο της μητροπόλεως, διάκριση που της έδωσε μια υπεροχή έναντι των υπόλοιπων πόλεων της ίδιας περιφέρειας. Σε περίπτωση μάλιστα που ο Γαλατικός Πόντος αποτέλεσε θρησκευτικό κοινό, τότε έδρα του κοινού αυτού ήταν η Αμάσεια. Επί αυτοκράτορα Τραϊανού (περ. 112) εντάχθηκε στη νέα επαρχία Καππαδοκίας, ειδικότερα στη διοικητική περιφέρεια του Μεσόγειου Πόντου (Pontus Mediterraneus), ενώ την εποχή του Αδριανού (117-138) ήταν πιθανότατα μέλος του κοινού του Πόντου. Μολονότι πρωτεύουσα του Μεσόγειου Πόντου ήταν η Νεοκαισάρεια, η Αμάσεια τη συναγωνιζόταν στην απόκτηση διακρίσεων, όπως συνάγεται από τους τιμητικούς τίτλους που έφερε. Έτσι, όπως και η Νεοκαισάρεια, τιμήθηκε με τον τίτλο της μητρόπολης την εποχή του Αδριανού. Επί Αντωνίνου Πίου (138-161) έφερε παράλληλα και τον τίτλο πρώτη του Πόντου, πιθανόν για να προβάλει ότι είναι η πιο αρχαία πόλη του Πόντου ή για να διακηρύξει την πρωτοκαθεδρία της έναντι της αντιπάλου της Νεοκαισαρείας. Την εποχή του Μάρκου Αυρηλίου (161-180) της εκχωρήθηκε το προνόμιο να φέρει τον τίτλο της νεωκόρου, να αποτελεί δηλαδή έδρα της αυτοκρατορικής λατρείας. Επί Σεβήρου Αλεξάνδρου (222-235) η Αμάσεια εντάχθηκε στην επαρχία Πόντου. Μετά την αναδιοργάνωση της Μικράς Ασίας από το Διοκλητιανό (286) έγινε πρωτεύουσα της επαρχίας Διοσπόντου/Ελενοπόντου. Η σημασία της πόλης παρέμεινε αμείωτη μέχρι και τους Βυζαντινούς χρόνους. Ομιλία Οσίου Αστερίου εις Άγιον Φωκάν.

Οικονομία – Πολιτειακή οργάνωση
Στη χώρα της Αμάσειας ήταν ανεπτυγμένη η εκτροφή ίππων και η κτηνοτροφία. Παραδίδεται επίσης η ύπαρξη ορυχείων ορυκτού άλατος στην περιοχή Ξιμηνή, από τα οποία εικάζεται ότι προήλθε η ονομασία του Άλυος ποταμού. Τέλος η θέση της, στη συμβολή πολλών σημαντικών οδών, συνέβαλε καθοριστικά στην εμπορική και γενικά οικονομική ανάπτυξή της κατά τους Αυτοκρατορικούς χρόνους. Σύμφωνα με τις λιγοστές μαρτυρίες για την πολιτειακή της οργάνωση, το 2ο αι. π.Χ. ανώτατος αξιωματούχος ήταν ο φρούραρχος. Οι χάλκινες νομισματικές εκδόσεις της Αμάσειας την εποχή του βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη ΣΤ΄ Ευπάτορος (120-63 π.Χ.) παρουσιάζουν μεγάλη ομοιότητα με τα νομίσματα άλλων πόλεων του Πόντου και της Παφλαγονίας της ίδιας περιόδου όσον αφορά τους τύπους, το σταθμητικό κανόνα και το μέταλλο. Η ομοιότητα αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι εκδόσεις της Αμάσειας έγιναν μάλλον με πρωτοβουλία του ίδιου του φιλέλληνα Μιθριδάτη ΣΤ΄, ο οποίος επιδίωκε με αυτό τον τρόπο να προβληθεί ως ιδρυτής πόλεων. Το 70 π.Χ. η Αμάσεια είχε καθεστώς πόλης.

Θρησκεία
Οι επιγραφικές μαρτυρίες και οι νομισματικές εκδόσεις της Αμάσειας πιστοποιούν τη λατρεία πολυάριθμων θεοτήτων. Κυρίαρχη θεότητα ήταν ο Ζευς Στράτιος, στη λατρεία του οποίου ήταν αφιερωμένοι δύο ναοί στη χώρα της πόλης. Με τη λατρεία του συνδέονται πιθανόν και οι πολυάριθμες αναπαραστάσεις πυράς και βωμού σε νομίσματα της Αμάσειας. Αναθηματικές επιγραφές αναφέρονται στην ιερή τριάδα Απόλλων–Άρτεμις–Λητώ, καθώς και στις νύμφες. Στα νομίσματά της παριστάνονται η Αφροδίτη, ο Άρης, η Τύχη, ο Ερμής, ο Διόνυσος, η Παλλάδα, ο Ασκληπιός και ο θεοποιημένος ποταμός Ίρις. Ο Δίας λατρευόταν με διάφορα προσωνύμια, στο πλαίσιο μάλιστα του θρησκευτικού συγκρητισμού ταυτίστηκε με κάποια ιρανική θεότητα, γι’ αυτό και λατρεύτηκε με το ιρανικό επίθετο Omanis. Ήταν καθιερωμένη επίσης η λατρεία του Διός Σαράπιδος, του Απόλλωνα, του Θεού Υψίστου και της Δήμητρας. Ακόμα παραδίδεται η ύπαρξη ναού της Μεγάλης Μητέρας Θεάς, ο οποίος κάηκε την εποχή του Διοκλητιανού, και άλσους αφιερωμένου στο θεό Έρωτα. Από την εποχή του Μάρκου Αυρηλίου ένας ναός, το λεγόμενο Σεβαστείον, ήταν αφιερωμένος στη λατρεία των αυτοκρατόρων, όπως συνάγεται από νομισματικές εκδόσεις που αναγράφουν τον τίτλο της νεωκόρου και απεικονίζουν το ναό. Στο ναό αυτό οι αρχές του Γαλατικού Πόντου θυσίαζαν στο θεοποιημένο αυτοκράτορα. Τέλος, η Αμάσεια ήταν ένα από τα σημαντικότερα κέντρα όπου εορταζόταν η Καλανδών, αρχαία γιορτή της Ανατολίας. Ο Άγιος Αστέριος, Επίσκοπος Αμάσειας Πόντου (Αγιολόγιον Πόντου).

Πολιτισμός – Οικοδομήματα
Η Αμάσεια πρέπει να δέχθηκε τη μεγαλύτερη επίδραση του ελληνικού πολιτισμού από όλες τις πόλεις της ενδοχώρας του ποντικού βασιλείου, λόγω της θέσης της κατά μήκος μιας μεγάλης εμπορικής αρτηρίας που είχε αφετηρία της την Αμισό στα παράλια του Εύξεινου Πόντου. Παράλληλα, ως έδρα του βασιλείου των Μιθριδατιδών, για μεγάλο χρονικό διάστημα υπήρξε τόπος κατοικίας πολλών ανώτατων αξιωματούχων, αρκετοί από τους οποίους είχαν ελληνική καταγωγή. Η οικογένεια του γεωγράφου Στράβωνα είναι τυπικό παράδειγμα Ελλήνων της Αμάσειας που αναδείχθηκαν στην κοινωνική και διοικητική ιεραρχία του βασιλείου του Πόντου. Ο Στράβωνας περιγράφοντας τη γενέτειρά του δίνει τη λεπτομερέστερη εικόνα της πόλης σε σχέση με τις υπόλοιπες φιλολογικές πηγές. Η Αμάσεια ήταν σημαντικός συγκοινωνιακός κόμβος, αφού διέρχονταν από εκεί τέσσερις οδικές αρτηρίες. Ήταν χτισμένη στις όχθες του ποταμού Ίριδος, στο βαθύ φαράγγι που σχηματιζόταν ανάμεσα σε δύο ψηλούς βραχώδεις λόφους. Τα ανάκτορα δέσποζαν πάνω από την πόλη, καθώς ήταν οικοδομημένα στην πλαγιά του δυτικού, ιδιαίτερα απόκρημνου, λόφου, σε ένα τεχνητό επίπεδο που υποστηριζόταν από αναλημματικό τείχος. Πάνω από τα ανάκτορα βρίσκονται λαξευμένοι στο βράχο πέντε μνημειώδεις βασιλικοί τάφοι, που ανήκουν στους πέντε πρώτους ηγεμόνες της δυναστείας των Μιθριδατιδών, καθώς και πολυάριθμοι άλλοι μικρότεροι. Εκτός από το οχυρωματικό τείχος της πόλης, ένα δεύτερο τείχος περιέβαλλε τα βασιλικά ανάκτορα, τους βασιλικούς τάφους και τις δύο κορυφές του δυτικού λόφου. Στο υψηλότερο μέρος του λόφου υψωνόταν ένας πύργος, ο οποίος αποτελούσε πιθανότατα το αρχαιότερο τμήμα του οχυρού. Ο Στράβωνας μνημονεύει την ύπαρξη δύο υδρείων στην κορυφή του δυτικού οχυρωμένου λόφου, στην πραγματικότητα όμως οι υπόγειες λαξευμένες σήραγγες που έχουν εντοπιστεί είναι τρεις. Από αυτές εκείνη που βρίσκεται στο δυτικό τμήμα του οχυρωμένου λόφου είχε σχεδόν 300 βαθμίδες και οδηγούσε σε μια πηγή νερού. Πλησίον της βρέθηκε δεξαμενή. Στον αυχένα που συνέδεε τις δύο κορυφές του λόφου υπήρχε δεύτερη σήραγγα με 241 βαθμίδες. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη λαξευμένη υπόγεια σήραγγα σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία, με διαστάσεις 5,45 μ. πλάτος και 6 μ. ύψος. Η τρίτη, μικρότερη, σήραγγα οδηγούσε στο ποτάμι και ακολουθούσε ελικοειδή πορεία. Μολονότι οι δύο από αυτές τις σήραγγες ταυτίζονται με βεβαιότητα με υδρεία, η σύνδεση και των τριών με κάποια ανατολική λατρεία δεν μπορεί να αποκλειστεί. Χρονολογούνται την ίδια εποχή με τους βασιλικούς τάφους της Αμάσειας, δηλαδή περίπου μεταξύ του τέλους του 4ου και των μέσων του 2ου αι. π.Χ. Παρόμοιες υπόγειες σήραγγες έχουν εντοπιστεί και σε πολλά άλλα οχυρά της ανατολικής Μικράς Ασίας. Επί του ποταμού Ίριδος, στους πρόποδες του οχυρωμένου λόφου, υπήρχε τοξωτή γέφυρα της Ρωμαϊκής περιόδου, τμήμα της οποίας είναι μέχρι σήμερα εμφανές στη νεότερη γέφυρα που την αντικατέστησε. Τα ερείπια δύο ακόμη γεφυρών σώζονται στην όχθη του ποταμού Tersakan Cayi. Πολυάριθμα αρχαία αρχιτεκτονικά κατάλοιπα έχουν χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή των νεότερων κτηρίων μέσα στην πόλη. Τέλος, στην επικράτεια της Αμάσειας υπήρχαν πολλά οχυρά που καταστράφηκαν κατά τους Μιθριδατικούς πολέμους. Άγιος Ιερομάρτυρας Βασιλέας, Επίσκοπος Αμάσειας Πόντου. Στην Αμάσεια έδρασαν σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο Άγιος Απόστολος Πέτρος, που ευαγγέλισε το εσωτερικό του Πόντου και ίδρυσε την εκκλησία της Αμάσειας χειροτονώντας τον πρώτο επίσκοπό της κι ο Άγιος και Πρωτοκορυφαίος Απόστολος Ανδρέας. Αρχαία πόλη του Πόντου και μία απο τις λίγες που διατήρησε αναλλοίωτο το όνομά της απο την αρχαιότητα έως το 1922. Ο αρχαίος γεωγράφος και ιστορικός Στράβων (63 π.Χ. - 23 μ.Χ.) ήταν από την Αμάσεια , παραλιακή πόλη του Πόντου, που τη διασχίζει ο ποταμός Ίρις. Ο Στράβων γράφει για την πατρίδα του (Γεωγραφικά, Βιβλίο ΙΒ, παράγραφος 547, εδάφιο 15): Ο Ίρις ποταμός έχει τας πηγάς του εις αυτόν τον Πόντον, ρέων διαμέσου της πόλεως των Κομάνων επιστρέφει προς βορράν κατόπιν κάμνει πάλιν καμπήν προς ανατολάς, δεχόμενος τα ύδατα του Σκύλακος και άλλων ποταμών και ρέει ορμητικά πλησίον αυτού του τείχους της Αμάσειας, της πατρίδος μου, η οποία είναι οχυρωτάτη πόλις. (Μετάφραση Α.Σ. Αρβανιτοπούλου). Η Αμάσεια ήταν πρωτεύουσα των Μιθριδατών έως το 183 π.Χ. Η πόλη έχει τα περισσότερα αρχαία μνημεία στον Πόντο. Στα βραχώδη βουνά της υπάρχουν σπηλιές που δεν είναι παρά οι συλημένοι τάφοι των Μιθριδατών. Στο Μουσείο της αφθονούν τα αρχαιοελληνικά ευρήματα. Απέχει περίπου 70 χλμ απο την Αμισό και η τοποθεσία όπου είναι χτισμένη την έχει καταστήσει φυσικό οχυρό. Περιβάλλεται απο απόκρημνα και απρόσιτα βουνά, το δε κλίμα της είναι υγιεινό. Όλη η γύρω περιοχή ήταν κατάφυτη απο αμπέλια, οπωροφόρα δέντρα και κάθε είδους λαχανικά. Κυριότερα προϊόντα της ήταν τα δημητριακά, οι ονομαστές μπάμιες, τα περίφημα δαμάσκηνα και τα νοστιμότατα μήλα. Οι τέχνες και το εμπόριο βρισκόταν στα χέρια των Ελλήνων. Την Αμάσεια δεν μπορεί να την παραβγεί καμία άλλη πόλη του Πόντου σε αρχαιότητες (αρχαία μνημεία). Σπουδαίο αρχαιολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σκαλισμένοι στους βράχους, βασιλικοί τάφοι. Το 70 π.Χ. η Αμάσεια κυριεύτηκε απο τους Ρωμαίους και υποτάχθηκε στον στρατηγό Λούλουδο, ενώ το 63 π.Χ. έγινε μία απο τις έντεκα επαρχίες που ιδρύθηκαν στον Πόντο απο τον Πομπήιο. Στα χρόνια της Βυζαντινής κυριαρχίας, η Αμάσεια ήταν πρωτεύουσα της επαρχίας του Ελλενόποντου, ενώ αποτελούσε ένα απο τα κυριότερα εμπορικά κέντρα της περιοχής. Το 529 μ.Χ. καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς απο ισχυρό σεισμό, αλλά οικοδομήθηκε πάλι επί εποχής Ιουστινιανού.
Ομάδα ανδρών φωτογραφίζονται στις όχθες του ποταμού Ίρι στις αρχές του 1900 με φόντο τους τάφους των Μιθριδατών βασιλέων του ΠόντουΗ Αμάσεια υπήρξε έδρα των περιβόητων «Δικαστηρίων Ανεξαρτησίας». Πρόκειται για εξοντωτικές φυλακές που χτίστηκαν εκεί, ειδικά για την εξόντωση του ελληνικού στοιχείου. Tο Φετχιγιέ Τζαμί (Fethiye Camii) αναφέρεται πως ήταν χριστιανικός ναός που χτίστηκε από την αυτοκράτειρα Ειρήνη, κόρη του Νικηφόρου Φωκά, και μεταβλήθηκε σε τέμενος το 1176. Στην ανατολική απόληξη του δρόμου, σε πλατεία απέναντι από την πρώτη γέφυρα του Ίριδος και το ιστορικό ρολόι, ορθώνεται το μνημείο του γενοκτόνου μουσταφά κεμάλ. Είναι ο τόπος που απαγχονίστηκαν οι κορυφαίες προσωπικότητες του ελληνισμού του Πόντου, από τα φρικαλέα και αλήστου μνήμης δήθεν και κατ’ ευφημισμόν «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας της Αμάσειας». Από το Γενάρη του 1921 μέχρι και το 1923 πέρασαν από τις υγρές φυλακές της Αμάσειας όλοι οι Έλληνες που διακρίνονταν στο εμπόριο, στον πλούτο, στις επιστήμες και προέρχονταν από όλες τις περιοχές του Πόντου. Η κατηγορία που τους βάραινε είναι ότι αποτελούσαν μέλη μυστικής επαναστατικής οργάνωσης που έπαιρνε οδηγίες από την Ελλάδα κι είχε σκοπό να πετύχει, σε συνεργασία με τους Έλληνες αντάρτες της περιοχής, την ανεξαρτησία του Πόντου. Τον 11ο αιώνα η πόλη έπεσε στα χέρια των Σελτζούκων Τούρκων. Σπουδαίοι Ρωμιοί καταδικάστηκαν και μαρτύρησαν, αργότερα, με την κατηγορία ότι μαζί με τους αντάρτες αγωνίζονταν για την ανεξαρτησία του Πόντου. Στην κεντρική πλατεία της πόλης, τον Σεπτέμβριο του 1821 οι Τούρκοι απαγχόνισαν 174 Έλληνες του Πόντου. Στην περιφέρεια της Αμάσειας κατοικούσαν στις αρχές του 20ο αιώνα 155.000 Έλληνες και λειτουργούσαν εκεί 325 σχολεία με 10.000 και 565 δασκάλους. Τελευταίος μητροπολίτης Αμάσειας ήταν ο Γερμανός Καραβαγγέλης (1866-1935), γνωστός για την εθνική αγωνιστική του δράση του. Σήμερα η Αμάσεια είναι μια τυπική, σχετικά μικρή, αλλά πανέμορφη πόλη της Ανατολίας. Ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει στις απολήξεις του όρους Χαρσενέ τους λαξευμένους βασιλικούς τάφους ,που σύμφωνα με τον Στράβωνα ανήκουν στους βασιλείς του κράτους του Πόντου της δυναστείας των Μιθριδατών. Ακριβώς πάνω από τους λαξευτούς τάφους βρίσκεται το κάστρο της Αμάσειας, που μέχρι τον 18ο αιώνα το χρησιμοποιούσαν οι Οθωμανοί για καθαρά στρατιωτικούς σκοπούς. Τον Ιούλιο του 2007 ξεκίνησαν , εντός του κάστρου, εργασίες αρχαιολογικής ανασκαφής. Ιδιαίτερα όμορφη και ιδανική για περίπατο είναι η παραποτάμια οδός απ’ όπου ο επισκέπτης θαυμάζει τόσο τους λαξευτούς τάφους όσο και τα παραδοσιακά σπίτια που είναι χτισμένα πάνω στο ρου του Ίριδος ποταμού. Σελίδες της Μαύρης Εθνικής Συμφοράς των Ελλήνων του Πόντου / Τα δικαστήρια της Αμάσειας

Πηγή: Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print