Φαντάκ' Όλασσας το χωριό της γιαγιάς μου - Οδοιπορικό στην γη του Πόντου της φιλολόγου Ελένης Μαυροκεφαλίδου

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Πόλεις - Περιοχές - Οικισμοί - Χωριά

Κάρτ ποστάλ απο την Τραπεζούντα τέλη 1800 αρχές 1900Το Φαντάκ', στην περιοχή της Όλασσας, το χωριό της γιαγιάς μου, στις αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων ήταν τόπος φανταστικός, όπου πάντα πρωταγωνιστούσε Εκείνη.

Άλλοτε σε σκηνές καθημερινές, γεμάτες παιδική ανεμελιά και άλλοτε σε σκηνές απερίγραπτης φρικαλεότητας! Οι αφηγήσεις της είχαν το άρωμα της Ανατολής και την πίκρα, τον πόνο και τη νοσταλγία του πρόσφυγα για την χαμένη του πατρίδα. Με τις ιστορίες της μου μεταλαμπάδευσε την αγάπη της για αυτήν. Μου γέννησε την επιθυμία να την επισκεφτώ για να τη γνωρίσω. Διήνυσα χιλιάδες χιλιόμετρα μέχρι την Τραπεζούντα και μόνο δεκατρία χιλιόμετρα με χώριζαν από το Φαντάκ'! Πρωινό του Ιούλη και ήμουν πανέτοιμη για να επισκεφτώ την πατρογονική γη της οικογένειάς μου. Νοικιάσαμε ένα dolmus αφού διαπραγματευτήκαμε το κόμιστρο της διαδρομής. Φαντάκ το χωριό της γιαγιάς μου - Οδοιπορικό στη γη του Πόντου - Ελένης Μαυροκεφαλίδου. Η πρώτη εντύπωση από τον οδηγό ήταν αποτρεπτική, καθώς ήταν πάνοπλος σαν αστακός και άγριος λόγω των έντονων μογγολικών χαρακτηριστικών του. Όμως δεν επέτρεψα αρνητικές σκέψεις στον εαυτό μου, τη στιγμή που λίγα χιλιόμετρα με κρατούσαν μακριά από το όνειρό μου! Σκέφτηκα πως ίσως ήμασταν πιο ασφαλείς με τα όπλα. Εξάλλου η παρέα ήταν ανέμελη, φλυαρούσε και αστειευόταν ζωηρά! Προχώρησα αποφασιστικά και βυθίστηκα στο πίσω κάθισμα του dolmus, απωθώντας κάθε αρνητική αποτρεπτική σκέψη και φέρνοντας στη μνήμη μου τους στίχους του Καβάφη: «Σα βγεις στο πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι να 'ναι μακρύς ο δρόμος, γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις. Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι». Το όχημα ανέπτυξε ταχύτητα και γρήγορα αφήσαμε πίσω την Τραπεζούντα, ακολουθώντας πορεία παράλληλη με το Δαφνοπόταμο, μια διαδρομή μέχρι ένα σημείο γνωστή, από την προηγούμενη εξόρμηση προς την Παναγία Σουμελά. Μετά την παράκαμψη σ' ένα ανηφορικό δρόμο κάναμε την πρώτη μας στάση στο παραδοσιακό τουρκικό καφενείο, για να απολαύσουμε ένα τσάι κατά την τουρκική συνήθεια. Από το μικρό μπαλκονάκι του καφενείου, που κρεμόταν στην κυριολεξία στο κενό. Είχαμε μια πανοραμική θέα της Κιθάραινας, που χάρη στα δυο ποτάμια που κατεβαίνουν από τις κορυφές των βουνών είναι πνιγμένη στο πράσινο, μέσα στο οποίο διακριτικά ξεπροβάλλουν τα σπίτια των Τούρκων χωρικών, σε απόλυτη αρμονία με το περιβάλλον. Κιθάραινα και Αργαλή τα Σιμοχώρια της Τραπεζούντας. Στην περιοχή κάποτε ζούσαν Έλληνες κι αρκετά από τα σπίτια είχαν εμφανή στοιχεία της ελληνικής αρχιτεκτονικής. Υπήρχε και ένας ερειπωμένος νερόμυλος στο σημείο, που τα δυο ποτάμια ένωναν τη δύναμή τους και θυμήθηκα τη γεμάτη νόημα φράση της γιαγιάς μου, την οποία επαναλάμβανε συχνά: «Για να γυρίσει ο μύλος, πρέπει να κατέβει το ποτάμι». Όμως στην περιοχή τώρα πρυτανεύει το τζαμί, που ο τεράστιος ασημί τρούλος του άστραφτε κάτω από το λαμπερό καλοκαιρινό ήλιο! Άλλος τώρα διαφεντεύει τον τόπο! Η γη άλλαξε χέρια! Και οι νέοι αφεντάδες έκαναν κραυγαλέα την παρουσία τους με τερατώδη οικοδομικά συγκροτήματα κάτω στο γιαλό, στην Χολοκάνα, χωρίς κανένα σεβασμό στο φυσικό περιβάλλον, χωρίς καμία αισθητική! Μετά τη σύντομη στάση, πήραμε πάλι τον ανηφορικό δρόμο, που σίγουρα μας ανάγκαζε να θυμηθούμε όλες τις προσευχές, τις οποίες μάθαμε στα χρόνια της αθωότητας! Σε κάποια στροφή διασταυρωθήκαμε μ' ένα φορτηγό (βόηθα Παναγιά μου)! Οι οδηγοί όμως εξοικειωμένοι με αυτούς τους επικίνδυνους δρόμους αντέδρασαν γρήγορα! Την γλιτώσαμε. Το dolmus αγκομαχώντας στην πλαγιά του όρους Μίθριο μας έφερε στο χωριό Kiychane. Ένα μικρό, γραφικό τουρκοχώρι, με αρκετά ίχνη όμως από το ελληνικό του παρελθόν, με σημαντικότερο το σχολείο, στην πρόσοψη του οποίου κυμάτιζε η τουρκική σημαία! Κάποιοι Τούρκοι χωρικοί μας πλησίασαν διστακτικά στην αρχή, αλλά με φιλικές διαθέσεις, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια. Μας πρόσφεραν για το καλωσόρισμα φρούτα: καρπούζι, πεπόνι και ροδάφνον, το χαρακτηριστικό φρούτο της περιοχής που ο καρπός του μοιάζει με τσαμπί σταφυλιού, ενώ οι ρώγες του είναι σαν το βύσσινο Η παραμονή μας στο χωριό δεν ήταν σύντομη, γιατί ένας από τη συντροφιά αναζητούσε κάποιο ίχνος από την προγονική του εστία, αλλά οι πληροφορίες των Τούρκων χωρικών δεν ήταν αρκετά κατατοπιστικές και η προσπάθεια ήταν άκαρπη. Η πορεία συνεχίστηκε και η διαδρομή που απέμεινε για το Φαντάκ' ήταν ολιγόλεπτη! Η περιοχή ήταν κατάφυτη από φουντουκιές «λεφτοκάρια» όπως έλεγε η γιαγιά μου. Η πρώτη μας στάση ήταν σ' ένα χαρακτηριστικό, χωριάτικο, τουρκικό σπίτι. Φαινόταν φτωχικό, αλλά περιποιημένο. Μας υποδέχτηκε ένας νεαρός με τη μητέρα του. Μια Τουρκάλα με κάτασπρο φωτεινό πρόσωπο και γαλανά μάτια, ιδιαίτερα φιλική, που μας πρόσφερε φουντούκια και κρύο νερό! Κοιτούσα ερευνητικά γύρω μου, προσπαθώντας με το ένστικτο να εντοπίσω ποιο ήταν το σπίτι της γιαγιάς μου! Σε λίγο ο νεαρός, διαισθανόμενος προφανώς την αγωνία μου, μας έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι. Ιστορία του Ελληνισμού του Ευξείνου Πόντου. Δεν χρειαζόντουσαν λόγια! Ο καθένας φορτωμένος με σκέψεις και συναισθήματα, που είναι δύσκολο να εκφραστούν, ακολουθήσαμε. Τρεις κλώνοι του δέντρου, που πριν ογδόντα χρόνια ξεριζώθηκε και μεταφυτεύτηκε εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Τρεις γόνοι της ίδιας οικογένειας προσκυνητές της πατρογονικής εστίας. Σύντομα, μας υποδέχτηκε στη δροσερή αγκαλιά του ο βαθύς ίσκιος, που άπλωναν οι φουντουκιές. Ήταν το πρώτο καλωσόρισμα της πατρογονικής γης! Ακολουθώντας το μικρό μονοπάτι κάτω από τις πλούσιες φυλλωσιές βρεθήκαμε σ' ένα μικρό ξέφωτο, σε μια χορταριασμένη αυλή! «Εδώ στο σπίτι άνθιζ' εδώ το πράσινο βλαστάρι, και το 'κρυβε κληματαριά στον ίσκιο της χλομή, τώρα δε μένει τίποτα...» (Παλαμάς). Ένας μικρός σωρός πέτρες από τους γκρεμισμένους τοίχους του σπιτιού και η ξερολιθιά της αυλής, πέτρες μικρές και μεγάλες μ' επιμέλεια και δεξιοτεχνία τοποθετημένες από τα χέρια επιδέξιου τεχνίτη, είναι οι μοναδικοί μάρτυρες του οικογενειακού μας παρελθόντος! Τα χαλάσματα αυτά είναι η πιο αδιάψευστη μαρτυρία της λεηλασίας, του διωγμού της οικογένειάς μου από τη γη της! Μέσ' στη σιωπή των ερειπίων, που πρόσωπα και εικόνες του χθες αναβίωναν ακουγόταν μόνο το μουρμούρισμα της βρυσούλας στην αυλή μας.«Βρυσούλα στου σπιτιού μας την αυλή μην καρτερείς το στόμα μου στο στόμα σου να γείρει πως το νεράκι σου να πιω. Συντρίμμια έγινε το κρυσταλλένιο μου που γνώριζες ποτήρι» (Παλαμάς). Ποιος θα μπορούσε να αποκρυπτογραφήσει τους ψιθύρους της; Ήταν θρήνος για τα χαμένα της αφεντικά ή το καλωσόρισμα για τα παιδιά της οικογένειας, που ύστερα από ογδόντα χρόνια ήρθαν ως ταπεινοί προσκυνητές της γης τους; Το μικρό μονοπάτι μας οδήγησε στο διώροφο σπίτι, που έχτισε ο προπάππος μου για το μεγάλο του γιο. Ένας πιτσιρικάς, με λερωμένο πρόσωπο και με περίεργο βλέμμα, μας κοίταζε ερευνητικά πίσω από το θολό τζάμι. Το μυαλό μου φτερούγι σε πολλά χρόνια πριν, όταν κάποιο άλλο παιδί κοιτώντας από το παράθυρο ονειροπολούσε σχεδιάζοντας το μέλλον του! Όνειρα συντριμμένα, προσδοκίες διαψευσμένες! Η ματιά μου περιπλανιόταν ολόγυρα αχαλίνωτη. Όλα όπως τα περιέγραφε η γιαγιά μου, το χτήμα με τις φουντουκιές, τα παρχάρια (βοσκοτόπια) ψηλά, που πήγαινε τα ζώα για βοσκή και το μεγάλο φαράγγι ν' απλώνεται χαμηλά καταπράσινο μέχρις εκεί, που το γαλάζιο του ουρανού σμίγει με το γαλάζιο της θάλασσας. Όλα ίδια μόνο οι άνθρωποι άλλαξαν! Πριν από ογδόντα χρόνια οι ποντιακοί μαχαλάδες άδειασαν! Άντρες, γυναίκες και παιδιά με ελάχιστα πράγματα, σχεδόν μόνο με τα ρούχα που φορούσαν, κυνηγημένοι από τη γη τους κατέβηκαν αυτές τις πλαγιές, παίρνοντας το δρόμο της προσφυγιάς με κυρτωμένους τους ώμους από το βαρύ φορτίο του πόνου γι' αυτά που έχασαν και την αγωνία γι' αυτά που τους περίμεναν. Το θρόισμα των φύλλων, από τις φουντουκιές, έμοιαζε με ψίθυρους των προγόνων μου! Προσπαθούσα ν' αφουγκραστώ το καλωσόρισμά τους, ν' ακούσω το παράπονό τους γι' αυτά που τους προκάλεσε η ανθρώπινη μισαλλοδοξία, ο φανατισμός, η απληστία, η εχθρότητα. Αλλά μήπως και εμείς δεν εισπράξαμε τις ίδιες διαθέσεις από το νέο ιδιοκτήτη, που μας κατακεραύνωσε με τις πύρινες, καχύποπτες ματιές του, που βροντοφώναζαν πως ήμασταν ανεπιθύμητοι; Εξάλλου, ήταν απασχολημένος, έχτιζε νέο σπίτι, μέσα στις φουντουκιές, με τη συνεργασία των ανδρών του χωριού! Όλα τα παλιά κονάκια κατεδαφίζονται και νέες προχειροκατασκευές τα αντικαθιστούν, σβήνοντας μ' επιμέλεια το παρελθόν. Το Φαντάκ' για την οικογένειά μου είναι παρελθόν! Η ιστορία μας έπαιξε άσχημο παιχνίδι, μας άλλαξε διεύθυνση και σελίδα της ζωής μας! Ίσως να ζούσα εδώ, αλλά τώρα είμαι ανεπιθύμητη! Χιλιάδες σκέψεις φτερούγιζαν στο μυαλό μου και έντονα συναισθήματα ταλάνιζαν την καρδιά μου. Με το βάρος τους και τις εικόνες από την πατρογονική γη κατηφόρισα και ξεκίνησα για τον επόμενο προορισμό, που ήταν ο Άγιος Γεώργιος ο Περιστερεώτας, προστάτης της οικογένειάς μου και στενά συνδεδεμένος με την ιστορία της, αφού σ' αυτό το ησυχαστήριο μόνασε σε νεαρή ηλικία ο θείος της γιαγιάς μου, που η σεβάσμια μορφή του δέσποζε για χρόνια στο σπιτικό της μέσα από την κορνιζαρισμένη φωτογραφία του. Η Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα στην Γαλίανα της Ματσούκας του ΠόντουΤο αυτοκίνητο σαν αφηνιασμένο χοροπηδούσε στο χωματόδρομο, που ξεδιπλωνόταν πλάι στο Γαλίαινα! Όλες οι αισθήσεις σε εγρήγορση καθώς η μια ανταγωνιζόταν την άλλη σ' εμπειρίες. Μετά από ένα πραγματικό σαφάρι μέσα σ' άγρια βλάστηση φτάσαμε σ' ένα ύψωμα και αποβιβαστήκαμε! Μπροστά μας το Πυργί, απόκρημνα βράχια (ύψους τριακοσίων μέτρων) και πάνω γαντζωμένο το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, (ό,τι δηλαδή απέμεινε απ' αυτό) να επιδεικνύει τις πληγές του από τα χτυπήματα των ιερόσυλων. Άλλο ένα Ιερό του Χριστιανισμού και του Ποντιακού Ελληνισμού ερειπωμένο, λεηλατημένο, απογυμνωμένο από τα ιερά του σύμβολα, έρημο χωρίς τους ταπεινούς μοναχούς, μένει σιωπηλός μάρτυρας του Ελληνορθόδοξου παρελθόντος του Πόντου! O οδηγός του dolmus έριξε μια τουφεκιά που έκανε το φαράγγι ν' αντιλαλήσει από τον εκκωφαντικό θόρυβο! Όλα προκαλούσαν τις αισθήσεις! Η γλυκιά μυρωδιά του δυόσμου, που ανακατευόταν με τη μυρωδιά του φρεσκοκομμένου χόρτου ερέθιζε την όσφρηση. Τα γαβγίσματα των σκύλων, που αναστατώθηκαν από την τουφεκιά με το κελάρυσμα των νερών διέγειραν την ακοή. Η φύση στην καλή της ώρα, γενναιόδωρη με τον άνθρωπο, που έκανε διακριτικά αισθητή την παρουσία του με το κονάκι του, σχεδόν αθέατο μέσα στην πλούσια βλάστηση! Όλα βρίσκονταν σε ισορροπία! Όλα συνυπάρχουν αρμονικά. Τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω το βαθύ αναστεναγμό του πρόσφυγα για την πατρίδα που έχασε και τη δυσκολία του να προσαρμοστεί σε μέρη άγονα και γυμνά από βλάστηση και ν' αποδεχτεί τη νέα γη ως πατρίδα του. Με οδηγό μας πάλι το ποτάμι, που έσφυζε από ζωή και ήταν γεμάτο πέστροφες ανεβήκαμε στη Ζύγανα 2.500 μέτρα υψόμετρο. Το τοπίο, αλπικό, μας υποδέχτηκε. Η περασμένη ώρα και η πολύωρη περιπλάνηση μας άνοιξε την όρεξη!' Αρνιά κρεμασμένα στις παραδοσιακές ταβέρνες μας προκαλούσαν και τα κοψίδια στα κάρβουνα μας έσπασαν τη μύτη! Μάλλον όλοι είναι έτοιμοι να υποκύψουν, πήραμε θέση μάχης γύρω από το τραπέζι μαζί και ο οδηγός, με το περίστροφο στο ζωνάρι. Τώρα μου φαινόταν πιο φιλικός!. Δεν ήταν τόσο φοβερός όσο μου φάνηκε το πρωί. Ίσως να φοβάται κι αυτός! Τα αχνιστά κοψίδια που μοσχοβολούσαν στην πιατέλα μας ανάγκασαν να τα ξεχάσουμε όλα! Τα χέρια υψώθηκαν φιλικά για το τσούγκρισμα των ποτηριών! Τώρα όλα είναι ακόμη πιο απλά. 

27 Ιουλίου 2002   -    Ζωντανεύοντας τις μνήμες των Ελλήνων του Πόντου

Οδοιπορικό στην γη του Πόντου - Φαντάκ' το χωριό της γιαγιάς μου της φιλολόγου Ελένης Μαυροκεφαλίδου

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print