Το χωριόν Βεζίνκιοϊ του Κάρς (σημερινό Olculu) του Στυλιανού Ν. Σαμουηλίδη (Μέρος Πέμπτο) - Ξενιτεμένοι - Κατοικίες - Αγοραπωλησίες - Φαγητά
Ξενιτεμένοι
Ξενιτεμένους δεν είχαμε, γιατί το χωριό μας ήταν πλούσιο, το πιο πλούσιο του νομού Καρς στη γεωργία και κτηνοτροφία.
Οι ξενιτεμένοι από τον Πόντο εύρισκαν άσυλο στο χωριό μας κατά τον χειμώνα, τότε που σταματούσαν οι εργασίες. Σχέσεις κοινοτικές είχαμε με τα χωριά Αζάτ, Μάγαρατσουκ, Σουματάν, Χαλήφογλου και Χατζήβελη. Πανηγύρια όπου κυρίως πηγαίναμε ήταν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο χωριό Λάλογλου, της Αναλήψεως στο χωριό Αζάτ, του Αγίου Παντελεήμονος, της Μεταμορφώσεως και του Αγίου Γεωργίου στο Καρς και της Βαρζέας Παναγίας στα Άκταλα.
Κατοικίες
Τα σπίτια του χωριού μας ήταν όλα μονώροφα και κτισμένα με πέτρες. Τις σκεπές που ήταν από χώμα, τις λέγαμε δρανία ή δώμαν. Εξαίρεση αποτελούσαν οι εκκλησίες και το σχολείο που είχαν σκεπές από λαμαρίνες βαμμένες με λαδομπογιά. Το χειμώνα τα δρανία τα καθαρίζαμε από τα χιόνια. Τα σπίτια δύο τριών οικογενειών ήταν ενωμένα και έπιαναν ολόκληρο τετράγωνο. Ακόμη σχημάτιζαν ένα μεγάλο αλώνι, όπου τον χειμώνα όταν ήτανε λιακάδα οι γυναίκες και τα κορίτσια έβγαιναν να πλέξουν και να ράψουν, οι άντρες να παίξουν χαρτιά, τάβλι και άλλα παιγνίδια. Αυτό γινότανε μέχρι το Πάσχα, οπότε έλιωναν τα χιόνια και οι συγκεντρώσεις γίνονταν στα αλώνια. Τον Μάϊο και Ιούνιο από τις πολλές βροχές και την μεγάλη ζέστη, οι σκεπές γέμιζαν από πρασινάδα, φορκάλα̤̤, ένα είδος σκουπόχορτο που φυτρώνει κι εδώ στα χαλάσματα. Απο αυτά κάναμε τις σκούπες, τα φορκάλα̤̤. Την άνοιξη απλώναμε πάνω στο δώμα τα πλυμένα σιτάρια και πλιγούρια, μακριά από τις κότες, για να στεγνώσουν.
Αγοραπωλησίες – Προμήθειες
Το αστικό κέντρο ήταν η πόλη του Καρς. Στο Καρς πηγαίναμε τα γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα και από εκεί προμηθευόμασταν τα βιομηχανικά προϊόντα και τα άλλα χρειώδη. Το παζάρι γινότανε κάθε Κυριακή. Το εμπόριο γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων ήταν στα χέρια των Αρμενίων. Αυτοί μεταχειρίζονταν κάθε πονηρό μέσο για να εξαπατήσουν τον πωλητή. Για την αγορά των σιτηρών είχαν το «αλ κοτ» και για το πούλημα το «βερ κοτ». Το «αλ κοτ» ήταν ένα σιδερένιο μετρικό δοχείο που έπαιρνε 13 οκάδες σιτάρι και παραπάνω, ενώ το «βερ κοτ'» έπαιρνε κάτι λιγότερο από 13 οκάδες. Οι ζωέμποροι, Αρμένιοι κι αυτοί μεταχειρίζονταν άλλο πονηρό μέσο κατά την αγοραπωλησία ζώων με τους τούρκους και Κούρδους. Πλησίαζαν το ζώο και κοίταζαν να βρουν κανένα κουσούρι (ελάττωμα) ανύπαρκτο και μετά άρχιζαν τις κατηγόριες. Βρε αχμάχ γιατί έφερες αυτό, αφού δεν έχει κέρατο (ή μάτι, ουρά κ.λ.π). Έφευγε o ένας, ερχότανε o άλλος κι άρχιζε τις κατηγόριες. Αν είχε τα αυτιά του ή την ουρά του ή τα κέρατά του ή δεν ήταν κουτσό, θα είχε τόσο, τώρα όμως. έτσι όπως είναι, δεν αξίζει ούτε το μισό. Καλύτερα να το πας πίσω στο σπίτι σου, εσάκ ερίφ (γαϊδουράνθρωπε). Έτσι, με αυτές τις βρισιές και μ' αυτές τις κατηγόριες. αγόραζαν σε εξευτελιστικές τιμές τα ζώα από τους φτωχούς τούρκους και Κούρδους. για να τα μεταπωλήσουν στους κρεοπώλες. Στο Κακισμάν (Καγισμάν) πηγαίναμε να προμηθευτούμε αλάτι (είχε αλατωρυχεία) που ήταν πολύ απαραίτητο για τα ζώα. Για καυσόξυλα και ξυλεία πηγαίναμε στο δάσος του Σαρικαμίς. Τομ χειμώνα και προπάντων στις 25 Μαρτίου και των Βαΐων, πηγαίναμε με έλκηθρα στο ελληνικό χωριό Αρτός για ψάρια, που ήτανε άφθονα στο ποτάμι Καράτσαϊ. Επειδή το ποτάμι ήταν παγωμένο, ανοίγαμε μεγάλες τρύπες. Μετά ρίχναμε τα δίχτυα και πιάναμε σαζάνια (γριβάδια). Κάθε οικογένεια έπρεπε να προμηθευτεί όλα τα απαραίτητα για τον μεγάλο και βαρύ χειμώνα. Η προμήθεια γινότανε το φθινόπωρο, αφού τελείωναν οι εργασίες. Τότε έρχονταν στο χωριό μας πολλά κάρα φορτωμένα με τρόφιμα από διάφορα χωριά τούρκικα και κούρδικα και κάναμε ανταλλαγή τροφίμων. Δίναμε σιτάρι, κριθάρι και παίρναμε κραμβολάχανα. πατάτες. κρεμμύδια. σκόρδα, φασόλια για όλο τον χειμώνα. Οι ελιές και τα χαμψία μας έρχονταν από το Βατούμ σε μεγάλα βαρέλια με σαλαμούρα. Ακόμη, σφάζαμε κάμποσα ζυγούρια και μια αγελάδα καλοθρεμμένη. Απο αυτά, δηλ. από το ψαχνό τους, κάναμε καβουρμά και το υπόλοιπο το παστώναμε μέσα στα καλάθια.
Το Βεζίνκιοϊ ήταν έδρα Κοινότητας με 10-12 συνοικισμούς. Κοινοτάρχης μέχρι τη ρωσική επανάσταση ήταν o Ιωάννης Ελευθ. Νικοπολιτίδης (σταρσινάς - κουλαβάς) με το παρατσούκλι Τσ̌ανσατάνος.
Φαγητά
Τα καθημερινά φαγητά των κατοίκων του χωριού μας και γενικά όλων των Ελλήνων του νομού Καρς ήταν πλούσια σε βούτυρο, τυρί και κρέας. Τα συνηθισμένα φαγητά, τα οποία ήταν και της πρώτης πατρίδας μας, του Πόντου, ήσαν το πιλάφι από πλιγούρι με φρέσκο βούτυρο, τον χειμώνα με καβουρμά, το χασίλ' από πλιγούρι ή κορκότα (ξεφλουδισμένο σιτάρι ή κριθάρι), το τρώγαμε με βούτυρο ή με γάλα, το τανωμένον σ̌ιρβάν (σ̌ουρβά) με κριθαρόρυζο και πασ̌κιτάν', το γαλοσ̌ίρβ' με γάλα και σιταρόρυζο. όπως το σημερινό ρυζόγαλο. το χαβίτσ', από καβουρντισμένο αλεύρι φαρίνα με βούτυρο, που έβραζε μέσα σε νερό μέχρι να πυκνώσει. Τα πουσ̌ίντα̤ (και πουσ̌ούντα̤, ποσ̌ίντα̤), από αλεύρι καβουρντισμένου κριθαριού, το βραστάρ’, το ζωγρόν η μακαρίνα, το ιβριστόν (ή ιριστά̤), τσουμούρ', το φούστουρον, το σιρόν', τα πισ̌ία, τα τατμιάρα̤, τα γαπαρτζούγια (λουκουμάδες), τσιριχτά και άλλα.
Τρώγαμε ακόμη γιαχνί λάχανο, γιαχνί πατάτες. σισλίκια (σουβλάκια) από ψαχνό βοδινό ή μοσχάρι και το πολύ αγαπητό ρωσικό μπορτς που εμαγειρεύετο με βοδινό κρέας, λάχανο, καρότα, σέλινο, κοκκινογούλια ψιλοκομμένα, δαφνόφυλλο και λεμόντουζου. Τον χειμώνα στα περισσότερα σπίτια του συνοικισμού μας, κάθε πρωί, με το τσάι τρώγαμε βούτυρο. τυρί και κηλίδ'. Το τυρί ήταν δύο ειδών, τυρί φέτα και τυρί τσ̌άμα̤ (πλεξούδα). Τα τυριά αυτά τα διατηρούσαμε με σαλαμούρα σε μεγάλα βαρέλια ή σε τουλούμια πατημένα. Τα τουλουμίσια τυριά πολλές φορές μούχλιαζαν και παίρνανε χρώμα ασπρόμαυρο και γίνονταν πιο νόστιμα χωρίς να βλάπτουν.
Το κηλίδ' (μανούρι) γινότανε από πρόβιο γιαούρτι (ξύγαλαν), αφού πρώτα το στραγγίζανε καλά μέσα σε μεγάλα πάνινα σακούλια. Γεμίζανε πάνινες σακούλες που ζύγιζαν 1,5 έως 2 οκάδες. Μετά τις πιέζανε με πλακωτές πέτρες να πάρουν σχήμα τετράγωνο. Έπειτα το τοποθετούσαν σε ψηλό και προσήλιο μέρος ώσπου να πετρώσουν. Πολλές φορές η σακούλα αυτή έπαιρνε αέρα από τις ραφές και τότε το κηλίδ’ αποκτούσε ένα ασπροπράσινο χρώμα και έτσι γινότανε πιο νόστιμο και ήταν πιο ακριβό από το βούτυρο. Το κηλίδ' το πρόσφεραν με τσάι στους επίσημους μουσαφίρηδες ξένους, στους συγγενείς και φίλους. Το βούτυρο ήταν δύο ειδών, τη τσική το βούτουρον,και τη ξυγαλί' το βούτουρον. Τη τσική το βούτουρον κατά το Μάιο και Ιούνιο, τότε που το γάλα είναι άφθονο, 5 - 6 οικογένειες κάνανε μια ομάδα, δανείζανε δηλ. το γάλα σε μια οικογένεια για δέκα ημέρες κι έτσι μ' αυτόν τον τρόπο κάθε οικογένεια από την ομάδα αυτή είχε στη διάθεσή της, με τη σειρά, όλο το γάλα της ομάδας για δέκα ημέρες. Το γάλα το συγκέντρωναν κάθε πρωί και βράδι, μετά το άρμεγμα των αγε λάδων. Το γάλα αυτό η δανειζόμενη νοικοκυρά το έχυνε μέσα σε σκάφες, που ήταν ανοιχτές από το πάνω μέρος και στενές από το κάτω. Οι σκάφες αυτές ήταν αραδιασμένες μέσα σ' ένα μεγάλο κτίριο που είχε ύψος πάνω από 7 μέτρα, για να είναι δροσερό. Κάθε πρωί και βράδι η νοικοκυρά μάζευε με ένα πιάτο το θόγαλαν (κρέ μα), που σχηματιζόταν στην επιφάνεια του γάλακτος. Το θόγαλαν συγκέντρωναν σε μεγάλο βαρέλι. Το γάλα το έβραζε και το έκανε τυρί και μετά το κρεμούσε σε έναν πάσσαλο στηριγμένο ψιλά και οριζόντια, για να πάρει το σχήμα πλεξούδας. Από κάτω έβαζαν μια σκάφη, για να στάζει μέσα το τυρόγαλα από το τυρί. Στο μεγάλο καζάνι που έμενε το τσουτσούκ’ (τυρόγαλο), αφού αφαιρούσαν το τυρί, έχυναν το υπόλοιπο τσουτσούκ’ που στράγιζε από το κρεμασμένο τυρί. Το καζάνι αυτό με το τυρόγαλο το ξανάβαζαν στην φωτιά, για να εξατμιστεί και πυκνώσει. Μετά το κατέβαζαν από το τζάκι, για να κρυώσει και στη συνέχεια το στράγγιζαν μέσα σε πάνινες σακούλες. Αυτή ήταν η μυζήθρα (πασκιτάν'). Το δεκαήμερο θόγαλαν που μάζευε (και μάζευε αρκετό), έπρεπε να το λαΐσει, δηλ. να το κουνήσει (λαΐζω, λαγίζω=κουνώ, δουρβανίζω) και να βγάλει το βούτυρο. Το έργο αυτό δεν είναι δύο τριών ατόμων, αλλά πολλών. Γι’ αυτό η νοικοκυρά καλούσε πολλά κορίτσια της γειτονιάς, για να βοηθήσουν στο λάϊσμαν. που κρατούσε ολόκληρη νύχτα.
Το λάϊσμαν
Ένα στενόμακρο βαρέλι (μάκρος 1,5 μέτρο περίπου) με ανοιχτή οπή στη μέση. Το έδεναν από τις δύο άκρες σε ένα δοκάρι της σκεπής. Το δοχείο αυτό λέγεται ξυλάγγ'(ειν), δηλαδή ξύλινο αγγείο. Το ξυλάγγ' αυτό το γέμιζαν θόγαλαν και άρχιζαν το λάϊσμαν (=κούνημα) τρία κορίτσια από τη μια μεριά και τρία από την άλλη. Το λάϊσμαν κρατάει 1,5 ώρα ώσπου δηλαδή το θόγαλαν να γίνει βούτυρο. Μετά αδειάζουν το ξυλάγγ’ μέσα σ' ένα μεγάλο καζάνι για να το ξαναγεμίσουν με θόγαλαν και να ξαναρχίσουν το κτύπημα (λάϊσμαν) οι κοπέλες ελάϊζαν το ξυλάγγ' με τραγούδια. που αντηχούσαν σε όλη τη γειτονιά. Την νύχτα πολλές φορές. έρχονταν και παλικάρια και βοηθούσαν τις κοπέλες. Τα μεσάνυχτα η νοικοκυρά έστρωνε πλούσιο τραπέζι για τις κοπέλες και μετά άρχιζε πάλι το λάϊσμαν μέχρι τα ξημερώματα. Το βούτυρο αυτό. που λέγεται τσική βούτορον, περνούσε από τρία νερά κρύα, για να γίνει πιο καθαρό, γιατί το προόριζαν για το εμπόριο. Ένα μέρος από το βούτυρο αυτό, που το κρατούσαν για το μαγείρεμα της χρονιάς. το έλιωναν και το διατηρούσαν μέσα σε μεγάλα κιούπια (πουλούλα̤), επαλειμμένα απ' έξω με πίσσα. Μετά την αφαίρεση του βουτύρου μέσα από το μεγάλο καζάνι. έμενε το ταν' (αϊράνι), το οποίο μετέτρεπαν σε πασκιτάν' (μυζήθρα). όπως κάνανε πιο μπροστά με το τυρόγαλο. Αν η νοικοκυρά είχε μαζεμένο γιαούρτι, το λάϊζαν (=χτυπούσαν) αυτό, για να ξεχωρίσουν το βούτυρο από το ταν' (αϊράνι), για να κάνουν κι αυτό πασκιτάν' (=μυζήθρα). Και το βούτυρο αυτό που το λέγανε ξυγαλί' βούτορον, περνούσε από τρία νερά, για να γίνει πιο καθαρό. Μετά, το βούτυρο αυτό το κάνανε χιγιάρι και το τοποθετούσανε μέσα σε μεγάλα πουλούλα̤ (πιθάρια) κι εκεί το διατηρούσαν φρέσκο με σαλαμούρα. Το πασ̌κιτάν' το λέγαμε και υλιστόν (από το υλίζω) και σισμιάν (τούρκικα). Την μυζήθρα τη λέγαμε και τσ̌οκαλίκ. Από το πασ̌κιτάν' κάναμε τα τσ̌ορτάνα̤ για το σειρόν, που ήταν το πιο αγαπητό φαγητό των Ποντίων. Απαραιτήτως θα το είχε κάθε σπίτι κατά την εβδομάδα της Τυρινής, για να θυμούνται την πρώτη τους πατρίδα, την Κιμισχανά (Αργυρούπολη) και ολόκληρη την περιφέρειά της.
Πληροφορητές: 1) Σάββας Αλμετίδης, 2) Νικόλαος Τσιλιγκαρίδης, 3) Δημήτριος Αποστολίδης (1960).
Ποντιακοί Οικισμοί: Το χωριό Βεζίνκιοϊ (Βεζίρκιοϊ) του Κάρς (το σημερινό olculu) του Στυλιανού Ν. Σαμουηλίδη. Επιμέλεια κειμένων Δημήτριος Σ. Νικοπολιτίδης
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com