Όφις, η αρχαία Όφια της Τραπεζούντας του Πόντου.
Ανατολικά της Τραπεζούντας σε απόσταση 16 ωρών βρίσκεται η επαρχία του Όφεως με πρωτεύουσα το Σολακλή. Λίγοι επισκέφθηκαν και γνώρισαν τη δράση των ομογενών μας σ' εκείνο το μέρος ένεκα του φόβου των ληστοσυμμοριών που δρούσαν στον τόπο εκείνο. Μόνο ο Μητροπολίτης Τραπεζούντος επισκεπτόταν ενίοτε το εκεί ποίμνιο του.
Στην επαρχία αυτή αν και υπήρχε τουρκική διοίκηση, μόλα ταύτα εθεωρείτο φέουδο των αγάδων "Τζακίρ ογλαρή" και "Τέλ ογλαρή" . Kάθε οικογένεια (σόϊ) απ' αυτούς για κάθε κίνημα μπορούσε να παρατάξει 250-300 οπλοφόρους άνδρες κι έτσι την πραγματική εξουσία την ασκούσαν οι αγάδες του τόπου, οι οποίοι συχνά έρχονταν σε συγκρούσεις μεταξύ τους. Η επαρχία του Όφεως βρίσκεται πάνω σε ανώμαλο έδαφος γεμάτο λόφους, χαράδρες και ποτάμια, με κυριότερα : τον ποταμό Όφεως, τον Παλτατζή και τον Καλοπόταμο ο οποίος χωρίζει τα σύνορα του Ριζαίου. Μεταξύ του ποταμού Καλοπόταμου και Μπαλτατζή-τερέ, σκόρπια μεταξύ των χαράδρων βρίσκονται τα Ελληνικά χωριά Κρηνίτα, Γίγα, Ζουρέλ, Κουρίτζ, Χάλτ, Κοφκία και Ζησινό. Όλα τα χωριά διατηρούσαν σχολεία, μεγαλοπρεπείς ναούς και ιδιαίτερα τα χωριά Κρηνίτα και Γίγα είχαν επτατάξια σχολεία με δύο δασκάλους υπό την εποπτεία των Συλλόγων Μέλισσα και Πρόοδος. Οι κάτοικοι των χωρίων είχαν άφταστη προθυμία για τη μόρφωση και την παιδεία. Οι κάτοικοι των χωριών ήταν στο πλευρό του Αγά που τους ευνοούσε (συνήθως ο κάθε αγάς είχε υπό την επιρροήν του δύο ή και τρία χωριά, στα οποία εδείκνυε μεγάλο ενδιαφέρον, υποστηρίζων τα δίκαια αλλά και την τιμή και την περιουσία τους, παράλληλα μάλιστα τους εκμεταλλευόταν σε οποιαδήποτε εργασία του). Αυτή η εκμετάλλευση στεκόταν αφορμή για πολλούς να ξενιτεύονται στη Ρωσία αλλά και σε διάφορες πόλεις της Ρουμανίας (Βραϊλα και Ιάσιον) όπου είχαν δημιουργήσει μεγάλες περιουσίες. Όφις, η Αρχαία Όφια ή Οφιούντα του Πόντου. Κατά μήκος του ποταμού Όφεως ο οποίος πηγάζει από το Παϊπούρτ, βρίσκονται όλα τα εξισλαμισθέντα χωριά με της παλιές τους ονομασίες : Αγιάννης, Απόστολοι, Υψήλ (απ' όπου λένε ότι κατάγονται οι Υψηλάντες). Η ομιλούμενη γλώσσα είναι η αρχαία Ελληνική στην οποία έχουν παρεισφρήσει και τούρκικες λέξεις. Διατηρούν με στοργή πολλά αρχαία κειμήλια των προγόνων τους, ιερά άμφια κι διάφορα βιβλία. Μια αφήγηση ενός χότζα σχετικά με το βίαιο τρόπο που εξισλαμίστηκαν και πως ύστερα από πολλά δέχτηκαν το "Χάκ τινί" αναφέρει: Εμείς έχουμε ουρούμικον αίμα.Συνάμα ανέφερε κι' ένα τροπάρι απ' τις λαϊκές προλήψεις που είχαν επι γυναικός που έμελλε να γεννήσει δύσκολα: "Ήκλιτζ έμορφος σαρασόρος (Σάρα σ' όρος) επήγαινε. Έπλυνε, ελάλενε τη λοχούσας τα σαργόνας (σπάργανα). Μοτουρανό (με τ' ουρανό) μασταρικό (μ' αστ(α)ρικό ). Την Τρίτη φορά που το έλεγαν έριχναν και μια πιστολιά στον αέρα. Σαν βιαστικός ο χότζας για να πάει στη δουλειά του " Νύφε Νύφε φώναξε, φέρε τα λητάρια να πάω σ' όρος να φέρω ξύλα σο ένοικον..". Ο ξένος απολάμβανε όλα τα εθιμοτυπικά της ελληνικής φιλοξενίας, πλύσιμο των χεριών και των ποδιών προ του φαγητού και μετά το φαγητό, κάθε νοικοκύρης είχε ένα ιδιαίτερο δωμάτιο για τον ξένο, τον φιλοξενούμενο "μουσαφίρ οτασί" όπως το έλεγαν. Μεταξύ των πολλών παραδόσεων και θρύλων της Ελληνικότατης περιφέρειας του Όφεως αναφέρεται και το ιστορικό γεγονός περι του εξωμότη επισκόπου Αλεξάνδρου. Περί αυτού έγραψαν οι Σταύρος Κοκκινίδης (συνεργάτης της Ποντιακής Εστίας) αλλά και ο εν πολλοίς ιστορικός και λαογράφος Γεώργιος Κανδηλάπτης (Κάνις). Όφις ή Όφη Ονομασία και παρερμηνείες. Χρ. Τερζίδου.
Οφιουντικά Σημειώματα
Ο εξωμότης επίσκοπος Αλέξανδρος Ποτουράς ο Χουσαμάντης ο μετονομασθείς σε Ισκεντέρ Πασά. Γράφει ο κ. Στ. Γ. Κοκκινίδης
Μέχρι το έτος 1660 ο πληθυσμός της Οφιουντίας χώρας που περιλαμβάνεται μεταξύ του Καλοπόταμου και Υαμπόλου ποταμών, αποτελούσε συμπαγή και αμιγή Ελληνικό πλήν ελαχίστων χωρίων προς τα δυτικά της επαρχίας που γειτνίαζαν με την επαρχία Γουμεράς και Τραπεζούντος τα οποία είχαν καταληφθεί νωρίτερα από το 1660. Από το 1660 αρχικά εμφανίστηκαν οι Τερεπέγηδες οι οποίοι επι εικοσιπενταετία περίπου με συνεχείς επιθέσεις, διώξεις, ληστείες και ατιμώσεις εναντίον των χριστιανών, τους έφεραν σε απόγνωση με δύο σκέψεις να κυριαρχούν : ή να μεταναστεύσουν ή να εξωμόσουν. Κατόπιν τούτων κλήθηκε συνέλευση των προυχόντων υπο του επισκόπου Οφιούντος Αλέξανδρου ο οποίος μένεα πνέων (γεμάτος οργή) εναντίον του μητροπολίτη Τραπεζούντος, προς εκδίκηση, συνέστησε και εξώθησε τους παρευρευθέντες να αλλαξοπιστήσουν δίνοντας πρώτος το παράδειγμα. Σαυτό το ιστορικό γεγονός αναφέρεται ο Σ. Ιωαννίδης καθώς και το Τραπεζούντος Χρύσανθος εν τη Εκκλησία Τραπεζούντος (σελ., 707). Ο επίσκοπος αυτός σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν λεγόταν Αλέξανδρος Ποτουράς και καταγόταν εκ Χουσαμάντων, χωρίον κείμενον μεταξύ των χωρίων Γίγα, Κορκοτά και Μακουδενός, γι' αυτό το λόγο καλείτο και Χουσαμάντης. Μετά την εξώμοσιν του ονομάστηκε Ισκεντέρ πασάς οι δε απόγονοι του έφεραν εφεξής ως επώνυμο το τοπωνύμιο Χουσαμάντης ή Χουσάμ-ογλού, και υπήρχαν με αυτό το επώνυμο κατοικούντες την Τραπεζούντα ως λέχθηκε ανωτέρω στη σελ. 707 κατά τον συγγραφέα κ. Σ. Ιωαννίδη). Όσοι εκ των συγγενών της οικογένειας του εξωμότη επισκόπου παρέμειναν στην χριστιανική θρησκεία έφυγαν και εγκαταστάθηκαν στου Μυρικάντων (πάνω απ τον ποταμό) όπου σώζονται με το επώνυμο Ποτουρίδης. Άλλα μέλη της ίδια οικογένειας διατελούσαν σε διπλή πίστη. Αφενός φανερά εκτελούσαν τα μωαμεθανικά τους θρησκευτικά καθήκοντα ενώ αφετέρου στα κρυφά παρέμεναν χριστιανοί (κρυπτοχριστιανοί).
Η παράδοση όμως δε σταματά εδώ τα αφηγούμενα περί του επισκόπου Αλέξανδρου.
Αυτός έγινε μουφτής (ιεροδικαστής) των τούρκων στην Τραπεζούντα ενώ μετά από μερικά χρόνια ήρθε σε μεταμέλεια και επανήλθε στον Χριστιανισμό. Αφορμή γι' αυτή τη μεταμέλεια του στάθηκε το παρακάτω γεγονός. Προ καιρού είχε πεθάνει ένας συγγενής του, το σώμα του οποίου έμεινε άλυτο (δεν έλιωσε). Ορισμένοι από τους συγγενείς του που είχαν παραμείνει στο Χριστιανισμό έθεσαν τον νεκρό σε μία κάσα και τον μετέφεραν στο σπίτι του πάλαι ποτέ επισκόπου Αλέξανδρου και νυν μουφτή Ισκεντέρ. Τον παρακάλεσαν με τη χάρη που είχε ως επίσκοπος να δεηθεί, να διαβάσει και να ικετέψει τον Χριστό. Αυτός αν και μουφτής, αφού άλλαξε τα ισλαμικά του ρούχα και φόρεσε τα επισκοπικά του άμφια γονάτισε και διάβασε δεήσεις επικαλούμενος τη Θεία άφεση πάνω στο σώμα του νεκρού παρουσία όλων των συγγενών του. Η προφορική παράδοση αναφέρει και τονίζει ότι έγινε το Θαύμα με την θεία επίσκεψη της Χάριτος του Θεού και το σώμα έλιωσε αμέσως ώστε έμειναν μόνο τα οστά του νεκρού μέσα στην κάσα. Τότε μετάνιωσε ο Αλέξανδρος για την αλλαξοπιστία του και είπε : Θρησκεία είναι αυτή και μόνη Του Χριστού. Νομίσαμε χρυσόν εκείνο που ήταν χαλκός. Έπειτα πήγε στο τζαμί κατά τη συνήθεια και ομολόγησε μπροστά σε όλους την επιστροφή του στο Χριστό. Οι τούρκοι τον συνέλαβαν τον βασάνισαν οικτρά και στο τέλος τον σκότωσαν αφήνοντας άταφο το σώμα του. Κάποιοι χριστιανοί το μάζεψαν και το ενταφίασαν σε κάποιο ναό της Τραπεζούντας. Αυτός ήταν ο Αλέξανδρος Ποτουράς ο επιλεγόμενος Χουσαμάντης Επίσκοπος Οφιούντας, ο μετονομασθείς σε Ισκεντέρ Πασά, διατελέσας μουφτής και όχι γενικός διοικητής Τραπεζούντας όπως λέγουν ή νομίζουν κάποιοι γιατί τον συγχέουν με τον Σκεντέρ πασά (τον στρατηγό) ο οποίος διετέλεσε γενικός διοικητής Τραπεζούντας.
Υπό του δημοδιδασκάλου κ Χ. Ιωσηφίδου. Πηγή: Ποντιακή εστία Τεύχος 9ον. Αθήναι 1950.
Η Οφία, ή ο Οφιούς.Όφις Τραπεζούντας (Of Trabzon)
Η Οφία ή ο Οφιούς. Περιοχή περί τον Όφι ποταμό, ανατολικά της Τραπεζούντας. Κύριο χαρακτηριστικό του πληθυσμού της ήταν ο ομαδικός εξισλαμισμός του κατά το 17ο αιώνα καθώς και η καθαρότητα και αρχαιοπρέπεια του γλωσσικού ιδιώματος που μιλούσαν οι Οφλήδες. Η έλλειψη μοναστηριών στην περιοχή συντέλεσε με την σειρά της σε αυτή την τραγική για τους Οφλήδες κατάληξη, να εξισλαμισθούν μετά απο βασανιστήρια διώξεις και αλλεπάλληλες δοκιμασίες. Τον Όφι διαρρέουν οι ποταμοί Καλοπόταμος και Μπαλτατζή Ντερέ (Ψυχροπόταμος). Η περιοχή χαρακτηρίζεται από λόφους, βουνά, χαράδρες και λαγκάδια. Ο Όφις αποτελείτο από 65 χωριά που τα κατοικούσαν Έλληνες χριστιανοί που εξισλαμίστηκαν στα μέσα του 17ου αιώνα δια της βίας. Περί το 1866 οι Οφλήδες κάτοικοι του Όφι έφταναν τις 15.000 ψυχές. Τα ονόματα των χωριών τους μαρτυρούν την γνήσια Ελληνική τους καταγωγή: Αληθινός, Κοντού, Μεσοχώρι, Ξένος, Γοργορά, Όκαινα, Παλαχώρι (Παλαιοχώρι), Σαχάρω, Υψηλή, (απο όπου καταγόταν η οικογένεια των Υψηλάντηδων της Ελληνικής Επανάστασης) και Φωτεινός. Κατά τον Δ. Η. Οικονομίδη «O Πόντος και τα δίκαια του εν αυτώ ελληνισμού, «... Το όνομα τούτο φέρει άπασα η περί τον Όφιν ποταμόν χώρα, ήτις αποτελουμένη εκ χωρίων 54 κατοικείται υπό των Οφλήδων, Ελλήνων χριστιανών εξισλαμισθέντων περί τα μέσα του 17ου αιώνος διά της βίας. Ούτοι σώζουσιν έτι και νυν ου μόνον την ελληνικήν γλώσσαν καθαρωτέραν μάλιστα έν τισιν ή οι άλλοι Έλληνες, αλλά και τα ελληνικά των χωρίων αυτών ονόματα, ως Αληθινός, Γοργορά, Κοντού, Μεσοχώριν, Ξένος, Όκαινα, Παλαχώριν (Παλαιοχώριν), Σαράχω, Υψηλή, Φωτεινός, Χαλάισα, Χωλού, και τα αρχαία αυτών ονοματεπώνυμα, άπερ και μαρτυρούσι την ελληνικήν αυτών καταγωγήν, ως Αντώνογλου, Γιάννογλου, Παπάζογλου, Φώτογλου κλπ...». Σε ό,τι αφορά τον αριθμό των κατοίκων της περιοχής, κατά τον Π. Τριανταφυλλίδη, περί το 1866, οι Οφλήδες έφταναν τις 15.000 οικογένειες. Η περιοχή του Όφη, ανατολικά της Τραπεζούντας, κατέχει ιδιαίτερη θέση στην ιστορία των εξισλαμισμών και του κρυπτοχριστιανισμού του Πόντου. Πρόκειται για επαρχία με συμπαγή ελληνικό πληθυσμό που είχε εξισλαμιστεί ομαδικά το 17ο αιώνα, εξακολουθούσε όμως να ομιλεί την ελληνική «ποντι(α)κή» γλώσσα μέχρι και την Ανταλλαγή. Για να φτάσει κανείς, από την Τραπεζούντα, στην περιοχή του Όφη, χρειάζεται να διανύσει, με τα πόδια, απόσταση 14 περίπου ωρών ανατολικά της πόλης. Στη συνέχεια, αν θέλει να σχηματίσει μια εικόνα της έκτασης που καταλαμβάνει από τα παράλια προς τα ενδότερα, θα πρέπει να βαδίσει άλλο τόσο προς αυτή την κατεύθυνση. Δύο μεγάλα ποτάμια, o Όφης, δυτικά, και ο Μπαλτατσή Ντερέ (Ψυχροπόταμος), ανατολικά, διατρέχουν όλη αυτή την έκταση με κατεύθυνση από το νότο προς το βορρά και, καθώς προχωρούν παράλληλα με ενδιάμεσες οροσειρές, καταλήγουν, μαζί μ' αυτές, στη θάλασσα. Δεξιά και αριστερά των δύο ποταμών, σε χαμηλές πλαγιές παράλληλων λοφοσειρών, απλώνονται κάπου 65 γραφικά χωριά, τα περισσότερα των οποίων διατηρούν μέχρι και τις παραμονές της Ανταλλαγής ελληνικά ονόματα. Τα χωριά αυτά, 45 γύρω από τον Όφη και 20 γύρω από τον Ψυχροπόταμο, κατοικούνταν από 12.000 περίπου οικογένειες, στα τέλη του 19ου αιώνα Απ' αυτές, μόνο οι 150, διασκορπισμένες σε 8 διαφορετικούς οικισμούς, παρέμειναν χριστιανικές. Όμως και από τις εξισλαμισμένες οικογένειες δεν ήταν λίγες αυτές που κρατούσαν, ως τελευταία, τα παλιά χριστιανικά τους ονόματα: Παπάζογλου, Μαντάνης, Μερτζάνης, Κεσίσογλου κ.ά. Καθαρά χριστιανικά χωριά στην περιοχή Όφη ήταν τα εξής: Κρηνίτα (350 κάτοικοι), Κουρίτς (125 κάτοικοι), Χάλτι (100 κάτοικοι), Ζουρέλι (250 κάτοικοι), Γίγα (200 κάτοικοι), Ζησινό (50 κάτοικοι), Κλιτίο (50 κάτοικοι) και Λαζού (30 κάτοικοι). Μεταξύ αυτών και το χωριό Υψηλή από το οποίο καταγόταν η οικογένεια των Υψηλάντηδων. Άφθονη ήταν η παραγωγή σε προϊόντα αραβοσίτου, φασολιών, φουντουκιών, μελιού και κτηνοτροφικών προϊόντων. Η πέτρα με λευκό χρώμα κομματιασμένη διασκορπίζονταν στους αγρούς για λίπασμα. Πιθανόν η γη του Όφεως να ήταν άλλοτε ύφαλος με πολλά οστρακόδερμα στην επιφάνειά του. Το σημαντικότερο είναι ότι οι εξισλαμισμένοι Οφλήδες, πέρα από το ότι διατηρούσαν την ελληνική γλώσσα την «ποντι(α)κή», κρατούσαν τα χριστιανικά έθιμα, είχαν συνείδηση της καταγωγής τους και φύλαγαν με σεβασμό τα προγονικά τους κειμήλια: Ευαγγέλια, ιερά βιβλία, χειρόγραφα, θυμιατήρια, σταυρούς, εκκλησιαστικά σκεύη, ιερατικά άμφια κ.ά. Αλλά και στο χαρακτήρα και στον πολιτισμό τους διέφεραν από τους άλλους μουσουλμάνους. Ήταν πιο ήρεμοι, ασχολούνταν πολύ περισσότερο με τα γράμματα και επιδίδονταν ιδιαίτερα στις θεολογικές σπουδές. οι μουσουλμανικές ιερατικές — θεολογικές σχολές της περιοχής Όφη ήταν από τις καλύτερες. Τα παραπάνω δεδομένα της επιβίωσης της ελληνικής γλώσσας, εθίμων, προγονικών κειμηλίων — κάνουν πολύ πιθανή την υπόθεση ότι η εξωμοσία του Όφη δεν μπορεί να ανάγεται στους πρώτους μετά την κατάκτηση χρόνους. Αντίθετα, είναι πολύ πιθανό ότι η καταπίεση, η τυραννία και οι βίαιοι διωγμοί που επιβλήθηκαν στους χριστιανικούς πληθυσμούς της περιοχής το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα σε συνδυασμό με την ανυπαρξία μοναστηριών, που θα βοηθούσαν στη διάσωση της θρησκείας, οδήγησαν στην αναγκαστική ομαδική αλλαξοπιστία. Θα λέγαμε ότι οι ίδιες συνθήκες που, σε άλλες περιοχές του Πόντου, επέβαλαν την ανάγκη της αποκρυφίας, εδώ εξώθησαν τον πληθυσμό στον αναγκαστικό εξισλαμισμό. Πάντως, σε παλιότερα χειρόγραφα οι επαρχίες «Κάνεως» και «Όφεως» σημειώνονται ως επισκοπές Τραπεζούντας. Σε μεταγενέστερα δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο, πράγμα που σημαίνει ότι ο εξισλαμισμός σχεδόν ολοκληρώθηκε. Συνολικά, εξισλαμίστηκαν γύρω στα 65.000 χριστιανοί. Καλημέρα σας και πολλούς χρόνους. Κάλαντα Χριστουγέννων Οφιούντας (Όφις Πόντου) Πύρριχος & Χριστούγεννα & Κάλαντα στον Όφι του Πόντου / Νέα Τραπεζούντα Πιερίας 1967
Χωριά του Όφεως
1. Γίγα (Giga, Yığa) με ναό του Αγίου Γεωργίου & του Αγίου Νικολάου
2. Ζησινό (Sisino, Bölümlü) με ναό του Αγίου Γεωργίου (1860) & του Αγίου Ανδρέα
3. Ζουρέλ (Surel, Sarayköy) με ναούς του Αγίου Δημητρίου και της Κοίμησης της Θεοτόκου (1848) & της Παναγίας Ζωοδόχου Πηγής (1820)
4. Κουρίτσ' (Kuriç, Sivrice) με ναό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος Χριστού
5. Κοφκία (Kofkia, Yanıktaş) με ναούς του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου & της Ζωοδόχου Πηγής
6. Κρηνίτα (Krinita, Çatalsöğüt) με ναό των Αρχαγγέλλων Μιχαήλ και Γαβριήλ
7. Λέκκα (Leka, (Sarı-)Çamlı) με ναούς του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου του Διακόνου
8. Χάλτ (Halt, Söğütlü) με εκκλησία και σχολείο
Πηγή: Αρχείον Πόντου τόμος 47ος, Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, Σάββα Πορφυρίου Παπαδοπούλου.
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης - www.kotsari.com