Το Σταυρί (Σταυρίν) της Χαλδίας του Πόντου, ένα μνημειώδες έργο του κ. Δημητρίου Κ. Παπαδόπουλου (Σταυριώτου). Μορφολογία εδάφους, Όρη, Οροπέδια, Παρχάρια
ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ. Το Σταυρί είναι ορεινή περιοχή, που βρίσκεται σε υψόμετρο πάνω από 1500 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας.
Άλλοτε η επιφάνειά του αποτελούνταν από εκτεταμένα οροπέδια, των οποίων οι πλαγιές καλύπτονταν από πυκνότατα δάση. Μετά την αποψίλωση όμως της περιοχής για τις ανάγκες της μεταλλουργίας, ανοίχτηκαν από τα νερά χαράδρες, ενώ οι πλημμύρες ολοκλήρωσαν το έργο της καταστροφής. Το έδαφος σε άλλα σημεία είναι αργιλώδες-ασβεστούχο, καλυμμένο από ένα βελονοειδές φυτό (ζυγούδ’) και σχηματίζει τα υψηλότερα οροπέδια και τις ψηλότερες κορυφές των βουνών (Κουλάτ-Αεσέρ). Σε άλλα σημεία είναι βραχώδες, σχηματίζοντας άλλοτε απότομες και δυσπρόσιτες κορυφές βουνών με κλιμακωτές κατηφόρες (Πλακίν, Ακρίτα Ρωθώνια, Πασσάλια, Κάστρεν τη Γουδουλάς, Καρά-μπογιά, Σέλ κ.ά.) και άλλοτε μεμονωμένα βραχώδη υψώματα και περίφημους οβελίσκους (Σπέλεν, Κιατήκ, Σταλία, Αγ. Μαρίνα). Σε ορισμένα σημεία βλέπει κανείς να υψώνονται ογκώδη, βραχώδη συγκροτήματα από ασβεστόλιθο (Κιρετσλί, Σπέλεν, Αεσωτήρα) ή πωρόλιθο (Αυλακοκέφαλον, Άσπρα Γονέας) και σε άλλα σημεία πετρώματα πυριτόλιθου (Βαΐον, Ζυγούρ’). Γενικά, η μεταβολή που υπέστη η διαμόρφωση της επιφάνειας του Σταυρίου ήταν τέτοια, ώστε η σημερινή μορφολογία του εδάφους να έχει τεράστια διαφορά από εκείνη πριν από την πλημμύρα του 1886. Με τις πλημμύρες παρασύρθηκαν οι καλύτερες και πιο εύφορες γαίες και γι' αυτόν τον λόγο παραμελήθηκε η καλλιέργεια, ενώ η παραγωγή μειώθηκε πολύ.
Για τον λόγο αυτό οι κάτοικοι μετανάστευαν κυρίως στη Ρωσία προς αναζήτηση πόρων ζωής. Σταυρίν Χαλδίας Πόντου (Uğurtaşı). Ήθη, έθιμα, χοροί, δοξασίες των Ελλήνων Σταυριωτών της επαρχίας Αργυρούπολης του Νομού Τραπεζούντας του Πόντου
ΟΡΗ – ΛΟΦΟΙ. Προς τα Βόρεια της περιοχής εκτείνεται η οροσειρά Κουλάτ - Αεσέρ (*), Ατζηγγάντζα (βλέπε μελέτη του ιδίου Π. Φ. τεύχος 21ο, σελ. 361—368). Από αυτήν ξεκινούν διάφορες χαμηλότερες κομογραμμές (αγκώνες), που εκτείνονται προς διάφορες κατευθύνσεις. Νοτιοανατολικά του Κουλάτ-ντάγ βρίσκεται το ιστορικό Μουράτ-ντάγ, και ως συνέχεια αυτού το Καβελάκ, τα Καπάνια, τα Ζωναρέας, η Λυκοτζούνα, το Ραχίν, η Τσέκα και τα χλοερά Τσιμάνια που υπέστησαν καθίζηση δύο φορές (1890 και 1902).
(*) Στη μελέτη μας «Από τα ιστορικά βουνά του Πόντου», που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 21 των «Ποντιακών Φύλλων», παραλείφθηκαν δύο εκδοχές σχετικά με την ετυμολογία της λέξης «Αεσέρ ή Αγεσέρ-ντάγ»: ««Πρώτον, η εκδοχή Αεσέρτς, από το Άγιος Σέργιος. Τη γνώμη αυτή διατύπωσε το 1908 ο τότε διευθυντής του Κεντρικού Σχολείου Σταυρίου, αείμνηστος Αθανάσιος Ελευθεριάδης, λέγοντας ότι όπως το Αέρτς προήλθε από το Άγιος Γεώργιος, έτσι και το Αεσέρτς προέκυψε από το Άγιος Σέργιος, γνώμη που εξέφρασαν και άλλοι. Παραλείφθηκε όμως αυτή η εκδοχή, διότι σε όλη την ευρύτερη περιοχή γύρω από το Αεσέρ (Μούζαινα, Σταυρί, Κρώμνη και Ματζούκα) όχι μόνο δεν συναντάται ναός ή παρεκκλήσιο στη μνήμη του Αγίου Σεργίου, αλλά ούτε και ως όνομα ανθρώπων υπάρχει, έστω και με τον ιδιαίτερο τύπο της ποντιακής διαλέκτου «ο Σέργενον». Επίσης, όλα τα γραπτά στοιχεία που διασώθηκαν μέχρι τις μέρες μας από ελληνικές και τουρκικές πηγές, καθώς και η παράδοση, ενώ πουθενά δεν αναφέρουν τον Άγιο Σέργιο, τουναντίον βεβαιώνουν ότι το παρεκκλήσι πάνω στο Αεσέρ ήταν ανέκαθεν αφιερωμένο στη μνήμη της Θεοτόκου (τ' Αεσερί η Παναΐα και τουρκικά Μεριάμ ή Μεϊριάμ Ανά). Δεύτερον, η εκδοχή Αεσέρ (με προφορά τουρκική Αγεσέρ), από το Άχ-εσέρ που σημαίνει λευκό ίχνος-σημάδι, επειδή η κορυφή του βουνού ήταν λευκή από το χιόνι. Και αυτή η εκδοχή παραλείφθηκε, διότι το χιόνι δεν διατηρούνταν πάντοτε και επομένως δεν είναι επαρκώς δικαιολογημένη»».
Προς τα Δυτικά βρίσκεται το απρόσιτο όρος Πλακίν με βραχώδη πολύγωνη κορυφή ύψους 300 μέτρων. Άλλοτε η βραχώδης αυτή κορυφή είχε διπλάσιο ύψος από το σημερινό. Όμως, από σεισμό που συνέβη κατά τον 15ο αιώνα, ράγισε και κατέπεσε εκείνος ο μέγας κολοσσός, σκορπίζοντας στη δενδρόφυτη κοιλάδα του Αγίου Βασιλείου πελώρια θραύσματα βράχων. Αυτά, κατεβαίνοντας με ορμή, έφτασαν μπροστά από τον Ναό του Τιμίου Σταυρού (απόσταση πάνω από 3000 μέτρα) και σχημάτισαν μεγάλες υπόγειες στοές και τρύπες (οπές). Μία τέτοια στοά, όπως διηγούνται οι πρόγονοί μας, εκτεινόταν από το Πλακίν μέχρι τις όχθες του ποταμού «Σταύρεως» (μεταγενέστερη ονομασία του ποταμού Σταυρί) και χρησίμευε ως καταφύγιο των κατοίκων κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας. Το Πλακίν είναι τόπος κατοικίας αετών και των πολυπληθών στην περιοχή αγριοκάτσικων (αιγάγρων).
Βόρεια του Πλακίν βρίσκονται τα βραχώδη Ροχότια και η χαράδρα Βασάκ, που καλύπτεται την άνοιξη από χρυσοποίκιλτους αμάραντους και ία (μενεξέδες). Δυτικά υψώνεται το Ταφίν τ’ Αννίτσας, που πήρε το όνομα από κάποια κοπέλα που λεγόταν Αννίτσα και πέθανε στο παρακείμενο Παρχάρι. Παραπέρα είναι το Γαλενιστέρ, το Μαύρον το Μυτίν (που καλύπτεται εν μέρει από θάμνους), ο βραχώδης Κάστρεν (πάνω στον οποίο σώζονται τα ερείπια φρουρίου) και η Γουδουλά, που αποτελούν τα όρια μεταξύ Σταυρίου και Μούζαινας.
Προς τα Νοτιοδυτικά βρίσκεται το πυριτογρανιτώδες όρος τα Ρωθώνια του Ακρίτα, όρος ιστορικό λόγω της εκεί διαμονής του Ακρίτα. Στα σπλάχνα αυτού του πορώδους βράχου υπάρχει μεγάλο βάραθρο, παρόμοιο με κρατήρα σβησμένου ηφαιστείου, και μια μικρή λίμνη με πνιγηρές αναθυμιάσεις.
Λόφοι (ρακάνια) αξιοσημείωτοι είναι: του Βρατζῆ (ίσως Φραντζή), της Σπογγίχτες, του Γοργορᾶ, του Σταύρωμαν (από την κορυφή του οποίου φαίνονται όλες οι ενορίες του Σταυρίου), του Κουρουζίτα, του Στραμπέλ, του Βοῦς-ρακὰν και του Ζερενοῦ.
ΟΡΟΠΕΔΙΑ – ΥΨΙΠΕΔΑ. Οι πεδινές εκτάσεις πάνω στα βουνά και ανάμεσά τους παρήγαγαν το καλοκαίρι άφθονο χόρτο και χρησίμευαν γι' αυτό ως βοσκότοποι για μεγάλα και μικρά ζώα. Τέτοιες εκτάσεις ήταν: του Εκσ̌εκόκ (που καλύπτονταν από χλόη και ένα φυτό με αγκαθωτά φύλλα που λεγόταν «αχάντια»), του Λύκου (τη Λύκ’ τ’ ομάλ’), οι γεμάτες ακρίδες το καλοκαίρι εκτάσεις του Καχλέτζου, του Κώστα τ’ ομάλ (του Γαβρά), της Κόβερνας και της Βατζίνας.
Νοτιοδυτικά του Αεσέρ εκτείνονται οι καταπράσινες κοιλάδες των Παρμάτων, του Ξυλοσύρθεν και των Τζιφινίων, στην οποία αφθονεί η αζαλέα (τζιφίνι), είδος ορεινής ροδοδάφνης, από τα άνθη της οποίας προέρχεται το «μαινόμενο» (παλαλόν ή ζαντόν) μέλι. Οι μελισσοκόμοι του Σταυρίου, για να αποφύγουν το μέλι αυτού του φυτού, κατέστρεφαν επίτηδες τους ανθισμένους βλαστούς της αζαλέας.
Δυτικά του Ξυλοσύρθεν εκτείνεται το οροπέδιο «Προατοράσ̌», κατάλληλο για την εγκατάσταση Παρχαριών (θερινών βοσκοτόπων). Άλλες κοιλάδες είναι «τ’ Ομάλια» πάνω από την ενορία Μονοβάντων, το Μέγαν το Λαγκάδ’ και τα πανέμορφα «Λειβάδια», που βρίσκονται κοντά στο ποτάμι Σταυρίν και χρησίμευαν ως τόπος καλλιέργειας πατάτας (γεωμήλων). Παρόμοια με αυτήν ήταν και η κοιλάδα του Γύρισμαν.
ΘΕΡΙΝΟΙ ΒΟΣΚΟΤΟΠΟΙ – ΠΑΡΧΑΡΙΑ. Πάρα πολλά υψίπεδα ή και πλαγιές ψηλών βουνών, που διαρρέονταν από άφθονα νερά, παρήγαγαν άφθονο χορτάρι. Στα μέρη αυτά εγκαθίστανταν κατά τους θερινούς μήνες τα κοπάδια του Σταυρίου. Τα μέρη αυτά λέγονταν «Παρχάρια» και οι γυναίκες που φρόντιζαν τα κοπάδια «ρομάννες» ή «αρνομάννες». Η αρχηγός τους ονομαζόταν «Παρχαρομάννα» και τα μικρά παιδιά «Παρχαρόπουλλα». Τα κυριότερα Παρχάρια του Σταυρίου ήταν: Το Τρανόν ή Παλαιόν, το Κρεπεγάδ’ (το ομορφότερο από όλα), τη Ζού το Γιατάκ, τ’ Άνθεν, το Μεσοπάρχαρον, το Προατοράσ̌, η Σπογγίχτε, τη Πλακί κ.ά. Την ευχάριστη ζωή των Παρχαριών καθώς και τις ομορφιές τους υμνούν τα τραγούδια που στιχούργησε η λαϊκή μούσα, τα κυριότερα από τα οποία δημοσιεύτηκαν ήδη στα «Ποντιακά Φύλλα».
Συνεχίζεται .......
Το Σταυρί (Σταυρίν) της Χαλδίας του Πόντου, ένα μνημειώδες έργο του κ. Δημητρίου Κ. Παπαδόπουλου (Σταυριώτου). Μορφολογία εδάφους, Όρη, Οροπέδια, Παρχάρια
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com