Το χωρίον Μοναστήρ’ της Χαλδίας του Πόντου - Αφηγητές Νικήτας Δ. Χατζηκοσμάς ή Μουρατίδης & Γρηγόριος Παπαδόπουλος (Α' Μέρος)

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Πόλεις - Περιοχές - Οικισμοί - Χωριά

Ο αφηγητής μας κ. Γρηγόριος Παπαδόπουλος απο το Μοναστήρ Χαλδίας Πόντου Το χωριό Μοναστήρ’ υπαγόταν στην επαρχία της Αργυρούπολης του Νομού Τραπεζούντας. Ήταν αμιγές ελληνικό χωριό χωρίς ούτε ένα τουρκικό σπίτι ή μάλλον για την ακρίβεια παλιότερα υπήρχε σε αυτό μια τουρκική οικογένεια, την οποία όμως διώξαμε γιατί ένα από τα μέλη της, πήγε και έκοψε ένα καρποφόρο δέντρο το οποίο ανήκε στον παπά του χωριού.

Μέχρι το 1887 στο χωριό κατοικούσαν 80 ελληνικές οικογένειες. Από εκεί και ύστερα όμως ο αριθμός ελαττώθηκε γιατί πολλές από εκείνες μετανάστευσαν στον Καύκασο. Έτσι, τα τελευταία χρόνια το σύνολο των οικογενειών του χωριού δεν ξεπερνούσε τις 39-40. Σύμφωνα με την παράδοση που υπήρχε η ίδρυση του χωριού ανάγεται στην εποχή των Κομνηνών. Λέγεται ότι ένας αξιωματικός των Κομνηνών πολεμώντας με τον στρατό του ενάντια στους τούρκους προέλαυσε μέχρι το Ερζερούμ. Εκεί όμως αντιμετώπισε ισχυρές επιθέσεις από τους εχθρούς του οι οποίοι τον εξανάγκασαν να οπισθοχωρήσει και στη συνέχεια να διαλύσει το στρατό του και να καταφύγει στα δάση για να σωθεί. Ο αξιωματικός εκείνος λέγεται ότι καταγόταν από το χωριό Καρτσέα της περιοχής των Πλατάνων του νομού Τραπεζούντας. Το χωρίον Μοναστήρ’ της Χαλδίας του Πόντου (Α' Μέρος). Οι παλιότεροι μας λέγανε ότι ο αξιωματικός εκείνος μαζί με τη συνοδεία του περνώντας από ψηλά με σκοπό να κατηφορίσει σιγά σιγά προς την Τραπεζούντα νυχτώθηκε και κοιμήθηκε σε ένα δάσος. Το πρωί που ξύπνησε είδε από ψηλά να ανεβαίνει καπνός από κάπου χωρίς να μπορεί να εντοπίσει την εστία του, γιατί όλη εκείνη η περιοχή ήταν δασώδης. Έστειλε λοιπόν δυο από τη συνοδεία του να πάνε να δούνε από κοντά πού βρισκόταν η φωτιά από την οποία έβγαινε εκείνος ο καπνός και αν κατοικούσαν στην περιοχή εκείνη άνθρωποι και σε ποια φυλή ανήκαν. Πραγματικά οι συνοδοί ενήργησαν όπως διατάχθηκαν, όταν όμως πλησίασαν κοντά στο μέρος από το οποίο έβγαινε ο καπνός, είδαν με έκπληξη ότι η εστία του βρισκόταν μέσα σε ένα μοναστήρι. Χαιρέτησαν λοιπόν τους καλογήρους του, κουβέντιασαν μαζί τους και συμφώνησαν να κατέβουν και όλοι οι άλλοι και να μείνουν εκεί ως φιλοξενούμενοι, ώσπου να αποφασίσουν για την παραπέρα πορεία τους. Έτσι και έγινε. Στο μεταξύ όμως, τα πράγματα όπως πληροφορήθηκαν, χειροτέρεψαν. Η καταδίωξη του αξιωματικού, το όνομα του οποίου ήταν Αμάραντος και από τον οποίο λέει ο Νικήτας Μουρατίδης κατάγεται και η γενεά του, συνεχιζόταν παντού, τον καταζητούσαν και ήταν αδύνατο να παρουσιαστεί στον κόσμο χωρίς να διατρέξει τον κίνδυνο του θανάτου. Γι αυτό αναγκάστηκε και εκείνος και η οικογένειά του και ο παραδελφός του ο Μουράτ να εγκατασταθούν μόνιμα εκεί κοντά στο μοναστήρι. Ξεχέρσωσαν λοιπόν τον τόπο και δημιούργησαν καλλιεργήσιμα χωράφια από τα οποία ζούσαν. Σε εκείνους αργότερα προστέθηκε και άλλη μια οικογένεια φυγάδων καταζητούμενων η οικογένεια των Γεράντων η οποία καταγινόταν περισσότερο με την κτηνοτροφία παρά με τη γεωργία. Στα μετέπειτα χρόνια ήρθαν σιγά σιγά και άλλοι και έτσι δημιουργήθηκε το χωριό Μοναστήρ’ πολλοί από τους κατοίκους του οποίου απόκτησαν μουλάρια και άλογα και κάνανε τον αγωγιάτη. Συνέχιζαν μάλιστα να κάνουν αγώγια και στους νεότερους χρόνους, φτάνοντας ως τους Αγίους Τόπους και ως το εσωτερικό της Περσίας. Το γνωρίζω αυτό γιατί και ένας εξάδελφος του παππού μου, ονόματι Δαμιανός χάθηκε στην Περσία σε ένα τέτοιο αγώγι μαζί με τα 12 άλογα του. Και συνεχίζει, ο Νικήτας Μουρατίδης, τα κτήματα του Αμάραντου που είχε αποκτήσει στο Μοναστήρ’ δεν αναφέρονται στα τουρκικά κτηματολόγια, διότι ήταν καταγεγραμμένα στο όνομα του παραδελφού του Μουράτ. Το 1876 φύγανε από το χωριό για τον Καύκασο 45 οικογένειες, οι περισσότερες από τις οποίες είχαν το επίθετο Αμαραντίδης, το οποίο κληρονόμησαν από τον γενάρχη τους Αμάραντο. Αυτή υπήρξε με λίγα λόγια η ιστορία της ίδρυσης του χωριού μου. Το Μοναστήρ’ είχε μια εκκλησία του Αγίου Γρηγορίου του Νεοκαισαρείας που γιόρταζε της Αγίας Τριάδας. Γινόταν μεγάλο πανηγύρι και μαζευόταν κόσμος πολύς από τα γειτονικά χωριά (συνεχίζει ο Γρηγόριος Παπαδόπουλος) και διασκέδαζαν μέ χορούς και με τραγούδια σαν το παρακάτω που θυμάμαι:
«Κόρος και σ̌κύλ’ υιός είμαι απέσ’ ΄ς σο Κάν’ δουλεύω
για σ̌κίσκον κι έλα εύρα ‘με, ίσως να τουρουλεύω».

Είχε ακόμη ένα παρεκκλήσι την Αγία Τριάδα και 2 εξωκκλήσια του Αγίου Νικήτα, που γιόρταζε στις 15 του Σεπτεμβρίου και του Προφήτη Ηλία που βρισκόταν στην κορυφή του ομώνυμου βουνού. Στην εκκλησία και στα παρεκκλήσια λειτουργούσαν οι δύο παπάδες του χωριού, ο παπα-Παύλον ο οποίος έφυγε στη Ρωσία και ο παπα-Σπυρίδων Παπαδόπουλος που πέθανε στη Μακεδονία το 1941. Το ελληνικό αστικό σχολείο του χωριού ήταν εξατάξιο και είχε την εποχή που πήγαινα σχολείο και εγώ (λέει ο Μουρατίδης) 45 μαθητές, αγόρια και κορίτσια. Διευθυντής ήταν ο Παναγιώτης Ξενίδης απόφοιτος του Φροντιστηρίου της Τραπεζούντας με δυο βοηθούς δασκάλους, ένας από τους οποίους ήταν ο Ιωάννης Μαχαιρίδης. Το 1895 το σχολείο είχε τρεις δασκάλους εκτός από τον διευθυντή του, αλλά τον έναν μας τον πήρε η Άτρα, γιατί το χωριό μας δεν μπορούσε να συντηρήσει και τους τρεις. Το μοναδικό εμπορικό μαγαζί που είχε το Μοναστήρ’ ήταν το μπακάλικο του Κοσμά και Γρηγόρη Ταρασίδη. Καφενεία δεν υπήρχαν στο χωριό, υπήρχε όμως ένας ξενώνας που ήταν πάντοτε ανοικτός και στον οποίο σύχναζαν τόσο οι ξένοι όσο και οι κάτοικοι του χωριού. Τη συντήρηση και τη φροντίδα του ξενώνα εκείνου είχε αναλάβει η οικογένεια του ΧατζηΚοσμά Αμαραντίδη. Οι προύχοντες του χωριού ήταν μετρημένοι γύρω στους 6-7, μεταξύ των οποίων ήταν ο Χατζηγρηγόρης ο οποίος έχτισε την εκκλησία, ο Γεώργιος Παρθενόπουλος, ο Στέφανον ο Σεμερτζής, ο Χατζηγεώργης και ο Χατζηκοσμάς. Από το Μοναστήρ’ σπουδάσανε στο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας 3 ή 4 παιδιά και στο Φροντιστήριο (γυμνάσιο) της Αργυρούπολης άλλα 5 ή 6. Εκτός δε από τους δασκάλους που αναφέραμε πιο πάνω μεταξύ των μορφωμένων του χωριού ήταν και ο Ιωάννης Αθανασιάδης, ο Νικόλαος Ταρασίδης και ο Κωνσταντίνος Ταρασίδης. Οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού κατείχαν μικρή έκταση καλλιεργήσιμης γης, παρά το γεγονός ότι το χωριό κατείχε μια έκταση 40.000 στρεμμάτων, από την οποία το 1/3 περίπου ήταν καλλιεργήσιμη. Ο μέσος όρος ιδιοκτησίας ήταν γύρω στα 8-10 στρέμματα και το πολύ 30 στρέμματα. Η καλλιέργεια της γης γινόταν με τα μέσα της εποχής εκείνης, δηλαδή το όργωμα με ξύλινα άροτρα που τα έσερναν βόδια και το αλώνισμα με το ξύλινο τουκάν’ που είχε σφηνωμένες κοφτερές πέτρες στην κάτω επιφάνειά του και που το έσερναν επίσης βόδια. Οι κάτοικοι γενικά ζούσαν από τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Διέθετε δε κάθε αγροτική οικογένεια 5-10 μεγάλα ζώα και 10-20 μικρά. Τα τελευταία ήταν συνήθως κατσίκια και πρόβατα μιας ποικιλίας ζώων που διακρινόταν για τη μεγάλη ουρά τους. Οι βοσκές του χωριού κάλυπταν το 1/3 της συνολικής έκτασης που είχε το χωριό, δηλαδή γύρω στα 13.000 στρέμματα κατά τον Νικήτα Μουρατίδη ή γύρω στα 3.000 στρέμματα κατά τον Γρηγόριο Παπαδόπουλο. Βρίσκονταν δε στις τοποθεσίες «Μονοπέγαδον, Λεφτοκαρέν, Βαθύν Ορμίν, και Σ’ σο πράσινον τ’ ορμάν». Τα δάση είχαν περίπου την ίδια έκταση με τις βοσκές, δηλαδή γύρω στα 13.000 στρέμματα (κατά τον Μουρατίδη) αποτελούνταν δε από πανύψηλα έλατα, πεύκα, βελανιδιές και άγριες λεύκες στις ορεινές θέσεις «Ψαραφόσια Ριακοφάλ, Τη Κουτουσγιανούφ, και τη Καλαμάν τ’ ορμίν». Το χωριό περιβαλλόταν από αρκετά ψηλά βουνά και το υψηλότερο από αυτά ήταν ο Προφήτης Ηλίας που είχε ύψος γύρω στα 2300-2800 μέτρα και θεωρείται ως το υψηλότερο βουνό της περιφέρειας Αργυρούπολης. Ας σημειωθεί ότι διατηρούσε χιόνια και το μήνα Αύγουστο στη δε κορυφή του δεν φύτρωνε χορτάρι. Η χαμηλή βλάστηση άρχιζε 30 μέτρα πιο κάτω από την κορυφή η δε ψηλή βλάστηση δηλαδή τα δέντρα 75 μέτρα πιο κάτω. Αυτό το γνωρίζω προσωπικά, λέει ο Μουρατίδης, γιατί έτυχε να ανέβω πολλές φορές μέχρι εκεί, κάνοντας τον τσοπάνο, τον καιρό που ζούσαμε στο Μοναστήρ’. Άλλα βουνά του χωριού ήταν ή του Αγίου Μάμαντα (Αγμιάμια) με υψόμετρο γύρω στα 1800 μέτρα, του Αγίου Νικήτα, το Ασέκ Μεγτάντων, τη Καλιαντησέρ, και τη Ασπρολία». Όλα τα παραπάνω βουνά βρίσκονταν ανατολικά, βορινά και νότια του χωριού, ενώ στο δυτικό μέρος του χωριού δεν υπήρχαν βουνά. Τα ποτάμια ήταν ασήμαντα στο Μοναστήρ’ και επρόκειτο μάλλον για παραποτάμους. Από αυτούς ο σημαντικότερος είχε μήκος γύρω στα 12 χιλιόμετρα ενώ οι άλλοι δυο ήταν μικρότεροι και περνούσαν από τις τοποθεσίες «Τη Καλογέρ’ τ’ ορμίν, και Το Βαθύν τ’ ορμίν». Εκτός από αυτά είχαμε και αρκετούς χείμαρρους. Οι μαχαλάδες του χωριού ήταν τέσσερις: «Των Γεωράντων, Των Ταρασιάντων, Των Πατσαχτσάντων, και των Δακονάντων». Από τον τελευταίο μαχαλά βγαίνανε διάκοι και παπάδες, σε εκείνους δε οφείλει και την ονομασία του. Στον ίδιο μαχαλά κατά τρόπο παράδοξο εμφανίστηκε μια πηγή από την οποία πήγαζε άφθονο νερό κρύο το καλοκαίρι και ζεστό το χειμώνα που έπινες και δεν μπορούσες να ξεδιψάσεις. Κοντά στο νερό εκείνο ύστερα από 50 χρόνια από την εμφάνιση του ήρθαν και έκαναν τον οικισμό τους οι οικογένειες του χωριού Καρτσέα, που κατοικούσαν προηγουμένως κοντά στο μοναστήρι, οι οποίες μάλιστα δώσανε και το όνομα του χωριού τους στην πηγή. Η απόσταση της πηγής εκείνης από το μοναστήρι ήταν γύρω στα 1500-2000 μέτρα. Κώμες, Πόλεις & Περιοχές στον Πόντο. Γεωγραφική, Ιστορική και Κοινωνιολογική περιήγηση στον Πόντο.  -   Χαλδία - Αργυρούπολις Πόντου Gümüşhane (Πόλεις, Κωμοπόλεις, Χωριά, Τοπωνύμια, Ήθη, Έθιμα, Χοροί, Θρύλοι, Παραδόσεις, Πρόσωπα)
Συνέχεια στο δεύτερο μέρος

Το χωρίον Μοναστήρ’ της Χαλδίας του Πόντου - Αφηγητές Νικήτας Δ. Χατζηκοσμάς ή Μουρατίδης & Γρηγόριος Παπαδόπουλος - Πηγή: Ποντιακή Ηχώ της Αδελφότης Ποντίων "Παναγία Γουμερά" Αθήνα 1981 

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print