Η Θεοδοσιούπολις (Ερζερούμ) του Πόντου

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Πόλεις - Περιοχές - Οικισμοί - Χωριά

Θεοδοσιούπολις (Ερζερούμ) τέλη 1800Η Θεοδοσιούπολις του Πόντου (Ερζερούμ τουρκιστί) ετυμολογείται ως ο "Τόπος (γη) των Ρωμιών" και αποτελεί πόλη - σύμβολο της γενοκτονίας των Ελλήνων και Αρμενίων χριστιανών της Ανατολίας, της Θράκης, του Πόντου και της Μικρασίας.

Στο Ερζερούμ πραγματοποιήθηκε το πρώτο συνέδριο των κεμαλικών το 1919, όπου αποφασίστηκε η εξόντωση των χριστιανών που είχαν απομείνει στο οθωμανικό κράτος. Στο Ερζερούμ επίσης κατέληγαν ύστερα από ατέλειωτες πορείες θανάτου όσοι χριστιανοί Έλληνες και Αρμένιοι είχαν επιβιώσει από τις κακουχίες καθ' οδόν, για να ενταχθούν κατόπιν στα περιβόητα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού), τα οποία ουσιαστικά ήταν τάγματα εξόντωσης των ανεπιθύμητων χριστιανικών πληθυσμών. Πολύ αργότερα, την περίοδο 1942-43, με την επιβολή του ληστρικού φόρου κληρονομιάς στους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, του γνωστού βαρλίκι, το Ερζερούμ συνέχισε να λειτουργεί ως χώρος εξορίας και καταναγκαστικών έργων για Έλληνες και Αρμένιους. Χιλιάδες άνθρωποι μη τούρκοι, πότισαν με το αίμα τους τα χώματα της γης των Ρωμιών. Η Θεοδοσιούπολις κατοικείται αδιαλείπτως από τον 2ο αιώνα μ.Χ. Μέχρι το 387 μ.Χ., η πόλη ανήκε στο βασίλειο της Αρμενίας, χρονιά κατά την οποία πέρασε στα εδαφικά όρια της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ο Μέγας Θεοδόσιος, αντιλαμβανόμενος τη στρατηγική θέση της πόλης για την προστασία των ανατολικών επαρχιών της αυτοκρατορίας, προχώρησε σε εκτεταμένα έργα οχύρωσης και υποδομής, μετατρέποντας την απομακρυσμένη πόλη του Αντικαυκάσου στο σημαντικότερο εμπορικό και στρατιωτικό κέντρο της περιοχής - προς τιμή του οι κάτοικοί της την ονόμασαν Θεοδοσιούπολη. Στους επόμενους αιώνες, η Θεοδοσιούπολη αποτέλεσε τη σημαντικότερη ζώνη άμυνας στα ανατολικά της βυζαντινής αυτοκρατορίας, με αποτέλεσμα, αρκετές φορές να περάσει στην κυριαρχία των επίδοξων εισβολέων και κατακτητών της Μικράς Ασίας. Περιπέτεια από την ζωή του τελευταίου Μητροπολίτου Θεοδοσιουπόλεως (Ερζερούμ) Παϊσίου. Τον 6ο αιώνα αλώθηκε από τους Πέρσες και τους Άραβες - οι δεύτεροι της έδωσαν το σημερινό της όνομα (Ερζεν-ερ-Ρούμ, δηλαδή Γη των Ρουμ, των Βυζαντινών). Μέχρι τον 11ο αιώνα, η Θεοδοσιούπολη περιήλθε πολλές φορές στους Βυζαντινούς και τους Γεωργιανούς - τότε εμφανίστηκαν όμως οι Σελτζούκοι τούρκοι. Η τύχη της πόλης πέρασε κατόπιν στα χέρια των Μογγόλων (13ο αιώνα), των Τουρκομάνων και των Οθωμανών (14ο αιώνα), ενώ στη διάρκεια των Ρωσοτουρκικών πολέμων, το Ερζερούμ γνώρισε τρεις φορές τη ρωσική κατοχή (1829, 1878, 1916). Εκτός από πόλη σύμβολο της γενοκτονίας των Ελλήνων και Αρμενίων χριστιανών της Ανατολίας, το Ερζερούμ έχει ταυτιστεί επίσης μ' ένα από τα τραγικότερα γεγονότα στη Βυζαντινή Ιστορία. Σε κοντινή απόσταση από την πόλη, πραγματοποιήθηκε στις 26.8.1071 η κοσμοϊστορική μάχη του Ματζικέρτ μεταξύ Βυζαντινών και Σελτζούκων τούρκων. Η συντριπτική ήττα του βυζαντινού στρατού, που πολέμησε υπό τις διαταγές του αυτοκράτορα Ρωμανού Δ΄ Διογένη, άνοιξε την πόρτα στους τούρκους προς τη Μικρά Ασία και τη Δύση. Η Θεοδοσιούπολις είναι γνωστή και ως η «Σιβηρία της τουρκίας», λόγω των πολύ χαμηλών θερμοκρασιών που σημειώνονται εδώ κατά τους χειμερινούς μήνες (-25, -30 βαθμούς Κελσίου). Η «Γη των Ρωμιών» βρίσκεται κτισμένη σε υψόμετρο 1.900 μέτρα και απλώνει τον αστικό της οικισμό σ' ένα οροπέδιο που περιβάλλεται από γυμνά βουνά. Ο πληθυσμός του Ερζερούμ αγγίζει τους 385.000 κατοίκους, αριθμός που κατατάσσει την πόλη ανάμεσα στις πολυπληθέστερες της ανατολικής τουρκίας. Το πέτρινο κάστρο (Erzerum Kalesi) βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, στην κορυφή ενός χαμηλού λόφου και στα πόδια του απλώνεται όλο το Ερζερούμ. Η ακριβής ημερομηνία κατασκευής του οχυρού που περιβάλλεται από καλοδιατηρημένα τείχη με προμαχώνες και πύργους, δεν είναι γνωστή, αλλά σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ιστορικών πιθανότατα να θεμελιώθηκε από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο. Σημείο αναφοράς του κάστρου είναι ο κοκκινωπός Πύργος του Ρολογιού ο οποίος κτίστηκε τον 12ο αιώνα και χρησίμευε ως παρατηρητήριο. Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Ομόνοια εις Ερζερούμ (Θεοδοσιούπολη) 1905.

Πηγή κειμένου: Κωνσταντίνος Μητσάκης - Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ Οκτ. 2014

Γεώργιος Κανδηλάπτης (Κάνις)Η Θεοδοσιούπολις του Πόντου του Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτου

Τα μετά ταύτα περί Θεοδοσιουπόλεως σκοτεινά τυγχάνουσι και ώστε και η Άννα Κομνηνού, η τόσον επιμελώς γράψασα τα έργα του πατρός της εν τη «Αλεξιάδι» μνείαν ποιείται της πόλεως. Μόνον γνωρίζομεν ότι ότε του 21ου Θέματος ημιανεξαρτήτως κατείχεν ο έξ’ Άτρας ηγεμονικός Οίκος των γνωστών Γαβράδων, ο περιώνυμος στρατηγός Θεόδωρος Γαβράς «ο βλαστός της Άτρας» ο κατά το δεύτερον ήμισυ του 11ου αιώνος μετά πολλάς περιφανείς νίκας κατά των Σελτζουκιδών τούρκων, αιχμαλωτισθείς, απήχθη εις Θεοδοσιούπολιν ένθα εμαρτύρησε εν έτει 1098. Και ότι ο τούτου ανεψιός Κωνσταντίνος Γαβράς, περιφανής και ούτος στρατηγός πολεμήσας και νικήσας τους τούρκους έλαβε το Ιερόν αυτού λείψανον και μετακομίσας εις Τραπεζούντα ίδρυσε Ναόν και Μονήν επ' ονόματι του θείου του ως και εν Άτρα, τη γενεθλίω χώρα του εν τη ενορία Πολατάντων, Ναόν διασωθέντα μέχρις ημών (Όρα Αθαν. Παπαδοπούλου — Κεραμέως, Συμβολαί εις την Ιστορίαν της Τραπεζούντος. Θεόδωρος Γαβράς, Βυζ. Χρον. 12, 133-134).
Προ των χρόνων της αλώσεως και μετά ταύτα η Θεοδοσιούπολις, ως διατελέσασα υπό το κράτος του ηγεμόνος της ορδής των «Λευκών Προβάτων» Ουζούν Χασάν, συζύγου της ωραίας Αικατερίνης του Ιωάννου Κομνηνού της Τραπεζούντος, δεν υπέστη μεγάλας επιδρομάς και μετά την άλωσιν, θεωρηθείσα χώρα ακίνδυνος αφέθη ελευθέρα, τεθείσα υπό την διοίκησιν ανωτέρου άρχοντος, είς όν υπήγοντο και η Ρωμανούπολις (Έρζυγγέν), Βαϊβούρ, Κάρς, Όλτου και Αργυρόπολις. Επι αιώνας έζησεν η Θεοδοσιούπολις βίον ήσυχον, ως δείκνυται εκ του καταλόγου των μητροπολιτών αυτής, ότε όμως ήρξαντο οι μεταξύ τουρκίας και Περσίας πόλεμοι και ως επι της θύρας του πολέμου ευρισκομένη υπέφερε τα μέγιστα, ιδίως δε κατά τὰς αρχάς του 17ου αιώνος, ότε πολλοί Αρμένιοι εκδιωχθέντες εκ της Περσίας υπό του Σάχου Αμπάς εγκατεστάθησαν εκεί και συνεπεία διανομής γαιών εγένετο εξέγερσις των Καρδούχων. Τότε πολύς Ελληνικός πληθυσμός διεσπάρη εκ της Θεοδοσιουπόλεως εις τας πέριξ πόλεις Μαλάτειαν, Νικόπολιν, Αργυρόπολιν, Ερζυτσιάν, Τερτσιάν, Μαμάχατουν και Κεμάχ, όπου συνεπεία προνομίωv ως εκ της εκμεταλλεύσεως των μεταλλείων, υπήρχε πλήρης ελευθερία. Αλλ’ επανελθούσης της ηρεμίας εν τῷ τόπω διά της καλής κυβερνήσεως του επι Σουλτάνου Μουράτ του E΄ στρατηγού Λαλά Μουσταφά, όστις καταστήσας προπύργιον την Θεοδοσιούπολιν και επικυριαρχήσας της Γεωργίας και των πρός την Περσίαν χωρών εγένετο αίτιος οι Έλληνες της πόλεως και επαρχίας ανασυνταχθώσι και εύρωσι σχετικήν ηρεμίαν. (Όρα Ιστορία Οθωμ. αυτοκρατορίας Τρ. E. Ευαγγελίδου, σελ. 414). Κατά τό 1624 πάλιν η θέσις των εν Θεοδοσιουπόλει ομογενών κατέστη προβληματική συνεπεία του διοικητού Ερζερούμης Αμπαζά πασά όστις τυχών βοηθείας των Κούρδων εκήρυξεν εαυτόν ανεξάρτητον, αλλά κατατροπωθείς υπό του μεγάλου Βεζύρου Χαμίζ πασά παρά την Καισάρειαν, εσώθη διά φυγής καί αξιωθείς αμνηστείας κατέλαβε την θέσιν του, έξ ής μετετέθη βραδύτερον εις Μακεδονικήν νομαρχίαν. Αι πολιτικαί αύται ακαταστασίαι επέδρασαν επί των ημετέρων και πάντοτε οσάκις εγίνοντο επαναστάσεις Καρδούχων φυλάρχων κατά της τουρκίας, ως και η τοιαύτη κατά τας αρχάς του 19ου αιώνος, οι ημέτεροι έφερον των παθών των τον τάραχον, ώστε διεσκορπίζοντο εις τας ομόρους πόλεις και χωρία κατά τας πατρικάς παραδόσεις. Κατά την καταστροφήν των Γενιτζάρων, μερίς τις εξ’ αυτών, διασωθείσα εν τη ανατολή καί προπύργιον έχουσα την Ερζηρούμην ήγειρεν επαναστάσεις, καθ' άς διεκινδύνευσαν την ζωήν, και συνεπεία τούτου μετώκησαν πλείστοι εις άλλας περιφερείας, ως μοι μετέδωκεν ο εν Θεσσαλονίκη φίλος και εξ’ αποίκων της Ερζερούμης εκ Νικοπόλεως καταγόμενος κ. Δημ. Ηλ. Τσιρανίδης, ούτινος οι πρόγονοι ετύγχανον πρόσφυγες της Θεοδοσιουπόλεως. Τό 1823 δέ, πολλοί ομογενείς ηναγκάσθησαν νά μεταναστεύσωσιν εκείθεν εις Ρωσσίαν. Αλλά και κατά τον Πρώτον Παγκόσμιον Πόλεμον του 1914 ότε τα Ρωσσικά στρατεύματα επλησίασαν πάλιν εις Θεοδοσιούπολιν οι ημέτεροι εξορίσθηκαν εις την Αργυρόπολιν, οπόθεν μετά την κάθοδον των Ρώσσων επανήλθον εις την πατρίδα των, έξ ής όμως μετά την αναχώρησιν των Ρώσσων μετώκησαν εις την Ρωσσίαν καί, κατά την ανταλλαγήν, κατήλθον εις την Ελλάδα και εγκατεστάθησαν εις Θεσσαλονίκην, Αθήνας, Σιταγρούς (Μιναρέ Τσιφλικί) καί αλλαχού. Του λόγου δέ διδομένου περί των βυζαντινών μνημείων της πόλεως, δηλούμεν ότι ικανά εισέτι διασώζονται μεθ' όλην την μακράν πάροδον του χρόνου από της υποδουλώσεως, ως έγραψεν ο απο Τραπεζούντος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος Φιλιππίδης (Εκκλ. Τραπεζούντος, Αρχείον Πόντου 4ος  και 5ος Τόμος σελ. 463) και ο Σάββας Ιωαννίδης (Ιστορία και στατιστική Τραπεζούντος σελ. 255) και όπερ διεπίστωσα δι’ επισκέψεως και μελέτης αυτών ότε ως εξόριστος επι έν έτος διέμεινα εκείσε τω 1922. Πρωτίστως άξια σημειώσεως είναι τα ανάκτορα του Μεγάλου Θεοδοσίου κείμενα εις την προς την οδόν Κάρς-καπουσί πλευράν της πόλεως και άπερ υπήρξαν και η κατοικία των κατά καιρούς διοικητών, τουρμάρχων και δουκών των μερών τούτων. Είναι δέ εκτισμένα εκ γρανίτου λίθου επιμελώς επεξεργασμένου, και έφ' ου διαλάμπουσι διάφορα εγκολαπτά καλλιτεχνικά ποικίλματα ως άνθη, πτηνά, ιχθείς, δικέφαλος αετός, όν πράγματι εσεβάσθησαν οι κατακτηταί και δεν κατέστρεψαν. Μόνον τας υπαρχούσας Ελληνικάς επιγραφάς τας επεκάλυψαν δι' αμμοκονιάσματος και επέγραψαν επ' αυτών τα ονόματα των τεσσάρων πρώτων χαλίφιδων της τουρκίας. Δυστυχώς δεν ηδυνήθην να εισέλθω εις αυτά ίνα μελετήσω την εσωτερικήν αυτών διαρρύθμισιν και καίτοι πολλάκις παρεκάλεσα τούς φύλακας φρουρούντας αστυνομικούς του Κιόλπαση, ως δωρεάν κουρεύων και ξυρίζων αυτούς ίνα μοι επιτρέψωσι την εις τα ανάκτορα είσοδον αλλά δέν εισηκούσθην, διότι ήτο αποθήκη στρατιωτικών ειδών. Μόνον έμαθον ότι κάτωθεν των ανακτόρων έφερεν υπόγειος οδός πρός τας ού μακράν κειμένας φυλακάς του Τάσ̌-χανίν όπου εκλείοντο οι μεγάλοι κακούργοι και οι υπό δυσμένειαν των Σουλτάνων μεγιστάνες. Ενθυμούμαι ότι πολλάκις βλέπων και θαυμάζων το αριστούργημα τούτο, κατελαμβανόμην υπό του εποπτεύοντος της περιοχής εκείνης αρχιαστυνόμου ανδρός ηπίου χαρακτήρος, με απέτεινε μειδιών την φράσιν ταύτην: «Ποπανουζούν μεριφετλερινί κιορίγιορσουν;» Δηλαδή: «Των προγόνων σου τα αριστουργήματα βλέπεις;» Πλησίον των ανακτόρων παρά την αγοράν Μπίτ-παζαρίν προβάλλουσιν εις ύψος 5-8 μέτρων δύο οβελίσκοι πάχους ενός και ημίσεος μέτρου λίαν τεχνηέντως κατασκευασμένοι και οίτινες κατά την ανατολήν του ηλίου αντανακλούσι λάμποντες και εκπέμποντες ζωηράς αναλαμπάς εξ’ αιτίας των επ' αυτών χρυσιζουσών τετραγωνικών μωσαϊκών πολυχρώμων πετραδίων, πανομοίων των εν των εν τω Ναώ των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού της Αμίδης ευρισκομένων και άπερ οι πατέρες μας αγοράζοντες και επαργυρούντες εκρέμνον εις τα επιμάστια νήπιά των και τους λίκνους, ως αντίμαχα κατά της βασκανίας. Φωτογραφίαν και περιγραφήν των ανακτόρων και των οβελίσκων εποίησε και εδημοσίευσε κατά τό 1944 η εν Κωνσταντινοπόλει τουρκική εφημερίς «Bετάν» ήτις και συνεσώρευσεν ανυπόστατα παχηλά ψεύδη και μακράν της αληθείας κείμενα, ότι ήσαν ανάκτορα του Σουλτάνου Μελίκ ηγεμόνος των Ασπροπροβατάδων, ενώ έβλεπεν έπ' αυτών αετόν! Έτερα μνημεία είναι μικρά τεμένη εκ βασιλικών μονοκλίτων και τρικλίτων κτιρίων καλυπτομένων υπό στέγης θολωτής ή και μικροί ναοί σταυροειδείς μετά τρούλλου, απαντώμενοι εις διαφόρους ενορίας είς ών τας θύρας και παράθυρα φαίνεται το σημείον του Σταυρού, και ούς εσεβάσθησαν και οι τούρκοι δι' όλων των αιώνων. Άξιον σημειώσεως είναι επιβεβαιούμενον και υπό του Σ. Ιωαννίδου (Ιστορία και Στατιστική Τραπεζούντος σελ. 255) ότι, υπάρχουσιν εν Ερζερούμη πολλά άλλα λείψανα και επιγραφαί της ρωμαιοβυζαντινής εποχής, ως και το έξ Ελληνικού ναού εις τέμενος μεταβληθέν Ουλού-Τσαμί, δυνάμενον νά περιλάβη τους 5.000 προσευχομένους και έν ώ κατά το 1828 ότε οι Ρώσσοι εκυρίευσαν την πόλιν εύρον πολλά αρχαία όπλα, οίον ασπίδας, τόξα, ξίφη και άλλα. Καίτοι δέ η πόλις πολλάκις και εσχάτως τό 1949 υπέστη πολλάς σεισμικάς δονήσεις, εντούτοις ουδεμίαν ζημίαν υπέστησαν τα υπέρλαμπρα ταύτα μνημεία. Επίσης εις τας παλαιάς γεφύρας, βρύσεις και εις την θύραν του Ισταμπούλ – καπουσού και αλλαχού απαντώνται διάφορα μονογράμματα του Ιησού Χριστού και άλλα δείγματα της βυζαντινής εποχής, ως και μία επιγραφή, ήν εύρομεν εντετειχισμένην εις την οδόν την φέρουσαν αριστερόθεν εις την πλατείαν Γκιόλ-πασή και έχουσαν ούτως: «Ευμένης Αριστοδήμου ίδρυσε». Καθά δέ μοι γράφει ο έξ’ Αθηνών φίλος μου Επαμ. K. Κατενώφ πρό χρόνων ικανών μεγαλόσχημος αρχιμανδρίτης, Γαβλιήλ (Γαβριήλ) Καραπατάκης ονομαζόμενος και περιοδεύσας ανά την ανατολικήν Μικράν Ασίαν ελθών και εις Θεοδοσιούπολιν έλαβε φωτογραφίας των εν Θεοδοσιουπόλει βυζαντινών μνημείων, άλλ' ούδαμού άχρις ώρας είδομεν δημοσιευθείσας αυτάς. 

Η Θεοδοσιούπολις του Πόντου του Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτου. Πηγή: Ποντιακή Εστία Σεπτ 1951

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com  

Print