Ποντιακοί Οικισμοί: Το χωριό Βεζίνκιοϊ του Κάρς (σημερινό ÖLÇÜLÜ) του κ. Στυλιανού Ν. Σαμουηλίδη (Έκτο Μέρος)

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Πόλεις - Περιοχές - Οικισμοί - Χωριά

Χάρτης του Κυβερνείου ΚάρςΠΡΩΤΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ. Εσάρεψαν’ το Ερζερούμ Κοζάκοι παλικάρα κι Εμβέρ πασάς σον Παρασώφ εδώκεν τ’ ανοιγάρα.*

Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, και συγκεκριμένα το Νοέμβριο του 1914, ο τούρκικος στρατός προχώρησε 100 περίπου χιλιόμετρα μέσα στο Ρωσικό έδαφος. Κατέλαβε τις κωμοπόλεις Καραουργάν και Σαρικαμίς και προχώρησε να καταλάβει και το Καρς. Αλλά ευτυχώς ο ρωσικός στρατός, μετά τις ενισχύσεις που πήρε και έχοντας σύμμαχο τον Γκενεράλ Μορόζ (τον στρατηγό της παγωνιάς), αποδεκάτισε την ξεπαγιασμένη στρατιά των Τούρκων. Τα δάση του Σαρικαμίς γέμισαν από πτώματα ξεπαγιασμένων τούρκων. Κάρς (Γάρς) & Καύκασος. Ιστορία - Λαογραφία - Πολιτισμός
Με την επιδρομή των Τούρκων όλα τα ελληνικά χωριά της περιοχής εκείνης εγκατέλειψαν τα υπάρχοντά τους και τα σπίτια τους και αφού τράβηξαν πολλά βάσανα μέσα στα χιόνια και τις παγωνιές, έφθασαν στα ελληνικά χωριά της περιοχής Καρς, επομένως και στο χωριό μας, όπου βρήκαν μεγάλη φιλοξενία και βοήθεια και οι ίδιοι και τα ζώα τους. Μετά την απελευθέρωση από το ρωσικό στρατό των χωριών της περιοχής του Σαρικαμίς και αφού προχώρησε και πέρα από τα σύνορα της Τουρκίας, οι πρόσφυγες επέστρεψαν στα σπίτια τους βοηθούμενοι από το χωριό μας και από τα άλλα χωριά της περιοχής Καρς. Με αυτόν τον τρόπο έδειξαν την αγάπη και την εθνική αλληλεγγύη προς τους ομόφυλους Έλληνες. Όταν ο ρωσικός στρατός έλαβε τις ενισχύσεις του Καυκάσκι φροντ (καυκάσιου μετώπου) προχώρησε και πέραν των συνόρων της Τουρκίας, όπως είπαμε προηγουμένως, αλλά δυστυχώς σ’ ένα ορισμένο σημείο σταμάτησε, γιατί δεν υπήρχαν δρόμοι και ο χειμώνας ήταν βαρύς. Και επειδή δεν είχαν καταυλισμούς για τόσο μεγάλο αριθμό στρατού, στάλθηκε το μεγαλύτερο μέρος του να ξεχειμωνιάσει στα μετόπισθεν, στα χωριά της περιοχής Καρς. Το χωριό μας έτυχε να φιλοξενήσει Κοζάκους του Κουμπάν, από τη Στανίτσα (μεγαλοχώρι) Ουσλαπίνσκ. Κάθε σπίτι είχε 2-3 Κοζάκους, οι οποίοι έτυχαν μεγάλων περιποιήσεων. Κάθε οικογένεια φρόντιζε να μη τους λείπει τίποτε. Γι’ αυτό οι Κοζάκοι, όταν έφευγαν την άνοιξη του 1915 στο μέτωπο, αποχαιρετίζοντας έλεγαν: «Δε θα ξεχάσουμε ποτέ τα καλά που μας κάνατε και αν κάποτε ο θεός μας δώσει, μετά τη νίκη, να επιστρέψουμε με το καλό στα σπίτια μας, θα φροντίσουμε να σας ανταποδώσουμε την αδελφική φιλοξενία σας».
Πράγματι, όταν οι χωριανοί μας βρέθηκαν το 1918 ως πρόσφυγες στο Ουσλαπίνσκ του Κουμπάν, βρήκαν άσυλο από τους Κοζάκους. Βρήκαν ακόμη εργασία στα μεγάλα και προσοδοφόρα κτήματά τους.
* Το δίστιχο άκουσα και κατέγραψα από τον Ευριπίδη Χρ. Παπαδόπουλο από το Χωρήγι Κιλκίς, υπάλληλο (21-7-1997) της Νομαρχίας Κιλκίς. (Δημ. Σ. Νικοπολιτίδης).

ΑΦΟΡΜΗ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΑΡΣ
Μετά τη ρωσική επανάσταση, το 1917, με την ανοχή των συμμάχων, ιδρύθηκε η Ζακαυκάσκη Κομαριάτ (Ομοσπονδία Καυκάσου) από τρία κρατίδια:
1. Κρατίδιο Γεωργίας, με πρωτεύουσα την Τιφλίδα, που ήταν και έδρα της Ομοσπόνδου Νεαρής Δημοκρατίας, 2) Κρατίδιο Αζερμπαϊτζάν, με πρωτεύουσα το Μπακού και 3) Κρατίδιο της Αρμενίας με πρωτεύουσα το Εριβάν.
Η νεαρή αυτή Δημοκρατία φρόντισε και διατηρήθηκε η τάξη και ασφάλεια στο εσωτερικό του Καυκάσου μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση. Μετά τη διάλυση του μετώπου, ο ρωσικός στρατός πέταξε τα όπλα με την παρακάτω ανόητη φράση «Τι διάβολο θέλουμε τον Καύκασο», και ξεγύμνωσε το μέτωπο.
Μετά την εγκατάλειψη του μετώπου από το ρωσικό στρατό, ο αρμενικός στρατός δεν μπόρεσε να κρατήσει το μέτωπο. Στα μετόπισθεν οι Τούρκοι και οι Κούρδοι σχημάτισαν άτακτες συμμορίες και πολεμούσανε τους Αρμενίους, οι οποίοι ήθελαν να εκδικηθούν τις σφαγές και τις καταστροφές που έπαθαν από τους προαιώνιους εχθρούς τους Τούρκους. Τα ελληνικά χωριά οπλίστηκαν με τα όπλα που πέταξε ο ρωσικός στρατός και σχημάτισαν εθελοντικά στρατεύματα και δεν επέτρεπαν να πλησιάσουν στα χωριά μας οι συμμορίες των Τούρκων και Κούρκων. Στο Καρς σχηματίστηκε, μετά τη διάλυση του ρωσικού στρατού, ελληνικό σύνταγμα με Έλληνες έφεδρους αξιωματικούς του ρωσικού στρατού. Ο ελληνικός αυτός στρατός κατάφερε να σκορπίσει τις άτακτες συμμορίες των Τούρκων και Κούρδων και έτσι βοήθησε τους κατοίκους των απομονωμένων χωριών να εγκαταλείψουν τα χωριά τους και να φθάσουν στο Καρς, εκτός από τα χωριά της περιοχής Γκιόλας και Αρνταχάν. Από το Καρς οι Έλληνες, άλλοι με τρένα και άλλοι με κάρα, σκόρπισαν στα πλουσιότερα χωριά του Β. Καυκάσου. Δυστυχώς όμως, με τον εμφύλιο πόλεμο των Ρώσων, δεν μπόρεσαν να παραμείνουν εκεί, αν και στα μέρη αυτά έζησαν πάνω από δύο χρόνια. Απ’ αυτούς άλλοι δούλευαν στα πλούσια μεγαλοχώρια του Κουμπάν, Σταυρουπόλεως και Δον και άλλοι καταγίνονταν με το εμπόριο. Με την πρώτη ευκαιρία από το Νοβοροσίσκι με τα πλοία «Ρέπουλη», «Ναυαγός» και με άλλα πλοία φθάσανε στην πολυπόθητη και αγαπητή πατρίδα Ελλάδα στα 1920, ’21, ’22, ’23.

ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΡΣΛΗΔΩΝ
Τ’ ημέτερον το κότσεμαν φουργούνια κι αραπάδες το τσόλ’ και το Βεζίνκιοϊεγέντον χαραπάδες. Την 25η Μαρτίου 1918 διαλύεται το χωριό μας. Με θλίψη και πόνο στην καρδιά, με οδυρμούς και κλάματα, που αντηχούσανε σ’ ολόκληρο το χωριό, εγκαταλείπουν το βιος τους, τα υπάρχοντά τους, τις εκκλησιές τους, το σχολείο και τα κόκκαλα των πεθαμένων και φεύγουν και οι ίδιοι δεν ξέρουν για που. Φθάνουν πρώτα-πρώτα στο γειτονικό αρμενόφωνο ελληνικό χωριό Χαλήφογλου. Από εκεί ύστερα από 10 ημέρες ξεκινούν και φθάνουν στο δημόσιο δρόμο Καρς-Αλεξανδρουπόλεως (78 χλμ). Η φρίκη που παρουσιάζεται δεν περιγράφεται. Τα βοδάμαξα και αλογάμαξα προχωρούν σε δύο σειρές στη δημοσιά, δεξιά και αριστερά από το χωματόδρομο. Άλλες δύο σειρές πιάνουν το δρόμο, που η μια άκρη τους άρχιζε από το Καρς και η άλλη έφθανε στην Αλεξανδρούπολη, πέραν από τον ποταμό Αρπατσάϊ. Ο σιδηροδρομικός σταθμός Καρς είναι γεμάτος από πρόσφυγες που περιμένουν τη σειρά τους να φύγουν με το τρένο. Την τήρηση της τάξεως και ασφαλείας έχει το νεαρό Ελληνικό Σύνταγμα. Καθώς βαδίζαμε δεξιά και αριστερά του δρόμου έβλεπες μέσα στον κάμπο πολυάριθμα κοπάδια από βόδια, άλογα, αγελάδες, πρόβατα και άλλα ζώα αδέσποτα, που αργότερα θα έπεφταν στα χέρια των Τούρκων και Κούρδων. Τελικά με πολλά βάσανα και ταλαιπωρίες, που τράβηξαν στο δρόμο, ο κύριος όγκος του χωριού μας πέρασε το ποτάμι Αρπατσάϊ και έφθασε στην πόλη Κυμπρ (Αλεξανδρούπολη) με σκοπό να εγκαταλείψουν τα κάρα τους και να διεκπεραιωθούν σιδηροδρομικώς στην Τιφλίδα.
Εμείς οι υπόλοιποι, 50 οικογένειες, επειδή δε θέλαμε να εγκαταλείψουμε τα κάρα μας, ακολουθήσαμε άλλο δρόμο. Όταν φθάσαμε στο μισό δρόμο Καρς-Κύμπρη και στον πλούσιο κάμπο Σεριακάλ στρίψαμε αριστερά και πήραμε το δημόσιο δρόμο που μας έφερνε, αφού ανεβήκαμε και κατεβήκαμε τις υπώρειες του υψηλού βουνού Καλακουράν, με βάσανα και ταλαιπωρίες, στη ρωσική κωμόπολη Τσαλαούζ, όπου ήταν εφημέριος ένας συγχωριανός μας, ο Ευθύμιος Ποπώφ (Παπαδόπουλος). Στο μεγαλοχώρι αυτό μείναμε 3 ημέρες. Παραπάνω δεν μπορούσαμε, γιατί κάθε μέρα έφθαναν πρόσφυγες και το χωριό γέμισε από τέτοιους. Οι Ρώσοι άρχισαν να ανησυχοΰν, μήπως από τον συνωστισμό πέσει καμιά επιδημία, γι’ αυτό αποφάσισαν να μη δεχθούν άλλους πρόσφυγες και μας πρότειναν να εγκαταλείψουμε το χωριό.
Έτσι ύστερα από 3 μέρες φύγαμε και πήγαμε όχι μακριά από το σιδηροδρομικό σταθμό Καλακεράν, που ήταν ο τελευταίος σταθμός της Αρμενίας, ο μετέπειτα σιδηροδρομικός σταθμός Σαναήν, όπου ήταν και τα μεταλλεία του χαλκού Αλαβέρτ ή και το ελληνικό χωριό Πογόστα, του οποίου οι κάτοικοι λέγονταν τεντσίδες (=εργάτες μετάλλου). Ανήκε στην Κρούζια (Γεωργία). Εκεί, στην ύπαιθρο, κατασκηνώσαμε με το σκοπό να πουλήσουμε τα κάρα, να κατεβούμε στο σταθμό και να πάρουμε σειρά να μπούμε στο τρένο για την Τιφλίδα. Μα πού να βρεθούν βαγόνια; Τα τρένα με άδεια βαγόνια κατευθύνονταν στην Κύμπρη και Καρς, για να μεταφέρουν πρόσφυγες. Αλλά και τα αλογάμαξα και βοδάμαξα δεν μπορέσαμε να ξεκάνουμε, γιατί οι αγοραστές ήθελαν να τα αγοράσουν σε εξευτελιστικές τιμές (600-700 ρούβλια). Τότε στάλθηκε μια Επιτροπή από τον υποφαινόμενο και άλλους δύο από την Τιφλίδα, για να μάθει την πιάτσα των ζώων και να πάρει άδεια για τη μεταφορά μας στην πρωτεύουσα του Καυκάσου. Η Επιτροπή πέτυχε, ύστερα από 10ήμερη παραμονή σ’ αυτήν, την άδεια, αλλά βαγόνια δε μας έδιναν. Τότε η Επιτροπή αποτάθηκε στον Υπουργό Εμπορίου, που ήταν Γεωργιανός, και του υποσχέθηκε ότι, αν της έδινε 25-30 βαγόνια θα μετέφερνε 100 ζευγάρια βόδια, που ήταν ακριβά (3-4 χιλιάδες ρούβλια το ζευγάρι) και υπήρχε μεγάλη έλλειψη κρέατος. Ύστερα από διαταγή του παραπάνω Υπουργού, μας παραχωρήθηκαν 28 βαγόνια. Στις 28 Απριλίου, μετά το Πάσχα, η Επιτροπή έφθασε με 28 φορτηγά βαγόνια στο Καλακεράν, όπου είχαν κατεβεί οι 50 οικογένειές μας και άλλες 30 από διάφορα χωριά του Καρς. Ο Αρμένης σταθμάρχης μας έφερε αντιρρήσεις και δε μας επέτρεπε να φορτώσουμε και τα ζώα μας, γιατί μέσα σ’ αυτήν την αναμπουμπούλα κάθε υπηρεσία είχε τον άρχοντά της. Από την αναποδιά του σταθμάρχη μείναμε 6 μέρες εκεί. Τότε αναγκαστήκαμε να τον λαδώσουμε (δωροδοκήσουμε) γερά και έτσι μας επέτρεψε να πάρουμε τα ζώα μας και τα κάρα.

Συνεχίζεται ....

Ποντιακοί Οικισμοί: Το χωριό Βεζίνκιοϊ του Κάρς (σημερινό ÖLÇÜLÜ) του κ. Στυλιανού Ν. Σαμουηλίδη

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print