Η Πάφρα του Πόντου

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Πόλεις - Περιοχές - Οικισμοί - Χωριά

Καραβάνι εμπορίου καπνού στην Μπάφρα της Αμισού πριν το 1900Η Πάφρα. Πόλη του Δυτικού Πόντου, η Αλύα των αρχαίων και Γαζηλών, κατά το Στράβωνα. Κείται μεταξύ Σινώπης (απέχει απ' αυτήν περί τα 100 χλμ.) και Αμισού (απόσταση των δύο πόλεων 40 χιλιόμετρα).

Επίνειό της είναι το Κουμτσουγκάζ του Ευξείνου, το αρχαίο Κωνώπειον του Αρριανού. Ο Σάββας Ιωαννίδης αναφέρει ότι στην εποχή του (περί το 1870) είχε 8.000 κατοίκους από τους οποίους οι 2.000 ήταν Έλληνες, ελληνόφωνοι και τουρκόφωνοι. Προσθέτει ωστόσο ότι οι Παφραίοι διατηρούσαν αρκετά ελληνικά σχολεία, χωριστά για τα αγόρια και τα κορίτσια. Σημειώνει επίσης ότι οι τουρκόφωνοι της Πάφρας έγραφαν την τουρκική με ελληνικούς χαρακτήρες, όπως οι κάτοικοι της περιοχής Καισαρείας. Κατά τον Δ. Η. Οικονομίδη «Ο Πόντος και τα δίκαια του εν αυτώ ελληνισμού», «...η Πάφρα κειμένη εις απόστασιν 12 ωρών ΒΔ της Αμισού», με τα πόδια, «παρά την δεξιάν όχθην του Άλυος ποταμού και ουχί μακράν της εκβολής του είναι έδρα πολιτικώς μεν υποδιοικήσεως, εκκλησιαστικώς δε επισκοπής υπαγομένης εις την Μητρόπολιν Αμασείας. Προ του πολέμου κατωκείτο αύτη υπό πληθυσμού ανερχομένου εις 11.000 κατοίκων, ων Ελληνορθόδοξοι περί τους 4.000, συντηρούντες οκτατάξιον Αστικήν Σχολήν μετά διευθυντού, 4 διδασκάλων, ισαρίθμων βοηθών και 160 μαθητών, ως και παρθεναγωγείον επτατάξιον, μετά διευθυντρίας, 3 διδασκαλισσών και 80 μαθητριών, νηπιαγωγείον διτάξιον μετά 2 νηπιαγωγών και μιας βοηθού, εις ο φοιτώσι περί τα 300 νήπια εξ αμφοτέρων των φύλων, και ιδιαίτερον τριτάξιον αρρεναγωγείον εν τη συνοικία Ισαακλή μεθ' ενός διδασκάλου, ενός βοηθού και 40 μαθητών. Οι τούρκοι κάτοικοι της πόλεως υπολογίζονται περί τας 5,5 χιλιάδας, ενώ οι Αρμένιοι προ του πολέμου ήσαν περί τους 1.600...». Πρέπει να προστεθεί ακόμη ότι η υποδιοίκηση Πάφρας υπαγόταν στη διοίκηση Αμισού (Τζανίκ) και στο βιλαέτι Τραπεζούντας. Σύμφωνα με τις στατιστικές της Μητρόπολης Αμασείας, η επαρχία Πάφρας είχε μία (1) πόλη, 116 χωριά αμιγώς ελληνικά, μία (1) επισκοπική εκκλησία, 107 ναούς και παρεκκλήσια, μία (1) Μονή (Παναγία η Μάγαρα), ένα (1) ημιγυμνάσιο, 80 σχολεία αρρένων, 17 σχολεία θηλέων, 2 νηπιαγωγεία και 4.500 μαθητές. Επιπλέον στην περιοχή δρούσαν 2 αδελφότητες, 3 σύλλογοι, 1 αναγνωστήριο και 1 θέατρο 400 θέσεων. Η ίδια η πόλη διαιρούνταν σε διάφορους μαχαλάδες, όπως το Γενί Μαχαλέ, με κατοίκους όλους σχεδόν ελληνορθόδοξους, το Γαζινό Μαχαλεσί, το Μεζαρλίκ Μαχαλεσί (μαχαλάς των ισλαμικών νεκροταφείων), το Τοτορλάρ Μαχαλεσί και το Σαχλού Μαχαλεσί ή Ισαακλή (που κατοικούνταν κι αυτός αποκλειστικά από Έλληνες). Για την γεωργική παραγωγή της περιοχής ο Δ.Η. Οικονομίδης σημειώνει, «...προϊόντα εγχώρια είναι σίτος, κριθή, διάφορα όσπρια, και οπώραι, ως μήλα, άπια κλπ., ιδίως όμως αρίστης ποιότητος καπνός περιζήτητος εις τας αγοράς Άδεν, Αμβούργου, Μασσαλίας, Λονδίνου, Αλεξανδρείας... η παραγωγή του ανήρχετο ετησίως εις 4.000.000 χιλιόγραμμα, αξίας 450-500 χιλιάδων λιρών Τουρκίας. Διεξάγεται δ' ενταύθα και αλιεία της μυραίνης (προς παραγωγήν χαβιαρίου μαύρου) και άλλων ιχθύων εις τας δύο παρά την Πάφραν λίμνας... Και η κτηνοτροφία ενταύθα είναι αξιόλογος, διότι η χώρα θεωρείται κατ' εξοχήν κατάλληλος προς αυτήν εν τη Μικρή Ασία...». Για τον πληθυσμό του Καζά (υποδιοικήσεως) Πάφρας, ο ίδιος συγγραφέας σημειώνει, «... σύμπας ο πληθυσμός του όλου καζά της Πάφρας ανέρχεται εις 85.000 - 90.000, ων τα 4 πέμπτα Ελληνορθόδοξοι. Λαμπρά οικοδομήματα εν Πάφρα είναι τα ελληνικά εκπαιδευτήρια, ο στρατών μετά των παραρτημάτων αυτού, το θέατρον, το διοικητήριον, το οίκημα του επισκόπου και ο ελληνικός ναός, εν ω λειτουργούσι 3 ιερείς...». Η επισκοπή Πάφρας υπαγόταν στην Μητρόπολη Αμασείας. Πρώτος επίσκοπος της πόλης ήταν ο Μελέτιος (600 μ.Χ.) και τελευταίος o εθνομάρτυς Ευθύμιος Αγριτέλης, που έφερε τον τίτλο του επισκόπου Ζήλων. Εδώ ας σημειωθεί ότι ο Ζήλων Ευθύμιος ήταν ο μόνος ιεράρχης του Πόντου, που εκτελέστηκε λόγω της συμμετοχής του στο Ο Εθνομάρτυς Άγιος Επίσκοπος Ζήλων Ευθύμιος Αγριτέλης αντάρτικο κίνημα της περιοχής του. Στην εκκλησιαστική επαρχία της Πάφρας υπάγονταν τα χωριά: Ιακλί, Χρύση, Πακλιάρ, Καπού Καγιά, Κονσταντή Ουσαγί, Κουζ Αλάν, Γιγλά, Δομούζ Αλάν, Καρά Πουνάρ, Καρά Πουνάρ (χωριό συνώνυμο με το προηγούμενο), Κισερλέ Ταμ, Ζεϊνέλ, ΣΙχλι'χ, Κουτσουλάρ, Καπά Τσιχούρ, Αγτσαλάν, Ασμά Τσαμ, Πιρί Γιουρτ, Γερ Αλτί, Κιρεζλί, Τοπούρ Ουσαγί, Ολτσεκλέρ, Όρμασα, Άλατσαμ, Κιοσέτικ, Γαβλαάν, Όρμανος, Τερμέν Κουνεγί, Τζενικλί Γιουρτ, Τικεντζίκ, Καρατζάκιολα, Τας Μπογάζ, Τοχουκλάρ, Τεβρέν. Πενγλί Ουσαγί, Καϊτάλαπα, Ακ Τεκέ, Τσαν Γιοβανί, Εβρέν Ουσαγί, Σουρμελί, Οσμάν Πεϊλού, Μουσμελέκ, Πεϊσκελέρ, Ακ Κουσαγί, Μουγαμλί, Ελ Ταούτ, Ερνταούτ, Χιτσελέζ, Αζάι, Κιοβτζέ Σου, Εκίζ τεπέ, Εντζίκ πασί, Ελματζίκ, Σελαμαλίκ, Αράπ Ουσαγί, Κοτσέρ Ουσαγί, Κιόρογλου, Μιτερί Κετιγί, Ασάρ, Κουρτ Αλάν, Κουλαμάκ, Κουρού Δερέ, Ταστζόγλου, Κιουρεκτσί, Καμάν, Μοσκοφάντων, Ιλπίζ Αλάν, Χαϊδάρ, Ασμάν, Αγτζά Κιουνεγί, Καρά Κερίς, Κετικλί, Καμισλι' Γκιολ, Σιτέλ, Μποζ Αρμούτ, Κουλιτζί Αλάν, Μπογιούκ. Παγιάτ, Ζιλιτσέκ, Τομούζ Αλάν, Αχλατλί Γιαζί, Γορούμ, Πιτσιντσίν, Καζάν Σιχί Μεγκιλέρ, Μαησλού, Οτ Καγιά, Αλέμ Δεμιρτζί, Καλτιπέκ, Τζαντίρ, Πεκιούρ, Λελουκλέρ, Κοτζά, Μουστετσέπ Πασά, Πόγιακλι, Καβάκιοϊ κ.ά. Στο διάστημα 1914-22 οι τούρκοι κατέστρεψαν περισσότερες από 80 εκκλησίες της περιοχής, ανάμεσά τους και τον επισκοπικό ναό της Αγίας Μαρίνας. Στη σημερινή πόλη πάντως σώζονται το επισκοπείο και ο ναός του Αγίου Βασιλείου στο Σαχλού Μαχαλεσί. Στην περιοχή της βρίσκονται τα βουνά Νεπιέν (ύψος 1.200 μ.), Γιουντάγ και Καλλινίκ Νταγ. Το Γιουντάγ είναι λέξη τούρκικη, που σημαίνει μαλλιαρό. Αυτό το βουνό της περιοχής Πάφρας είχε ύψος 2.200 μέτρα. Και την περίοδο 1914 - 1923 ήταν λημέρι των περισσότερων καπεταναίων ανταρτών του Δυτικού Πόντου. Το Γιουντάγ εκτείνεται κατά μήκος του ποταμού Άλυ από την Πάφρα ως το Κιοπρού και την Κάβζα και προς τα ανατολικά φτάνει μέχρι την περιοχή Σαμψούντας. Στο Γιούνταγ έγιναν οι φονικότερες μάχες μεταξύ των Ελλήνων ανταρτών και του τουρκικού στρατού και χιλιάδες Ελλήνων που κατά καιρούς κατέφυγαν σε αυτό για προστασία βρήκαν τραγικό θάνατο είτε στις μάχες είτε από την ασιτία και διάφορες αρρώστιες. Σε πολλές περιστάσεις οι καταφυγόντες σε αυτό Έλληνες αυτοκτόνησαν ή σκότωσαν τα παιδιά τους για να μην προδώσουν τις θέσεις των υπολοίπων κρυπτόμενον. Σε πάρα πολλά σημεία του υπάρχουν σπήλαια, κάστρα και αρχαίοι τάφοι, ιδιαίτερα κοντά στα χωριά Γαγιανίν Πασί, Καπού Καγιά, Κιουρλένταμι, Παπασούν Ατά. Οι ποταμοί της επαρχίας είναι οι: Λύκαστος, Ινοζούν Τσάι και Άλυς (Κιζίλ Ιρμάκ). Λίμνες είναι οι Ακ ή Παλίκ Γκιολ και η Καμίς Γκιολ. Στην περιφέρεια Πάφρας δημιουργήθηκε ένα από τα μεγαλύτερα αντάρτικα του Πόντου. Οι κάτοικοί της πλήρωσαν με ακριβό τίμημα την ανάμειξή τους σ' αυτό. Ο καταγόμενος από την Πάφρα συγγραφέας Αντώνιος Γαβριηλίδης αναφέρει συν τοις άλλοις σε έργο του για την τραγωδία των κατοίκων της Πάφρας: «...Την 3ην Ιουνίου 1921 πολιορκείται η ελληνική συνοικία υπό οργάνων της τοπικής διοικήσεως και συλλαμβάνονται άπαντες οι άρρενες από ετών 15 έως 70, εν συνόλω 570 και φυλακίζονται. Οι 570 ούτοι άνδρες... αποστέλλονται συνοδευόμενοι υπό δημίων του Τοπάλ Οσμάν εις τρίωρον από την Πάφραν απόστασιν. Αφού δε εληστεύθησαν εκεί άπαντες παρά την εκκλησίαν του Αγίου Χαραλάμπους του χωριού Κιόβτσε Σου, εσφάγησαν ανηλεώς, πλην δύο ως εκ θαύματος διασωθέντων, οίτινες και κατέφυγον εις τα όρη. Την 8ην Ιουνίου 1921, η αιμοχαρής τίγρις (ο Τοπάλ Οσμάν), συλλαμβάνει και άλλους 250 άνδρες πάσης ηλικίας και τους οδηγεί εις την εν Σελαμελίκ εκκλησίαν του Αγίου Γεωργίου, 4 ώρας απέχουσαν της πόλεως, μετά πολλών ύβρεων και προπηλακίσεων, συνοδεία πολλών χωρικών (τούρκων) και χωροφυλάκων. Εκεί, αφού τους ελήστευσαν και τους έσφαξαν, έθεσαν πυρ εντός της εκκλησίας και τους κατέκαυσαν όλους. Την 11ην Ιουνίου 1921 άλλοι 670 άνδρες συλλαμβάνονται και, μετά τριήμερον φυλάκισιν, εκτοπίζονται καταδιωκόμενοι καθ' οδόν, υβριζόμενοι και δερόμενοι αγρίως διά μαστιγίων και των κοπάνων των τουφεκίων. Παρά δε τα περίχωρα της πόλεως, απογυμνούνται από παντός ό,τι είχαν και τους μεν περισσοτέρους εισάγουν εντός εκκλησίας και κατακαίουν αυτούς ζωντανούς, τους δε άλλους αφού κατακρεούργησαν, αφήκαν γυμνούς εν μέση οδώ βοράν των αγρίων θηρίων και των αρπακτικών ορνέων.,.». Αμισός (Σαμψούντα) - Πάφρα Πόντου. Ιστορία, Χοροί, ήθη, έθιμα, παραδόσεις.
»Κατά τας πρώτας αποστολάς είχον διαφύγει την εξορίαν και την σφαγήν 33 νέοι. Και ούτοι συλληφθέντες βραδύτερον την 17-30 Ιουνίου 1921 εξορίσθησαν. Κατ' οδόν τέσσαρες εξ αυτών κατόρθωσαν να δραπετεύσουν, οι άλλοι δε 29 κατόπιν περιπετειώδους και επιπόνου πεζοπορίας, έφθασαν εις Μαλάτειαν. Εάν δε δεν εφόνευον αυτούς, όπως των τριών αποστολών, τούτο οφείλεται εις το γεγονός ότι από της 12/25 Ιουνίου 1921 έφθασεν εις Άγκυραν διαταγή όπως παύσουν αι σφαγαι' και αρκεσθούν μόνον εις την εξορίαν».
«Την 3 Σεπτεμβρίου 1921, αφού υπό των ανδρών του Τοπάλ Οσμάν, συνεργούντων και των εντοπίων τούρκων, κατεστράφησαν το χωριό Μουαμλή και άλλα 116 χωρία, οι κάτοικοι αυτών το πλείστον γυναικόπαιδα και γέροντες κατέφυγον εις την Πάφραν. Εξ αυτών 3.970 γυναικόπαιδα και γέροντες, καθώς και τα 150 ορφανά του Ορφανοτροφείου όπερ συνετήρουν οι Αμερικανοί και η Κοινότης, εν όλω 4.120 ψυχάς, εξορίζονται εις Μαλάτεια. Μετά πορείαν 70 ημερών τα άτομα αυτά, ταλαιπωρημένα και περιπλανώμενα ανά τα όρη, τα χωριά και τας πόλεις της Τουρκίας, έφθασαν εις Μαλάτειαν μόνον 1.270... Τα αποτελέσματα των τριών πρώτων αποστολών και οι λεπτομέρειες της εξοντώσεως εν τω μεταξύ είχον γίνει γνωστά. Θρήνος και κλαυθμός κατέλαβε τους γονείς, τα παιδιά και τις συζύγους των σφαγιασθέντων τόσων ανθρώπων. Οι δόλιοι δολοφόνοι είχον διαδώσει, ότι έπαυσαν οι απελάσεις και οι εξορίες και μπορούσαν οι χριστιανικές οικογένειες να κυκλοφορούν ελεύθερα και να επιδίδονται εις τας εργασίας των. Αλλ' αίφνης o διοικητής (καϊμακάμης) Σαμλή Κιορ Τζαμίλ και o αρχιχωροφύλαξ Κιαμήλ συνοδευόμενοι υπό πολλών χωροφυλάκων και στρατιωτών, ακολουθούμενοι και υπό τουρκικού συρφετού πλουσίων και πενήτων, εμπόρων και αχθοφόρων, καταστημα ταρχών και μικροπωλητών, εν πλήρει ημέρα, εισέρχονται εις τας οικίας των ομογενών και αρχίζουν να λεηλατούν και να διαρπάζουν παν ό,τι εύρισκον. Ομαδικώς και από συμφώνου, από του ανωτέρου άρχοντος μέχρι και του τελευταίου αχθοφόρου διέπραττον τα εγκλήματα οι τούρκοι κατά των ομογενών μας. Τραγικότατη η όψη την οποία παρουσίαζε η πόλη της Πάφρας. Θρήνος και κλαυθμός, οδυρμός και οιμωγαί, ικεσίαι και δεήσεις, λιποθυμίαι γυναικών και γερόντων, κραυγαί των λεηλατούντων, διαταγαί και προτροπαί των αρχηγούντων αφ' ετέρου, απετέλουν την τραγικότατη σκηνή. Γέροντας και γραίας, κλινήρεις και ασθενείς, καθώς και αναπήρους, έρριπτον ασπλάχνως εις τους δρόμους, έδερνον και εξύλιζον τους ικετεύοντας, εξέβαλον εκ των οικιών τας θρηνούσας και ολολυζούσας γυναίκας, ερράπιζον τα κλαίοντα παιδιά και αμέσως επεδίδοντο εις αρπαγάς και λεηλασίας επίπλων, κλινοσκεπασμάτων, παραπετασμάτων, ταπήτων, προικών, μαγειρικών σκευών και παντός οικιακού επίπλου. Μετά την ερήμωσιν των οικιών, οι τούρκοι συλλαμβάνουν και φυλακίζουν εις τα σχολεία 2.300 γυναικόπαιδα, εκ δε Οικογένεια Ιωάννη Χατζηαντώνογλου Μπάφρα 1870των ανδρών δυο ιατρούς διασήμους, οίτινες πολλάς υπηρε σίας και πολλάς εκδουλεύσεις προσέφεραν και εις αυτούς τους τούρκους. Μετά τινάς ημέρας, 8 Ιουλίου 1921, εξορίζονται τα γυναικόπαιδα και οι άνδρες. Μετά δεκαήμερον πορείαν εις την θέσιν Τουρμέν Ταγί ληστεύονται υπό των Λαζών, Αλβανών και Κιουρτσήδων τσετέδων, τη αδεία του επικεφαλής της αποστολής Αλή Όμπαση. Από την οδόν Τοπάζ (Θεοδοσίας), Μποϊβάτ, Πατμάν δαγ, Χατζή Χαμφά, Οσμαντζίκ, Μετζίτ Ογλού, Ζάρας, Καίνάρ χαν, Ινέ παζάρ, Τουρχάλ, Τοκάτ, Γενί χαν, Δελίκ τας, Κανκάλ, Χεκίμ χαν, Χασάν Πατρίκ και φθάνουν εις Μαλάτειαν, μετά πορείαν 69 ημερών εν τω μέσω πολλών και ποικίλων στερήσεων και κακουχιών τόσον σκληρών και αφορήτων, ώστε εκ των 2.300 γυναικοπαίδων και των ολίγων ανδρών, μόλις 800 διεσώθηκαν, 1.500 ψυχαί απωλέσθησαν υποκύψασαι εις τας κακουχίας και τας στερήσεις. Αλλά και εκ των υπολειφθέντων 800, ολίγους αφήκαν εις Μαλάτειαν, τους περισσότερους προώθησαν εις Άργανα ή Μπακίρ Μαδέν, Χαρπούτ και Διαρβεκίρ, όπου πλείστοι εξ αυτών απέθανον από επιδημικάς νόσους.
»Μετά τρεις ημέρας από της εξορίας των 2.300 γυναικόπαιδων της προηγούμενης αποστολής την 11 Σεπτεμβρίου 1921, εξορίζονται και άλλα 1.900 άτομα, μεταξύ των oποίων 75 γέροντες. Οδηγήθηκαν και αυτά διά της αυτής οδού, εξαντλημένα από τας μακράς πεζοπορίας και λοιπάς κακουχίας. Όταν έφθασαν εις το απαίσιον Δελίκ Τας, 310 επάγωσαν μεταξύ αυτού και του Καγκάλ, εκ δριμυτάτου ψύχους, 790 απέθαναν εκ νόσων διαφόρων, τα δε υπόλοιπα 800, μετ' ολίγας ημέρας, φθάνουν εις Χεκίμ Χαν, 400 παραμένουν εκεί εξ αδυναμίας να προχωρήσουν, τα δε άλλα 400 φθάνουν εις Μαλάτειαν και εκείθεν εις Χαρπούτ, όπου μετ' ολίγον και αυτά υπέκυψαν εις το μοιραίον. Η τραγωδία της Πάφρας του Πόντου / Τα δεινοπαθήματα του Ποντιακού λαού / Μαρτυρίες
»Ενάτη Αποστολή. Απετελέσθη από 933 άτομα (69 μόνον άνδρες) και εξορίσθησαν στη Μαλάτεια, όπου είχαν κοινή τύχη με τις προηγούμενες αποστολές. Συγχρόνως από 206 άνδρες το πλείστον νέοι που ήταν κρυμμένοι εν Αμισώ, συνεπεία ειδικής διαταγής κατά την οποίαν κάθε ανακαλυπτόμενος ότι κρύπτεται από οικογενείας θα συνεξορίζοντο μετά της οικογενείας αυτής, τούτου ένεκα οι εντός οικογενειών αυτοί νέοι, ηναγκάσθησαν να παραδοθώσιν. Απεστάλησαν εις Αμάσειαν όπου και έμενον εις τας φυλακάς επί 75 ημέρας. Κατεδικάσθησαν κατόπιν ως ανυπότακτοι και εξορίσθησαν εις Βίτλις, αλλά καθ' οδόν λόγω δριμυτάτου ψύχους απέθανον πολλοί, 166 δε εξ αυτών εκ της πείνης και των νόσων...». Συνολικά, κατά την περίοδο 1914-1922 σκοτώθηκαν ή εξοντώθηκαν στις εξορίες ή δολοφονήθηκαν περισσότεροι από 30.000 Παφρηνοί, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται 84 ιερωμένοι και 30 δάσκαλοι. Αναλυτικότερα, έχασαν τη ζωή τους στο διάστημα 1914-1916 στα τάγματα εργασίας 2.000 άτομα, την περίοδο 1916-1918 3.000 άτομα στις εξορίες και 1.500 σε μάχες με τον τουρκικό στρατό, την περίοδο 1919-1922 κάηκαν σε διάφορες εκκλησίες 3.500, στις εξορίες με διάφορες αποστολές πέθαναν 13.000, 3.000 άλλοι σκοτώθηκαν σε μάχες με τον τουρκικό στρατό.

Βιβλιογραφία: Ανωνύμου «Περίπλους Ευξείνου>), Στράβωνος «Γεωγραφικά>), Αντωνίου Γαβριηλίδη «Σελίδες εκ της μαύρης συμφοράς», ΔΗ. Οικονομίδου «Ο Πόντος...», Γ. Σκαλιέρη «Λαοί και φυλαί της Μικράς Ασίας», Γ. Βαλαβάνη «Σύγχρονος γενική ιστορία του Πόντου.

Γ. Θ. Αντωνιάδης

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print