Αναμνηστική φωτογράφηση μαθητών και δασκάλων της Τοκάτης του Πόντου το 1905

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Πόλεις - Περιοχές - Οικισμοί - Χωριά

Μαθητές και δάσκαλοι Τοκάτη 1905 Μαθητές και δάσκαλοι Τοκάτη 1905. Η Τοκάτη είναι επαρχία στη βόρεια τουρκία. Στα βορειοδυτικά συνορεύει με την επαρχία Αμάσειας, στα νοτιοδυτικά με την Γιοζγκάτ, νοτιοανατολικά με την επαρχία Σεβάστειας ενώ στα νοτιοδυτικά συνορεύει με την επαρχία Ορντού.

Η πρωτεύουσα της είναι η Τοκάτη, η οποία βρίσκεται 422 χιλιόμετρα από την Άγκυρα. Δύο σημαντικά μνημεία της περιοχής αυτής είναι ο Μεντρεσές Χατουνίγιε του 15ου αιώνα, ο οποίος χτίστηκε από τον Σουλτάνο Βαγιαζίτ Β΄, και μία γέφυρα από την εποχή των Σελτζούκων, χτισμένη στον ποταμό Γεσίλ Ιρμάκ, του 12ου αιώνα.  Η Τοκάτη είναι η αρχαία Ευδοκιάδα. Στα βάθη της ενδοχώρας του Δυτικού Πόντου, πάνω στον ιστορικό δρόμο Δύσης και Ανατολής, τον ονομαστό Δρόμο του Μεταξιού, υπάρχει μια πόλη-σταθμός. Πρόκειται για ένα υψίπεδο που βρίσκεται στη συμβολή του ποταμού Ίρι (Yeşilırmak) και του παραπόταμου του Λύκου (Kelkit). Οι ηγεμόνες που την κατείχαν στο διάβα του χρόνου με τον πολιτισμό που ανέπτυξαν την κατέστησαν σπουδαίο πολιτιστικό κέντρο. Η Τοκάτη, η οποία φιλοξένησε στη γη της Χετταίους, Φρύγες, Έλληνες, Ρωμαίους, Σελτζούκους και Οθωμανούς, κατάφερε να βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο της ιστορίας. Στα χρόνια του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ηράκλειου η πόλη ονομάστηκε Ευδοκιάς, προς τιμή της κόρης του Ευδοκίας – εκ παραφθοράς έφτασε σήμερα να ονομάζεται Τοκάτη. Βέβαια, ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή (Evliya Çelebi) αναφέρει πως το Tok-at σημαίνει πόλη γεμάτη άλογα, εξαιτίας της εκτροφής αλόγων που γινόταν στην περιοχή. Σύμφωνα όμως με τον συγγραφέα και δάσκαλο του Φροντιστηρίου της Τραπεζούντας Σάββα Ιωαννίδη, οι Σελτζούκοι πρόφεραν παραφθαρμένα το όνομά της (Κρατοκία) και κατόπιν το μετάλλαξαν σε Τοκάτη. Η περιοχή κατοικήθηκε από την εποχή των Χετταίων οι οποίοι ίδρυσαν μία πόλη με τ’ όνομα Γαζιούρα, με βάση τ’ αρχαιολογικά ευρήματα σφηνοειδών επιγραφών, ενώ σύμφωνα με τον Στράβωνα η Γαζιούρα ήταν ένα αρχαίο βασίλειο. Τα πρώτα επιγραφικά στοιχεία σχετικά με τη χρήση της ελληνικής γλώσσας χρονολογούνται στον 2ο αι. π.Χ. Ο οικισμός εκτείνεται ανάμεσα στον ποταμό Ίρι και στους πρόποδες ενός κωνικού λόφου. Όταν ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ ήταν βασιλιάς του Πόντου (120-63 π.Χ.) η Γαζιούρα ήταν ένα από τα θησαυροφυλάκια του. Μαθητές και δάσκαλοι Τοκάτη 1905 Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του κόπηκαν χάλκινα νομίσματα με τ’ όνομα της πόλης, όπως παρόμοια νομίσματα εκδόθηκαν και από άλλες πόλεις του Πόντου και της Παφλαγονίας την ίδια περίοδο. Κατά τη διάρκεια των Μιθριδατικών Πολέμων (67 π.Χ.) ο Τριάριος, βοηθός του Ρωμαίου στρατηγού Λούκουλλου, ηττήθηκε από τον Μιθριδάτη κοντά στη Γαζιούρα. Στα χρόνια του Στράβωνα η πόλη είχε ερημώσει, ενώ στα χρόνια του αυτοκράτορα Ηράκλειου ιδρύθηκε η σημερινή από τους κατοίκους των γειτονικών Κομάνων, με τα όνομα Ευδοκιάς. Η πόλη ευημερούσε τη βυζαντινή περίοδο χάρη στην εύφορη πεδιάδα του Δαζιμωνίτη. Επίσης, αναδείχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα στρατιωτικά κέντρα της περιοχής, καθώς και πόλος έλξης για τους ελληνικούς και αρμενικούς πληθυσμούς. Κι αυτό διότι επειδή ήταν εμπορικό κέντρο αναπτύχθηκαν εργαστήρια τήξης του χαλκού που εξορυσσόταν κυρίως από το μεταλλείο Κεμπάν Ματέν, γεγονός που προσέλκυε εργατικό δυναμικό και απέφερε πολλά έσοδα στην τοπική κοινωνία. Από την Τοκάτη ο χαλκός μεταφερόταν στο λιμάνι της Αλεξανδρέττας και από εκεί στο εξωτερικό για επεξεργασία. Μετά τη Μάχη του Ματζικέρτ (1071) η πόλη τέθηκε υπό τον έλεγχο των Σελτζούκων, ενώ οι Οθωμανοί την κατέλαβαν το 1392. Αμέσως μετά άρχισε και η εγκατάσταση των μουσουλμανικών πληθυσμών. Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1453, όταν έπαψε σταδιακά να λειτουργεί ο Δρόμος του Μεταξιού, η Τοκάτη άρχισε –με αποκορύφωμα την περίοδο από τα τέλη του 19ου αιώνα έως και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού– να παράγει τα μοναδικά σταμπωτά υφάσματα σε ποικιλία χρωμάτων, βαφή για το βαμβακερό νήμα, καθώς και καπνό, κηπευτικά, λαχανικά και σταφύλια για την παραγωγή ρακής. Πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε 40.000 κατοίκους, από τους οποίους οι 23.200 ήταν τούρκοι, οι 15.000 Αρμένιοι, μόλις 1.000 ήταν Έλληνες και 800 οι εβραίοι. Το 1927, μετά τις σφαγές των Αρμενίων και τη φυγή των Ελλήνων, οι κάτοικοί της περιορίστηκαν σε 20.000. Κώμες, Πόλεις & Περιοχές στον Πόντο. Γεωγραφική, Ιστορική και Κοινωνιολογική περιήγηση στον Πόντο

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print