Το χωρίον Αγούλα (Αγούλια) της Νικοπόλεως του Πόντου - Ιστορικόν και Λαογραφικόν σημείωμα
Η επαρχία της Νικοπόλεως Şebinkarahisar Σεμπίν Καραχισάρ και Κολωνίας είχε 95 χωριά. Από αυτά τα 55 κατοικούνταν από μετανάστες που ήρθαν από την Αργυρούπολη κατά το 1750 και τα άλλα 35 από ντόπιους. Ένα από τα 95 χωριά της Νικοπόλεως ήταν και τα Αγούλα̤.
Μικρό χωριό με 60 οικογένειες όλες ελληνικές. Απείχε από τη Νικόπολη 5 ώρες. Υπαγόταν στο Καϊμακαμλίκι του Αντρές. Γύρω στα Αγούλα̤ ήταν τα εξής χωριά:
*Πουλάχ με 50 οικογένειες, απείχε από τα Αγούλα̤ 20 χιλιόμετρα.
*Τσ̌οράχ με 10 οικογένειες, σε απόσταση 30 λεπτών από τα Αγούλα̤.
*Γουράτζ με 80 οικογένειες, σε μια ώρα απόσταση από τα Αγούλα̤.
*Ουλούτσ̌ουχουρ με 45 οικογένειες και 3 ώρες απόσταση από τα Αγούλα̤.
*Γατή Κιοϊ με 80 οικογένειες και 5 ώρες απόσταση από τα Αγούλα̤.
*Χωρίον Γουζουλού με 70 οικογένειες.
Το κλίμα στο χωριό Αγούλα̤ ήταν γλυκύ. Φυσούσαν άνεμοι βόρειοι ως επί το πλείστον και είχε βροχές την άνοιξη με νερό άφθονο απο πηγές (ομάτα̤) και υψόμετρο στα 500 μέτρα περίπου. Οι κάτοικοι των Αγουλίων προέρχονταν από την Αργυρούπολη. Οι λόγοι της μεταναστεύσεως τους είναι άγνωστοι, πιθανώς να ήταν οικονομικοί γιατί η περιοχή της Αργυρουπόλεως ήταν άγονη και πετρώδης. Οι κάτοικοι είναι υψηλοί ως επί το πλείστον και μελαχροινοί οι περισσότεροι. Το χωριό ονομάστηκε Αγούλα̤ από τις μάντρες που είχε εκεί ο γαιοκτήμονας Σεφκέν μπέης. Επί 25 χρόνια οι χωρικοί ζούσαν δουλεύοντας στα κτήματά του πληρώνοντας και φόρους μια οκά μυτζήθρα, μια οκά βούτυρο, 2 οκάδες μαλλί και 5 γρόσια κατά το cheri (ιερό νόμο) ο καλλιεργών επί 25ετία αγρόκτημα καθίσταται αυτοδικαίως ιδιοκτήτης επί των αγρών. Ο παπάς του χωριού τότε που ήταν και ιδρυτής, ο παπα Παναγιώτου θέλοντας να επωφεληθεί του νόμου αλλά και να μην έχει διενέξεις με τον Σεφκέν μπέη του πρότεινε να τους πουλήσει τα κτήματα των Αγουλίων και των περιχώρων. Ο Σεφκέν μπέης αρνήθηκε και τον απέπεμψε με κακό τρόπο. Ύστερα από αυτό ο παπάς με αντιπροσώπους άλλων οκτώ χωριών πήγαν στην Τραπεζούντα και με το μέσον κάποιου Έλληνα νομομαθή απετάθησαν στον Βαλή που είχε απεριόριστη εξουσία. Ο Βαλής που τύχαινε να είναι συγγενής του Σεφκέν τους απέπεμψε λέγοντας: «Σουλτάνος του νόμου είμαι εγώ και δεν επιτρέπω σε γκιαούρηδες να πάρουν τα κτήματα του Σεφκέν μπέη». Η Επιτροπή τότε με επικεφαλής τον παπά των Αγουλίων και τον Πιλώρ (Πιλωρίδη) μεταβίβασαν αυτολεξεί την απάντηση του Βαλή στα Πατριαρχεία και στην υψηλή πύλη ως και στον Σουλτάνο. Ύστερα από 1-2 μήνες ο Βαλής της Τραπεζούντας καθαιρείται και διατάσσεται ο διάδοχός του να δώσει τα κοτσάνια (τίτλους κυριότητας) στους αντιπροσώπους των χωριών. Έτσι τα Αγούλα̤ και τα γύρω χωριά πήραν στα χέρια τους τα κτήματά του Σεφκέν μπέη και τότε αρχίζει να αναπτύσσεται στο χωριό η γεωργία και η κτηνοτροφία και γενικά παρατηρείται μια οικονομική ακμή και ευεξία. Κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο ενέσκηψε λιμός που αποδεκάτισε κυριολεκτικά τον πληθυσμό όλης της περιφέρειας. Στο χωριό οι 100 από τους 300 κατοίκους πέθαναν από την πείνα. Λένε πως κάποιος τότε έκρυψε νεκρό συγγενή του και έτρωγε από το πτώμα του. Οι τούρκοι πήραν όλα τα ζώα του χωριού κι άφησαν μόνο τα σκυλιά και τις γάτες και αυτά τα έφαγαν οι πεινασμένοι χωρικοί. Όσοι από τους κατοίκους μείνανε, υποχρεώθηκαν να αφήσουν τα πάντα και να φύγουν. Άλλοι εξορίζονταν. Για να αποφύγουν την εξορία όσοι μπόρεσαν δωροδόκησαν τους τούρκους για να περάσουν στην Κερασούντα. Μετά από πολυήμερη εξαντλητική πορεία έφθασαν στην Κερασούντα και από εκεί με πολλούς κόπους κατόρθωσαν να περάσουν σε παράλιες πόλεις της Ρωσίας το Κέρτς, τη Γιάλτα, το Τουαψέ, τη Θεοδόσια και άλλες λοιπές. Από τις ρωσικές πόλεις όλοι οι Έλληνες που είχαν καταφύγει εκεί μαζί και οι Αγουλιώτες συγκεντρώθηκαν στο Νοβοροσίσκι και από εκεί κατά το 1922 ανεχώρησαν και έφθασαν στην Ελλάδα. Εδώ οι Αγουλιώτες σκορπίστηκαν άλλοι στα χωριά της Δράμας (Μεγαλόκαμπο, Μαυρολεύκη, Αλιστράτη), όπου ασχολούνται με την καλλιέργεια του καπνού, άλλοι στην Κρυόβρυση Πτολεμαϊδας και άλλοι στην Πολίχνη της Θεσσαλονίκης. Εδώ μια παρένθεση. Το 1919, Έλληνες, μεταξύ των οποίων και οι Αγουλιώτες βρίσκονταν στο Μπελαρέτσ̌εσκαγια του Μαϊκόπ της Ρωσίας επειδή ήθελαν να έρθουν στην Ελλάδα, έστειλαν μία επιτροπή για να πληροφορηθεί τα σχετικά και να φροντίσει για την εγκατάστασή τους. Η Επιτροπή που αποτελούνταν από τον πατέρα μου Παπαπαναγιώτου (δάσκαλο), τον Χλωρίδη Αριστείδη (δάσκαλο), τον Ιωάννη Σταμπουλή (καπνοπαραγωγό), τον Γεωργιάδη Δημήτριο (έμπορο) ήρθε εδώ στη Σαλονίκη και παρουσιάστηκε στον τότε Υπουργό Γεωργίας Καφαντάρη Γεώργιο, ο οποίος τους είπε, αυτολεξεί: «Περιμένετε πρώτα να τακτοποιηθεί το Μικρασιατικό ζήτημα για να μπορέσουμε να σας τακτοποιήσουμε, όπως και όπου πρέπει τους επαγγελματίες στις πόλεις και τους γεωργούς στα χωριά κ.ο.κ. αλλιώς αν έρθετε τώρα θα μετατρέψετε τη Μακεδονία σε νεκροταφείο γιατί και δεν θα μπορέσουμε να σας τακτοποιήσουμε καλά και αποξηραντικά έργα δεν έχουν γίνει. Η Μακεδονία είναι ένας απέραντος βάλτος όπου δεν θα αντέξουν να ζήσουν». Η Επιτροπή αφού έκανε μια περιοδεία στη Μακεδονία με εισιτήρια διαρκείας που τους είχε δώσει ο Καφαντάρης, επέστρεψε στη Ρωσία. Εκεί όμως η επανάσταση βρισκόταν στο κορύφωμά της, επακολούθησε φοβερή πείνα. Ο Ελληνικός πληθυσμός δε μπόρεσε να προσαρμοστεί στη νέα κατάσταση και έτσι το 1922 ήρθαν από το Νοβοροσίσκι (όπου είχαν συγκεντρωθεί) στην Ελλάδα. Τα σχέδια του Υπουργείου Γεωργίας έμειναν απραγματοποίητα λόγω της Μικρασιατικής Καταστροφής κι έτσι η εγκατάστασις των προσφύγων έγινε από τον εποικισμό όπως-όπως, γεωργοί πήγαν σε αστικά κέντρα, αστοί σε χωριά κ.ο.κ.
Θρύλοι και Παραδόσεις. Πίστευαν στο θρύλο του μαρμαρωμένου βασιλιά, μόνο που δεν έλεγαν πως είναι μαρμαρωμένος αλλά νεκρός και θα αναστηθεί. Ακόμη έλεγαν ο Κωνσταντίνον εδέκεν και ο Κωνσταντίνον α παίρ’, δηλαδή ο Κωνσταντίνος έδωσε ο Κωνσταντίνος θα πάρει. Έλεγαν ακόμη και το ζωντάνεμα των τηγανισμένων ψαριών του καλογήρου στο Τσαούς Μοναστήρ της Πόλης. Στο έδαφος υπήρχαν βαθουλώματα πετρωμένα που έμοιαζαν με πατήματα αλόγου. Οι αγρότες πίστευαν πως είναι αποτυπώματα από το άλογο του Αγίου Γεωργίου που τάχα πέρασε από κει. Πίστευαν ακόμη σε στοιχειά, αράπηδες και μάγισσες. Οι νοικοκυρές δεν έπρεπε τη νύχτα να χύνουν έξω το νερό γιατί πίστευαν πως «α τσ̌αρπινεύ α̤την α σ’ εμάς καλλίον π’ έν’» δηλαδή πώς θα την αρπάξει αυτή που είναι καλύτερη από μας, δηλαδή η μάγισσα. Για την μάγισσα αναφέροντας την έλεγαν: «Α σ’ εμάς καλλίον π’ έν’» (καλέσσα = καλή). Το πρωί κάθε πρωί οι χαίτες και οι ουρές των αλόγων βρισκόταν πλεγμένες. Οι αγρότες πίστευαν πως τη νύχτα τις έπλεκε η μάγισσα. Το φαινόμενο αυτό μου έκανε εντύπωση. Ρώτησα μια γερόντισσα από το Χιντσιρίκ κι αυτή μου το εξήγησε. Η ίδια είδε μια νύχτα μέσα στη μάντρα μια νυφίτσα που έπλεκε την ουρά του αλόγου τους. Στο χωριό τους όλοι ήξεραν πως το πλέξιμο της ουράς και της χαίτης οφείλονταν στη νυφίτσα και όχι στη μάγισσα. Έλεγαν «Το φούστουρον τ’ Αη-Γιώρ’ πολλά ακριβόν έν’», δηλαδή η ομελέτα του Αγίου Γεωργίου είναι ακριβή. Αυτό το έλεγαν σχεδόν όλοι οι Πόντιοι. Έτσι από έναν γέροντα από το Κάρς έμαθα πως το έλεγαν αυτό γιατί συνήθισαν σε πανηγύρια του Αγίου να βγάζουν σε δημοπρασία μια ομελέτα που στοίχιζε ελάχιστα, πουλιόταν όμως σε πολύ υψηλή τιμή και τα λεφτά διατίθεντο στην εκκλησία. Το ψωμί το θεωρούσαν ιερό έστω και ένα ψίχουλο αν έβρισκαν κάτω το έπαιρναν το φιλούσαν και το έβαζαν σε μέρος που να μην υπάρχει φόβος να πατηθεί.
Ήθη και έθιμα. Η οικογένεια είναι πατριαρχική. Είκοσι άλλοτε και σαράντα άτομα η καθεμία. Εκείνοι βεβαίως δεν έλεγαν άτομα, έλεγαν παραδείγματος χάρη είκοσ’ χουλά̤ρα̤ δηλαδή είκοσι κουτάλια. Αρχηγός ήταν ο πατέρας ή ο μεγαλύτερος αδερφός, όταν δεν υπήρχε πατέρας. Οι γυναίκες ποτέ δεν έπαιρναν μέρος σε συζητήσεις ανδρών, μα και στο τραπέζι ποτέ δεν κάθονταν μαζί τους. Στρώνετε τρία τραπέζια, χωριστά για τους άντρες, χωριστά για τις γυναίκες, ξεχωριστά για τα παιδιά. Οι νέοι δεν μιλούσαν κοντά στους πρεσβυτέρους (μιζετέρ = πρεσβύτεροι), παρά μόνο όταν εκείνοι τους ρωτούσαν. Οι νέοι μιλούσαν με τις νέες μόνο σε γάμους σε πανηγύρια και σε παρόμοιες συγκεντρώσεις και οι αρραβωνιασμένοι ακόμα δεν μιλούσαν μεταξύ τους πριν από το γάμο (την «Χαρά») όπως την έλεγαν. Οι φίλοι του γαμπρού (Καλετά̤ν) Καλεστάδες αν μπορούσαμε να τους πούμε έτσι σε ελεύθερη απόδοση, του έκαναν συντροφιά και διασκέδαζαν μαζί του. Όταν οι γονείς του νέου πήγαιναν να ζητήσουν μια κόρη από τους γονείς της αν εκείνοι δέχονταν να τους την δώσουν αυτοί τους πλήρωναν, δηλαδή η νύφη σχεδόν αγοραζόταν. Τα λεφτά που πλήρωναν στους γονείς της τα έλεγαν γανόλα̤. Η νύφη με τη συννυφάδα, την πεθερά ή την κουνιάδα μια εβδομάδα μετά τον γάμο πήγαινε σε σπίτια συγγενικά του γαμπρού και έπλενε τα πόδια όλων των ανδρών. Αυτό το λέγανε: «η νύφε εξαίβεν ση ποδάρι το πλύσιμον», δηλαδή η νύφη βγήκε στο ποδαριού το πλύσιμο. Εκείνοι της χαρίζανε συνήθως λεφτά. Πολλές φορές αν δύο φιλικές οικογένειες αποκτούσαν η μια αγόρι και η άλλη κορίτσι, έφερναν την κούνια του αγοριού δίπλα στην κούνια του κοριτσιού και τα χάραζαν στα στήθια τους με ξυράφι ή με οτιδήποτε άλλο. Αυτό το ονόμαζαν σουμάδα̤ ή σουμάδεμα, δηλαδή σημάδι ή σημάδεμα. Ίσως γι αυτό και σήμερα εξακολουθεί το αρραβώνιασμα να λέγεται σουμάδα̤ σουμάδεμα. Η νύφη έπρεπε να κρατεί μασ̌ σε όλη την οικογένεια του ανδρός της, σε όλους τους συγγενείς του, ακόμα και σε πολύ μικρότερους της και στους γείτονες των πεθερικών της (αυτούς όχι πάντα). Μασ̌ ήταν το να μην ομιλεί καθόλου η νύφη. Αντίστοιχη λέξη στη νεοελληνική γλώσσα δεν υπάρχει. Δεν μιλούσε καθόλου και απλώς εκτελούσε ότι της λέγανε να κάνει ή απαντούσε με νεύμα του κεφαλιού ως Ναι ή όχι όταν τη ρωτούσαν κάτι. Αυτό το έθιμο κράτησε ως πριν λίγα χρόνια. Είναι έθιμο όλων των Ελλήνων του Πόντου. Σε πολλά χωριά εξακολουθεί και σήμερα να υπάρχει το έθιμο αυτό και στην Ελλάδα. Είχε την καλή του αφετηρία και πλευρά και ίσως μόνο για αυτήν υιοθετήθηκε ώστε να αποφεύγονται τα καβγαδάκια με τις μεγαλύτερες συννυφάδες, κουνιάδες και ιδίως με την πεθερά. Πάντως ήταν ένδειξη σεβασμού. Μάλιστα όταν αράδιαζαν τα προτερήματα μιας κοπέλας σαν επισφράγισμα σε όλα λέγανε: «γλώσσαν έχ̌’ και λαλίαν ‘κ̌’ έχ̌΄» δηλαδή γλώσσα έχει και λαλιά δεν έχει. Αυτό το λέμε και σήμερα σε ορισμένες περιπτώσεις. Αν μια κοπέλα ή γυναίκα μιλούσε με τους πρεσβύτερους ή έφερνε αντιρρήσεις σε μια τους γνώμη αυτή δεν μπορούσε να καυχηθεί για την καλή της φήμη. Η νύφη έπρεπε να περιποιείται πολύ τα πεθερικά στο τραπέζι. Όχι μόνο δεν καθόταν μαζί με τους άλλους αλλά και έστεκε στο πόδι για να τους υπηρετεί. Για αυτό σήμερα συνηθίζουν να λένε γι αυτούς που δεν κάθονται: «Ντο στέκ’ς άμον’ νύφε ΄ς σο ποδάρ’;» δηλαδή τι στέκεις στον πόδι σαν τη νύφη; Η νύφη έπρεπε να κοιμηθεί αφού έρθουν όλοι απ’ έξω. Και αν ακόμα ο πεθερός ή ο κουνιάδος έρχονταν στις 3 τα ξημερώματα ή και αργότερα, αυτή έπρεπε να τον ξεντύσει, να του πλύνει τα πόδια αν θέλει και να τον βάλει να κοιμηθεί κι ύστερα να πέσει αυτή και το πρωί να σηκωθεί πρώτη. Δέκα ή δεκαπέντε μέρες μετά το γάμο η νύφη γυρνούσε στο σπίτι του πατέρα της κι έμενε δύο τρείς ημέρες. Την είχαν σαν φιλοξενούμενη και δεν έκανε καμιά δουλειά, γι αυτό και σήμερα αν κάποια σπιτικιά δεν κάνει δουλειά οι άλλοι συνηθίζουν να της λένε: «ντο κάθεσαι ΄ς σο σπίτ’ έγκαμε σε;» δηλαδή: τι κάθεσαι; σε φέραμε στο σπίτι;. Μετά πήγαινε και την έπαιρνε πίσω η πεθερά, η συννυφάδα, ή η κουνιάδα της. Στην κηδεία έστρωναν τραπέζια με πολλά φαγητά. Οι γυναίκες άφηναν λυτά τα μαλλιά τους σε ένδειξη λύπης. Όταν επέστρεφαν από κηδεία έπλεναν τα χέρια. Μοιρολογούσαν, αν όμως πέθαινε ο άντρας νέας γυναίκας ήταν ντροπή να κλάψει φανερά το ίδιο και για το παιδί της, ιδίως αν ήτανε κοντά τα πεθερικά της. Επίσης οι γονείς ήταν ντροπή να χαϊδεύουν τα παιδιά τους κοντά στους πρεσβύτερους, ακόμα και να μιλούν μεταξύ τους. Στις γιορτές Χριστούγεννα Πρωτοχρονιά τα παιδιά έψελναν στα σπίτια. Στα Δωδεκάμερα κάμναμε καμήλες και αράπηδες και γυρνούσαν στα σπίτια με τη λύρα. Αυτό το να περνούν όλοι μαζί οι άνδρες από όλα τα σπίτια του χωριού με τη λύρα το συνήθιζαν πάντα στις γιορτές. Αυτή η συνήθεια κράτησε ως πριν λίγα χρόνια και σε πολλά χωριά εξακολουθεί να υπάρχει. Των Βαΐων όλα τα σπίτια ψήνουν «Καρκέλα̤» κουλουράκια ειδικά των Βαϊων και τα μοίραζαν στα παιδιά που γύριζαν στα σπίτια την Κυριακή των Βαϊων και έψαλλαν τα Κάλαντα. Το Πάσχα βάφανε αυγά, κόκκινα και μπλε, ίδιως όμως κόκκινα. Τα παιδιά έκαμναν και «πισσάνον» αυγό δηλαδή γεμισμένο με πίσσα και τσιχτσιρίνον (αυγό βρασμένο πάνω μυτερή του άκρη), έτσι που το μέρος εκείνο γέμιζε και γινότανε πολύ δυνατό προκειμένου με αυτό να σπάσουν τα αυγά των άλλων παιδιών (πονηριές της εποχής εκείνης). Τη δεύτερη μέρα του Πάσχα έκαναν τον «Κοτκοτάνον» τσούγκριζαν δηλαδή τα αυγά απ’ την ανάποδη τους άκρη. Στην περίοδο της αναβροχιάς κάμνανε την «Περπερούνα» που τη λέγανε «Κουσ̌κουτέρα» και με κείνη γυρνούσαν τα σπίτια, τα παιδιά και έλεγαν: «Κουσ̌κουτέρα να ιστέρσιν; Αλλάχ τάν γιαγμούρ ιστέμεμ» δηλαδή Περπερούνα τι θέλεις; θέλω βροχή από το Θεό. Το χωρίον Αγούλα της Νικοπόλεως του Πόντου - Ιστορικό & Λαογραφικό σημείωμα Β Μέρος
Ενδυμασίες. Οι γυναίκες για συνηθισμένη ενδυμασία είχαν το εντερί φόρεμα μακρύ, σχιστό στα πλάγια. Από μέσα φορούσαν το καμίς (πουκάμισο) ολοκόκκινο οι νέες, μπλέ (γερανέον όπως το έλεγαν) οι ηλικιωμένες. Μάλλινο ή μεταξωτό φαινόταν από το σχιστό μέρος στα πλάγια του εντερί. Πάνω από το εντερί φορούσαν το κοντέσ̌΄ (είδος αντρικού γιλέκου κοντό κομψό). Δεξιά και αριστερά στο στήθος ήταν κεντημένο από τον ράφτη. Οι γυναίκες δεν ήξεραν να ράβουν, μόνο ύφαναν στο σπίτι ότι τους χρειαζόταν. Τα ρούχα τους όλα τα έραβε ο ράφτης -ο δικέφαλος αετός με τρόπο έτσι που να μην το καταλαβαίνουν οι τούρκοι-. Πάνω από το εντερί ή και κρεμασμένο στο λαιμό είχαν το σπαλέρ’, κομμάτι τετράγωνο που κλείνει το ανοιχτό καρέ του εντερί. Ήταν μεγάλη ντροπή να εμφανιστεί γυναίκα χωρίς σπαλέρ. Απαραίτητη ήταν και η φορά (ριγωτή ποδιά). Κάτω από το καμίς φορούσαν βράκα «τη ποδαρί» όπως την έλεγαν αλληγορικά δηλαδή του ποδιού. Αυτή ήταν μακριά μονόχρωμη ή λουλουδάτη, μάλλινη ή μεταξωτή ή τσιτένια, Στα πόδια φορούσαν ορτάρα̤ (κάλτσες μάλλινες) και κουντούρας (σημερινές γόβες μαύρες, γυαλιστερές και σκληρές με τακούνια). Τσ̌αρούχ̌α φορούσαν οι φτωχές. Στο κεφάλι οι νέες γυναίκες φορούσαν την «βαλάν» μαντήλα συνήθως μεταξωτή. Οι ηλικιωμένες φορούσαν την «τάβλα» (τάμπλα) και μαντίλα μαύρη. Στη μέση απαραιτήτως το λεγόμενο «λαχόρ» ύφασμα τετράγωνο που το δίπλωναν σε τρίγωνο και το έδεναν πίσω στη μέση τους ή το «τραπολός» μακρύ ζωνάρι από βαρύ συνήθως ύφασμα με φούντες πολλές στις άκρες. Η μια άκρη πέφτει ως τον αστράγαλο στο ένα πόδι και η άλλη τυλίγεται στη μέση και καρφιτσώνεται. Για να στερεώσουν το τραπολόςή το λαχόρ έδεναν επάνω δέματα. Αυτά ήταν στενή λουρίδα κεντητή που στις άκρες είχε φούντες και έπεφταν απ΄ τη μια και απ την άλλη μεριά του σώματος. Οι φούντες λέγονταν τσ̌αγούνα̤. Οι νεόνυμφες ως επί το πλείστον αλλά και οι νέες γυναίκες φορούσαν στο κεφάλι «τίνγκια» άσπρη μαντήλα. Οι άνδρες φορούν την «ζίπκα» βράκα στενή ως τη μέση του μηρού με πλάγιες πιέτες και από κει φαρδαίνει απότομα πολύ και σχηματίζει άφθονες κάθετες πιέτες, είδος σημερινού πλισέ. Επίσης το «καμίς» είδος πουκάμισου σημερινού. Πάνω στο καμίς φορούν το «γελέκ» γιλέκο στενό και ανοιχτό στο στήθος. Στη μέση φορούν ζωνάρι μάλλινο το λεγόμενο ατζέμ σ̌αλού», Περσικό σάλι ή από μεταξωτό Περσικό ύφασμα. Αυτό όμως και γενικά η πολυτελής ενδυμασία επετράπη μόνο μετά το Χάττι Χουμαγιούν. Στα πόδια φορούν «ορτάρα̤», μάλλινες κάλτσες και «ποστάλα̤» υποδήματα ή τσ̌αρούχ̌α οι φτωχοί. Τα τσ̌αρούχ̌α κατασκευάζονταν από βοδινό δέρμα, χοιρινό δεν υπήρχε γιατί οι τούρκοι απαγόρευαν τη χοιροτροφία. Τον χοίρο τον θεωρούσαν ζώο καταραμένο. Η νύφη φορούσε στο κεφάλι το «τσ̌αρκούλ» μεταξωτό βέλο ή τουρμπάνι. Αυτό το φορούσε ως και δέκα ημέρες μετά το γάμο και το πρόσωπο της το είχε κλειστό. Το τσ̌αρκούλ είχε γύρω γύρω ψεύτικα φλουριά, αυτά τα λέγανε κασίτιλια. Αν ο πατέρας της νύφης ήταν πλούσιος της έκανε για επίσημο φόρεμα εντερί από μεταξωτό ύφασμα χρυσοκεντημένο. Το ύφασμα αυτό το λέγανε σεβαϊ.
Ονόματα γνωστών οικογενειών του χωριού. Οι Ποπάντ’, οι Χατσ̌αμαννάντ’ οι Τοπαλάντ’, οι Ταχτσ̌ανάντ’, οι Τσ̌α̤ππάντ’, οι Κουκουλιτσάντ’, οι Κορκοτάντ’, οι Τσ̌ιτενάντ’, ο Στούρον. Οι κάτοικοι έφεραν τις επωνυμίες τους από την αρχική τους πατρίδα την Αργυρούπολη. Η κατάληξη -αντ’ αντιστοιχεί στη δική μας -αίοι π.χ. Τοπαλάντ’ = Τοπαλαίοι. Χαρακτηριστικά ονόματα πολλά ως επί το πλείστον παρατσούκλια ήταν ο Κάτσ̌ων, ο Τήλαγκων, ο Πουπουλίκας, ο Στούρον, ο Κορόξενον, ο Κούλας, ο Κουκουλίτσον, ο Τσ̌ά̤πα̤ς, η Τσ̌απίνα, η Στουράβα (η Στούρενα θα λέγαμε εμείς), η Κουκουλιτσ̌ίνα, η Ναζλού, η Μακρέσσα (ψηλή), η Μωρέσσα (μωρή = ανόητη), η Σουλτάνα, η Παρθένα, η Σαϊα (Ησαϊα), η Απατσ̌άβα, η Σημέλα, η Σαπού (ίσως η Σαπφώ) και άλλα πολλά.
Ξενιτιά. Οι άνδρες ξενιτεύονταν στη Ρωσία, συνήθως ως κτίστες στα δίστιχα τους. Για την ξενιτιά έλεγαν: «Η ξενιτά̤ κι ο θάνατον τα δύο έναν είναι, εζύγιαξα κι ετέρεσα η ξενιτά̤ βαρύν έν’» που σημαίνει η ξενιτιά και ο θάνατος και τα δυο ένα πράγμα είναι. Τα ζύγισα (τα σύγκρινα) όμως κι είδα ότι η ξενιτιά είναι πιο βαριά.
Θρησκεία. Το θρησκευτικό συναίσθημα είναι πολύ αναπτυγμένο, όπως και το εθνικό. Τα βράδια του χειμώνα μαζεύονταν στο σπίτι του παπά και εκεί άκουγαν την διδαχή το δάσ̌κεμα. Τους διαβάζει και τους εξηγεί κομμάτια από το «Αμαρτωλών σωτηρία» ή από το «Αλτίνογλη» Μαλαματένιος γιος, γραμμένο σε τουρκική γλώσσα με θρησκευτικό περιεχόμενο για τη νηστεία την προσευχή κτλ. Στο τέλος διάβαζαν το απόδειπνο τους ευλογούσε κι έφευγαν. Στο χωριό υπήρχε μια εκκλησία προς τιμήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Υπάγονταν στη μητρόπολη της Κολωνίας και Νικοπόλεως. Πανηγύρι γινόταν αλλά όχι μεγάλο, γιατί όλοι οι χριστιανοί όχι μόνο αυτής της περιοχής αλλά και από την Τραπεζούντα και από άλλα μέρη πήγαιναν στο πανηγύρι της Παναγίας της Γαρά-Σαρης όπως τη λέγανε. Η Παναγία της Γαρά-Σαρης ήταν Σταυροπηγιακή Μονή λαξευτή μέσα σε βράχο που σωζόταν από τη βυζαντινή εποχή όπως λένε. Απείχε από τα Αγούλα̤ πέντε ώρες με τα πόδια. Νικόπολη - Επαρχία Κολωνείας (Sebinkarahisari) Playlist Στην Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού υπάρχουν και τα ακόλουθα. Αγούλα̤ (τα). Χωριό της Νικόπολης. Είχε γύρω στους 300 κατοίκους από τους οποίους οι 100 πέθαναν απο την πείνα κατά τον Α παγκόσμιο πόλεμο και οι άλλοι αναγκάστηκαν από τους τούρκους να φύγουν. Για να αποφύγουν την εξορία κατευθύνθηκαν στην Κερασούντα και από εκεί πέρασαν στις παραλιακές πόλεις της Ρωσίας Γιάλτα, Τουαψέ, Θεοδόσια κ.ά. Στη συνέχεια συγκεντρώθηκαν μαζί με άλλους Έλληνες στο Νοβοροσίσκ και από εκεί το 1922 ήρθαν στην Ελλάδα.
Το χωρίον Αγούλα της Νικοπόλεως του Πόντου - Ιστορικόν και Λαογραφικόν σημείωμα. Πηγή: Ποντιακή Εστία Τεύχος 59-60, 1954 Παπαπαναγιώτου, Γ.
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης - www.kotsari.com