Το χωρίον Μοναστήρ’ της Χαλδίας του Πόντου - Αφηγητές Νικήτας Δ. Χατζηκοσμάς ή Μουρατίδης & Γρηγόριος Παπαδόπουλος (Β' Μέρος)

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Πόλεις - Περιοχές - Οικισμοί - Χωριά

Ιερά εικόνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού - Κειμήλιο απο το Μοναστήρ Χαλδίας Η ύδρευση γενικά του χωριού γινόταν από 2-3 βρύσες και πηγάδια και κυρίως από την πηγή Καρτσέα και από το Τσουροπέγαδον. Η ψυχαγωγία των κατοίκων του χωριού γινόταν από τους ντόπιους οργανοπαίκτες, όπως ήταν οι λυράρηδες Παναγιώτης Παπαδόπουλος, Γρηγόριος Παπαδόπουλος, Παναγιώτης Τσορουχίδης και Γεώργιος Ταρασίδης και οι τουλουμτζήδες Παύλος Τσορουχίδης, και Δαμιανός Παρθενόπουλος.

Οι ίδιοι παρουσίαζαν και τη γνωστή λαϊκή θεατρική ποντιακή παράσταση «Τα Μωμοέρα̤» και οργάνωναν συχνά χορούς και γλέντια. Οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού συνήθιζαν να μεταναστεύουν στη Ρωσία, να εργάζονται εκεί και να διαπρέπουν στις δουλειές τους. Αξιολογότεροι από εκείνους που διακρίθηκαν στη Ρωσία κατά την περίοδο 1890-1918 ήταν οι Γεώργιος Παρθενόπουλος, Κυριάκος Μουρατίδης, Κωνσταντίνος Ταρασίδης, Ηλίας Χατζηκοσμάς, Νικόλαος Ταρασίδης, Ηλίας Μαχαιρίδης, Νικόλαος Μαχαιρίδης και άλλοι οι οποίοι εργαζόμενοι ως εργολάβοι απόκτησαν μεγάλες περιουσίες και πολλά χρήματα. Οι άνθρωποι εκείνοι δεν έπαυσαν να βοηθούν οικονομικά το σχολείο του χωριού μας και να ενθαρρύνουν τη μόρφωση των παιδιών μας. Τα πλησιέστερα ελληνικά χωριά στο Μοναστήρ’ ήταν βορειοδυτικά η Μάλαχα με την οποία συνόρευε το χωριό, βορινά η Άτρα η οποία απείχε μιάμιση ώρα περίπου με το πόδι και ανατολικά το χωριό Γαριπάντων ή «Μαύρ’ Αγγέλ» Μαυραγγέλ’Γεωγραφικό Λεξικό Χαλδίας Πόντου Μαυραγγέλ', Μαυρενά, Μαυρολίθ'. - Τα Μάλαχα της επαρχίας Χαλδίας του Πόντου. -  Η Άτρα της Χαλδίας του Πόντου.  Το τελευταίο όνομα του χωριού εκείνου οφειλόταν σύμφωνα με την παράδοση σε ένα Μοναστήρι που υπήρχε εκεί. Οι βάρβαροι τούρκοι δηλαδή είχαν κάνει μια επιδρομή στο Μοναστήρι εκείνο και έσφαξαν όλους τους καλόγερους εκτός από τον ηγούμενο ο οποίος κατάφερε και σώθηκε. Ο ηγούμενος εκείνος ύστερα από τη μεγάλη σφαγή που έγινε, πήγαινε στο μοναστήρι έκλαιγε και μοιρολογούσε τους δολοφονημένους καλόγερους ανακράζοντας τη φράση: «Μαύρ’ Αγγέλ’ – Μαύρ’ Αγγέλ’». Από τότε το χωριό των Γαριπάντων σιγά σιγά απόκτησε το όνομα Μαύρ’ Αγγέλ’ (Μαυραγγέλ’). Την ιστορία αυτή (λέει ο Μουρατίδης) μου τη διηγήθηκε ο παπα Σπυρίδων ο Μοναστηρέτες. Το χωριό Μοναστήρ’ παλιότερα είχε στην περιοχή του τρία μεταλλεία από τα οποία βγάζανε ασήμι και χαλκό και των οποίων οι στοές (γαλαρίες) υπήρχαν ακόμη επί των ημερών μας. Το ένα από εκείνα τα μεταλλεία βρισκόταν στην τοποθεσία, «Τη Κωνσταντίν τ’ ομάλ’» από το μεταλλοφόρο πέτρωμα του οποίου βγάζανε ασήμι. Το άλλο βρισκόταν στην πλαγιά του «Αγίου Νικήτα» ασημοφόρο κι εκείνο το οποίο μάλιστα επισκέφτηκε πριν 90 χρόνια ο Τσορούχ ο οποίος μπήκε στις γαλαρίες του (στοές) για να τις περιεργαστεί, αλλά για κακή του τύχη έπεσε η οροφή μιας στοάς και τον σκότωσε. Το τελευταίο μεταλλείο βρισκόταν στην τοποθεσία «Πόλλ» και από το πέτρωμα του βγάζανε χαλκό. Το στόμιο της γαλαρίας του μεταλλείου εκείνου ήταν ανοικτό αλλά κανείς δεν τολμούσε να μπει μέσα γιατί λέγανε πως μέσα εκεί κατοικούσε μια αρκούδα. Από την γαλαρία εκείνη έβγαινε αρκετό νερό, το οποίο όμως δεν το πίνανε ούτε τα ζώα ούτε και οι άνθρωποι γιατί είχε τη μυρουδιά του μετάλλου του χαλκού. Τα μεταλλεία εκείνα παλιότερα τα εκμεταλλεύονταν οι Γάλλοι, οι οποίοι όμως είχαν σταματήσει τις εργασίες τους πριν από πολλά χρόνια γιατί το μετάλλευμα είχε λιγοστέψει και η εξόρυξη του ήταν ασύμφορη. Σε απόσταση μιάμισης ώρας περίπου από το Μοναστήρ’ και στο βουνό Κανή ή Κανόϊ που βρισκόταν κοντά στην Άτρα οι Ρώσοι ανακάλυψαν το 1917 πλούσια ανθρακοφόρα στρώματα τα οποία αποτελούνταν από πολύ καλής ποιότητας κάρβουνο. Τα παρχάρια οι εξοχές του χωριού ήτανε πέντε (5) και βρίσκονταν στις εξής τοποθεσίες. Το ένα βρισκόταν στον «Άγιο Μάμαντα», το άλλο «Ση Σωτήρ’ το πεγάδ’», το τρίτο «Σα Τσεάτ» το άλλο σε μια τοποθεσία που λεγόταν «Ασέκ Μεγτανή» και το τελευταίο στη θέση «Το βαθύν τ’ ορμίν». Στα παραπάνω παρχάρια κάθε οικογένεια του χωριού είχε και το δικό της καλύβι, το οποίο ήταν καλοφτιαγμένο και στο οποίο περνούσε το καλοκαίρι βόσκοντας τα ζώα της. Εκεί παρασκευάζονταν τα τυριά, τα βούτυρα, οι μυζήθρες (πασκιτάν) της χρονιάς που τα έφτιαχναν παραθερίζοντας 2-3 άτομα από την κάθε οικογένεια. Από τους τούρκους υποφέραμε αρκετά δεινά ύστερα από την οπισθοχώρηση των Ρώσων το 1918. Στην αρχή είχαν σκοτώσει δυο άτομα, τον Κωνσταντίνο Ταρασίδη και τον Θεόδωρο Μαχαιρίδη και από εκεί και ύστερα άρχισαν οι διωγμοί και οι εξορίες. Το χωρίον Μοναστήρ’ της Χαλδίας του Πόντου (B' Μέρος). Πολλά παιδιά και γέροι εξορίστηκαν στο εσωτερικό της τουρκίας από τους οποίους πέθαναν από τις κακουχίες γύρω στους δέκα. Εμένα προσωπικά (συνεχίζει ο Μουρατίδης) με λήστεψαν δυο φορές «ση Κανή ή Ση Κανόϊ το ραχ̌ίν». Την πρώτη φορά μου πήρανε (15) παγκανότες(*) και τη δεύτερη εννέα (9). Ιερά εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου - Κειμήλιο απο το Μοναστήρ Χαλδίας Στην τοποθεσία «Ση Ταρσού το ραχ̌ίν» γδύσανε τον αδερφό μου Κοσμά του πήραν όλα του τα ρούχα και ό,τι άλλο είχε και δεν είχε και τον άφησαν γυμνό. Από το χωριό μας οι μισοί κάτοικοι έφυγαν το 1922 και οι άλλοι μισοί ίσως και περισσότεροι το 1924. Εμείς που φύγαμε νωρίτερα από τους άλλους υποφέραμε πάρα πολλά, γιατί αφού παραμείναμε δυο μήνες στην Τραπεζούντα είχαμε ετοιμαστεί να φύγουμε για την Ρουμανία επειδή δεν είχε υπογραφεί ακόμα η ανταλλαγή των πληθυσμών. Πήγαμε λοιπόν αρχικά στην Κωνσταντινούπολη, εκεί όμως μας περιμάζεψαν και μας έκλεισαν σε ένα στρατόπεδο στον Άγιο Στέφανο, όπου αποδεκατιστήκαμε κυριολεκτικά από τον εξανθηματικό τύφο και από άλλες αρρώστιες και προπαντός από την ασιτία. Μας δίνανε μια τροφή μόνο ρύζι βρασμένο και εκείνο μια φορά την ημέρα χωρίς τίποτε άλλο. Από εκεί φύγαμε για την Ελλάδα στα τέλη του Αυγούστου από τους 6.000 που ήμασταν στο στρατόπεδο είχαμε απομείνει μονάχα 1.500. Το πλοίο μας μετέφερε στη Θεσσαλονίκη, αλλά και εκεί βρήκαμε πολύ άσχημες συνθήκες και υποφέραμε από πολλές κακουχίες και ταλαιπωρίες. Αναγκαστήκαμε λοιπόν να μετακινηθούμε προς τα ορεινά μέρη και για να περισώσουμε τουλάχιστον εκείνους που απέμειναν στη ζωή. Έτσι καταλήξαμε στο ορεινό χωριό Παναγίτσα όπου και εγκατασταθήκαμε. Φυσικά το όνομα του χωριού το δώσαμε εμείς οι πρώτοι κάτοικοί του και τούτο γιατί επειδή ήμασταν από τρία διαφορετικά χωριά: από την Άτρα, τη Μάλαχα και το Μοναστήρ’, δημιουργήθηκαν μεταξύ μας διαφωνίες επειδή ο καθένας ήθελε να δώσει στο χωριό το όνομα του δικού του χωριού, οπότε ο Ατρινός Γεώργιος Μεταξάς πρότεινε να ριχτεί κλήρος και όποιο όνομα από τα τρία θα κληρωνόταν εκείνο το όνομα να έπαιρνε το χωριό. Κληρώθηκε το όνομα του χωριού Μοναστήρ’ αλλά και πάλι αναφάνηκαν διαφωνίες, ώσπου τελικά ο Γεώργιος Μεταξάς ως ο πιο μορφωμένος και πιο ισχυρός από τους άλλους πέτυχε το χωριό να πάρει το όνομα Παναγίτσα, το όνομα δηλαδή της εκκλησίας του χωριού της Άτρας. Φεύγοντας από την πατρίδα μας είχαμε πάρει μαζί μας πολλά παλιά κειμήλια και χαλκώματα, τα οποία φορτώσαμε σε τρία μουλάρια για να τα μεταφέρουμε στην Τραπεζούντα. Όταν ξεκινήσαμε οι αγωγιάτες μας ζήτησαν να πληρώσουμε προκαταβολικά το αγώγι. Εγώ αντέδρασα στην αρχή, αλλά τελικά μπροστά στην επιμονή των αγωγιατών αναγκάστηκα να τους πληρώσω το αγώγι προκαταβολικά. Το βράδυ είχαμε διανυκτερεύσει στην Άρδασα. Την επομένη το πρωί οι αγωγιάτες ξύπνησαν στις 6 και άρχισαν να ξαναφορτώνουν τα μουλάρια. Είχα ξυπνήσει και εγώ. Τους πλησίασα και τους ρώτησα (λέει ο Μουρατίδης) «Γιατί ετοιμάζεστε τόσο νωρίς;» μου απάντησαν ότι έπρεπε να φύγουνε νωρίς γιατί υπήρχε πιθανότητα να τους έπιανε «το στάδ» δηλαδή η ανεμοθύελλα που ξεσπούσε συχνά στο βουνό Ζύγανα απ’ όπου θα περνούσαμε και με εκείνη την πρόφαση έφυγαν χωρίς να μας περιμένουν παίρνοντας μαζί τους ότι καλύτερο προσπαθήσαμε να περισώσουμε από το νοικοκυριό μας και φυσικά όλα τα κειμήλια μας. Τα μόνα κειμήλια που καταφέραμε να περισώσουμε ήταν κάτι εκκλησιαστικά αντικείμενα και εικόνες και κάτι σχολικά τα οποία έφεραν στην Ελλάδα και τα απόθεσαν στην εκκλησία της Παναγίτσας οι υπόλοιποι συγχωριανοί μας που ήρθαν υστερότερα από εμάς. Οι τελευταίοι συγχωριανοί μας, μαζί τους και εγώ, (λέει ο αφηγούμενος Γρηγόριος Παπαδόπουλος) φύγανε μετά την υπογραφή της ανταλλαγής δηλαδή το 1924 μέσω Τραπεζούντας και εγκαταστάθηκαν οριστικά γύρω στα τέλη Ιουνίου του 1924 στο χωριό Παναγίτσα που τότε ονομαζόταν Όσλοβο, όπου και ζούνε σήμερα. Τελειώνοντας θα επιθυμούσα να παραθέσω (λέει ο Μουρατίδης) και ένα από τα συνηθισμένα τραγούδια που τραγουδιόντουσαν στο Μοναστήρ’.
«Κουράστηκα να περπατώ στράτα χωρίς εβόραν,
επέζεψα την ξενιτιάν, ανάθεμα τη χώραν.
Εγώ είμαι εκείνο το πουλί το παραπονεμένον
έχτισα την φωλεάν μου σε δέντρο μαραμένο.
Τα πάνδεινα υπόφεραμ’ ση τουρκάντων τα χ̌έρα̤
νύχταν ημέραν έσπαζαν εμάς με τα μαχ̌αίρι̤α».

Λεξιλόγιο
• Παγκανότες ή μπαγκανότες (banknote) = χαρτονομίσματα, τραπεζογραμμάτια Κώμες, Πόλεις & Περιοχές στον Πόντο. Γεωγραφική, Ιστορική και Κοινωνιολογική περιήγηση στον Πόντο.  -   Χαλδία - Αργυρούπολις Πόντου Gümüşhane (Πόλεις, Κωμοπόλεις, Χωριά, Τοπωνύμια, Ήθη, Έθιμα, Χοροί, Θρύλοι, Παραδόσεις, Πρόσωπα)

Το χωρίον Μοναστήρ’ της Χαλδίας του Πόντου - Συνέχεια απο το Πρώτο Μέρος - Αφηγητές Νικήτας Δ. Χατζηκοσμάς ή Μουρατίδης & Γρηγόριος Παπαδόπουλος - Πηγή: Ποντιακή Ηχώ της Αδελφότης Ποντίων "Παναγία Γουμερά" Αθήνα 1981

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print