Ποντιακοί Οικισμοί: Το χωριό Βεζίνκιοϊ του Κάρς (σημερινό ÖLÇÜLÜ) του κ. Στυλιανού Ν. Σαμουηλίδη (Έβδομο Μέρος)

Written by Πολατίδης Βασίλειος. Posted in Πόλεις - Περιοχές - Οικισμοί - Χωριά

Οικογένεια Βαρενίδη - Βεζίνκιοϊ Κάρς 23 Απριλίου 1911 Συνέχεια απο το προηγούμενο μέρος: Την 7η μέρα, δηλ. στις 5 Μαΐου, ξεκινήσαμε από το Καλακεράν, περάσαμε από τους σταθμούς Σαναήν, Αλαβερτή και άλλους τρεις σταθμούς και φθάσαμε στο Σουταχντό.

Εδώ σταμάτησε το νοικιασμένο τρένο, ώσπου να ξημερώσει και να φθάσει το τεθωρακισμένο τρένο, που θα συνόδευε την αμαξοστοιχία μας, γιατί σ’ εκείνα τα μέρη έκαναν επιδρομές στα τρένα τα άτακτα στρατεύματα των Αζερμπαϊτζάνων με την πρόφαση ότι θα κάνουν έρευνα για όπλα, αλλά στην πραγματικότητα για ληστεία. Το πρωί το τεθωρακισμένο άργησε να φανεί και η αμαξοστοιχία μας ξεκίνησε. Όταν φτάσαμε στη μισή απόσταση από το μετέπειτα σταθμό, τα άτακτα στρατεύματα των Αζερμπαϊτζάνων σταμάτησαν το τρένο μας, για να κάνουν τάχα έρευνα για όπλα. Μάζεψαν όλες τις ραπτομηχανές και όλους τους Αρμένιους και Αρμένισσες, που είχαμε στο τρένο μας. Πέντε απ’ αυτούς τους σκότωσαν επί τόπου. Διάλεξαν και 8 ωραίες Αρμένισσες και ήταν έτοιμοι να φύγουν, αλλ’ ευτυχώς δεν χάρηκαν τη λεία τους, γιατί πρόφτασε το τεθωρακισμένο και με δύο κανονιές τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν τις κοπέλες και τις ραπτομηχανές και να το βάλουν στα πόδια. Άφησαν κατά τη φυγή τους 2 σκοτωμένους και 5 βαριά τραυματίες. Το τρένο συνέχισε το δρομολόγιο συνοδευόμενο από το τεθωρακισμένο. Τέλος τη νύχτα της 5ης Μαΐου φθάσαμε στο σιδηροδρομικό σταθμό Ναντλούχ της Τιφλίδας και το πρωί της 6ης Μαΐου μας οδήγησαν δεξιά από το σταθμό αυτό, σ’ άλλο σιδηροδρομικό σταθμό επί της σιδηροδρομικής γραμμής Μπακού, Τρεχάοτ, όπου ήταν συγκεντρωμένοι όλοι οι Καρσιώτες πρόσφυγες. Μαζί με αυτούς βρισκότανε και ο κύριος όγκος των κατοίκων του χωριού μας, οι οποίοι χαρήκανε μόλις μας είδαν, αλλά μετάνιωσαν που χάσανε τα κάρα και τα ζώα τους, διότι τα συγκοινωνιακά μέσα ήταν πολύ επίφοβα, δια μέσου του Μπακού, να διεκπεραιωθούν προς το Β. Καύκασο. Συνεπώς απόμειναν δύο μέσα, για να φτάσουν προς τον προορισμό τους. Ο ένας ήταν ο σιδηρόδρομος Τιφλίς - Πότι και από εκεί με πλοίο στο Νοβοροσίσκ και ο άλλος Βοένο - Γκρουζίνσκαϊα νταρόκα (στρατιωτικός δημόσιος δρόμος) Τιφλίς - Βλαντικαυκάς (208 χιλιόμετρα). Κάρς (Γάρς) & Καύκασος. Ιστορία - Λαογραφία - Πολιτισμός
Όσοι δεν είχαν κάρα προτίμησαν τη διαδρομή Τιφλίς - Πότι - Τουαψέ - Κρασναντάρ και από εκεί Ουσλάπινσκ, σταθμός Κρασναντάρ. Το ίδιο και οι συγχωριανοί μας. Αλλά για να φτάσουν στο Βόρειο Καύκασο έπρεπε να περιμένουν δύο-τρεις μήνες. Στο μεταξύ δημιουργήθηκε πανικός μεταξύ των προσφύγων και προπάντων μεταξύ Αρμενίων, διότι τάχα ο τούρκικος στρατός, που είχε εγκατασταθεί στο Καρς την 12η Απριλίου 1918, θα προχωρούσε μέχρι Τιφλίδας. Τότε ετοιμάστηκαν και οι πλούσιοι Αρμένιοι να εγκαταλείψουν την πόλη.
Η τιμή ενός βοδόκαρου έφθασε 8-10 χιλιάδες ρούβλια (σταθερά). Απ’ την αναμπουμπούλα αυτή καρπώθηκαν όσοι έφεραν τα ζώα τους. Κάθε οικογένεια πούλησε 2-3 βοδόκαρα και κράτησε το «τσεβερήκ», τα φουργούνια με τέσσερα άλογα για το καθένα. Ύστερα από 2 μέρες, δηλ. την 7η Μαΐου, πήραμε το δρόμο για το Βλατικαυκάς (σημ. Ορτζανικίτζε) απόσταση 208 χιλ. Εκτός από τα 50 αλογόκαρα του χωριού μας ήταν πάρα πολλά αλογόκαρα άλλων Καρσιωτών.
Διανυκτερεύσαμε στην πόλη Τσχετ, όπου βρίσκονται τα Μοναστήρια της Αγ. Ταμάρας, ναοί και φρούρια του βασιλιά Ηρακλή της Γρουζίας (Γεωργίας). Την επομένη ξεκινήσαμε. Περάσαμε από τις ωραίες πόλεις Μαρνέπι και Κόπη και από την οροσειρά του Καυκάσου. Ο δημόσιος δρόμος (Γρουζένσκαϊα νταρόκα) τραβούσε δίπλα από τα ψηλά βουνά. Σε πολλά σημεία ο δρόμος ήταν σκεπασμένος με τεχνητά τούνελ, για να προστατέψει τα διερχόμενα καραβάνια από τους παγετώνες. Από τα χωριά και τις πόλεις της Γρουζίας περάσαμε χωρίς τον παραμικρό φόβο, γιατί η νεαρή Δημοκρατία των Μενσεβίκων είχε τάξη και ασφάλεια σ’ όλη την επικράτειά της. Τέλος περάσαμε την οροσειρά και κατεβήκαμε σε μία κοιλάδα κατάφυτη από αμπέλια που έβγαζαν το ξακουστό κρασί “Καχετίνσκοε βινό”, που δεν έλειπε ούτε από τον τουρβά του βοσκού. Η κοιλάδα αυτή βρίσκεται ανάμεσα στα δύο ψηλότερα βουνά, του Καζμπέκ και Σιατ-Καρά, που ο μεγάλος συγγραφέας και ποιητής Πούσκιν, σ’ ένα ποίημά του, εξυμνεί την υπέροχη θέα, τα χιόνια και την κορυφή του, από την οποία βλέπει κανείς ολόκληρο τον Καύκασο. Προς το τέλος της κοιλάδας αρχίζει η στενωπός του Ταριάλ, όπου κυλάει με αφάνταστη ορμή ο ποταμός Τέρεκ με τα κατακάθαρα νερά του.
Στην αρχή της στενωπού ο ποταμός Τέρεκ αλλάζει το ρου του και απ’ την ανατολική πλευρά της στενωπού, πηγαίνει στη δυτική. Εκεί είναι και η μεγάλη γέφυρα που συνδέει την ανατολική πλευρά της στενωπού με τη δυτική. Η γέφυρα αυτή ορίστηκε ως σύνορο ανάμεσα στη νεαρή Δημοκρατία των Γεωργιανών και της Λαϊκής Δημοκρατίας του Βορειοδυτικού Καυκάσου. Στο πλάι της γέφυρας κείται και η πόλη όπου διανυκτερεύσαμε. Δίπλα στο ποτάμι Τέρεκ βλέπαμε τους Ακρίτες των Γεωργιανών, μέσα στα προχώματα, να φυλάνε άγρυπνα τα σύνορα της αγαπημένης νεαρής Δημοκρατίας τους. Πέρα από τη γέφυρα είναι η Τέρσκαγια όπλαστ (νομός του Τέρεκ) με πρωτεύουσα το Βλατικαυκάς. Στο νομό αυτό, που είναι κατά το πλείστον ορεινός, κατοικούν οι πιο άγριες φυλές του Καυκάσου, όπως οι Ινκούσσοι, Ασετίνοι, Λεζκίνοι, Τσερκέζοι, Τάταροι κλπ.
Συνεχίζοντας το ταξίδι και διερχόμενοι πάνω από τη γέφυρα φθάσαμε στο δυτικό μέρος της στενωπού και έχοντας δίπλα τον ποταμό Τέρεκ μπήκαμε σε μια σήραγγα που έχει μήκος 12 χιλ. και είναι ανοιγμένη μέσα από τον ογκώδη βράχο του Σιάτ-Καρά. Στην έξοδο της σήραγγας αυτής βρίσκεται ο μεγαλύτερος κήπος της περιοχής αυτής, το Ουλάνωφσατ (δηλ. κήπος του Ουλάνωφ) έξω από την αρκετά πολυπληθή πόλη Βλατικαυκάς (σημ. Ορτζενικίτζε). Την πόλη διασχίζει ο ποταμός Τέρεκ. Η συγκοινωνία μέσα στην πόλη εξυπηρετείται με ηλεκτρικό τραμ. Εδώ βρισκότανε σε μεγάλη ακμή πλούσια Ελληνική Κοινότητα, η οποία χορηγούσε ψωμί και τρόφιμα στους Έλληνες πρόσφυγες που είχαν ανάγκη βοήθειας. Ο σκοπός μας ήταν να φύγουμε σιδηροδρομικώς για τα πλούσια μέρη της Σταυρουπόλεως, Κουμπάν και Δον. Δυστυχώς όμως. Μόνο δύο τρεις αμαξοστοιχίες με πρόσφυγες κατάρθωσαν να φτάσουν στον προορισμό τους, γιατί λόγω του εμφυλίου πολέμου η συγκοινωνία διακόπηκε και έτσι ο περισσότερος πληθυσμός των Καρσιωτών αποκλείστηκε μέσα στην πόλη Βλατικαυκάς. Εκεί μείναμε μέχρι το Φεβρουάριο του 1919 υπό την κατοχή των Μπολσεβίκων. Λόγω του συνωστισμού των προσφύγων και του στρατού έπεσε επιδημία εξανθηματικού τύφου, που θέρισε το 1/3 των προσφύγων.
Το Φεβρουάριο του 1919 η πόλη καταλήφθηκε, ύστερα από σκληρές μάχες και σφαγές, που κράτησαν 10 μέρες μέσα στην πόλη, από τον τσαρικό στρατηγό Σκούρα.
Μέσα σε μια εβδομάδα η τάξη αποκαταστάθηκε και τα τρένα άρχισαν να λειτουργούν κανονικά. Οι πρόσφυγες άρχισαν να μετακινούνται προς βορράν. Όλοι οι χωριανοί μας, εκτός από τη δική μας οικογένεια, πήγαν και ανταμώθηκαν με τους άλλους χωριανούς μας στο Κουμπάν. Σε εκείνα τα μέρη μείναμε μέχρι το 1922 και, καθώς λένε, έζησαν μια ζωή χαρισάμενη. Στις αρχές του 1921 καταλήφθηκε από τους μπολσεβίκους ολόκληρος ο Καύκασος και αποκαταστάθηκε η τακτική συγκοινωνία. Έφυγαν από εκείνα τα μέρη, όσοι έμειναν μια τετραετία, με τρένο το 1922 και αφού πέρασαν Μπακού -Τιφλίδα έφτασαν στο λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας Βατούμ. Από κει με το ατμόπλοιο “Άγιος Κωνσταντίνος” διέπλευσαν τον Εύξεινο Πόντο με σταθμό στην Κωνσταντινούπολη και προορισμό τον Πειραιά. Δυστυχώς πάνω στο πλοίο παρουσιάστηκε χολέρα με 150 θύματα. Τότε κηρύχθηκε καραντίνα και μεταφέρθηκαν στον Άγιο Γεώργιο της Σαλαμίνας και εκεί έμειναν 4 περίπου μήνες. Μετά τη λήξη της καραντίνας εγκαταστάθηκαν στη Χαλκίδα. Εκεί για ένα χρόνο και περισσότερο απασχολούνταν ως εργάτες σε εργοστάσια και σε γεωργικές εργασίες, για τη συντήρηση των οικογενειών τους. Μετά πήγαν και εγκαταστάθηκαν οριστικά στο χωριό Μεταλλικό Κιλκίς.
Πολλοί άλλοι πρόσφυγες, που έμειναν στο Βλατίκαυκας, με τα κάρα τους το 1920-21 γύρισαν πίσω στην Τιφλίδα. Ακολούθησαν την ίδια διαδρομή που έκαναν πρώτα (Τιφλίς-Βλατικαυκάς). Στην Τιφλίδα, στην Τσάλκα και στις άλλες πόλεις της Γρουζίας ήταν πολλοί πρόσφυγες, οι οποίοι τακτοποιήθηκαν και δεν σκορπίστηκαν στα βόρεια μέρη του Καυκάσου. Το έτος 1919 ο τούρκικος στρατός εγκατέλειψε το Καρς-Ερζερούμ και τα μέρη αυτά τα κατέλαβε η Αγγλία με Ινδικά στρατεύματα. Οι Καρσιώτες πρόσφυγες που έμειναν στην Τσάλκα και Γεωργία, νομίζοντας ότι, τα μέρη που τα κατέλαβαν οι Ρώσοι, θα τα έπαιρναν οι Άγγλοι, αποφάσισαν να επιστρέψουν στα χωριά τους. Η νεαρή Δημοκρατία της Γεωργίας εφοδίασε τους πρόσφυγες αυτούς με τρόφιμα για 5 ημέρες και τους μετέφερε δωρεάν στο Καρς και από εκεί με τα κάρα τους προώθησε στα χωριά τους. Ήταν η εποχή της σποράς και αμέσως άρχισαν τις ανάλογες γεωργικές εργασίες. Στο χωριό μας εγκαταστάθηκαν τρία χωριά: 1) Εικοσιπέντε (25) οικογένειες του χωριού μας, που έμειναν στη Γεωργία και μία, δηλ. η δική μας, που ήρθε από το Βλατικαυκάς, 2) από το ελληνικό χωριό Χαζνατάρ, περιφέρειας Κακισμάν και 3) από το χωριό Τουΐγούν, περιφέρειας Καρς. Και των δύο αυτών χωριών οι κάτοικοι ήρθαν από την Τσάλκα, όπου έμειναν μετά τη φυγή τους.
Οι εκκλησίες μας, το σχολείο και γενικά τα σπίτια μας ήταν απείραχτα, αν και κατοικούνταν από Κούρδους και Τούρκους. Μόλις πήγαμε εμείς αμέσως άδειασε το χωριό μας απ’ αυτούς. Στα γειτονικά ελληνικά χωριά, Χαλήφογλου, Χατζήβελη και Σουμπατάν, επέστρεψαν οι ίδιοι οι κάτοικοί τους, με τα ζώα τους και τα κοπάδια τους, από την Τσάλκα, όπου είχαν μεταβεί μετά την εγκατάλειψη των συνοικισμών τους. Και το Μαγαρατσίκ ήρθε από την Τσάλκα και το Αζάτ σχεδόν ολόκληρο από το Βλαδικαυκάς. Στα δύο τελευταία γειτονικά χωριά εγκαταστάθηκαν το χειμώνα 1919-20 και άλλα 3 χωριά από την περιοχή Σαρικαμίς: Μουντζικέρτ, Μολάμουσταφά και Χάνταρά. Στο χωριό μας, την εποχή αυτή, περνούσαμε μια ήσυχη και ευχάριστη ζωή. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με τις γεωργικές εργασίες, δηλ. σπάρσιμο όλων των χωραφιών και θέρισμα χόρτου. Ολόκληρες θημωνιές, όπως και προπολεμικά, είχαν συγκεντρωθεί από τους κατοίκους. Τα γεννήματα πήγαιναν πολύ καλά. Πλησίαζε το θέρισμα και το αλώνισμα, που ήταν η μόνη μας ελπίδα να χορτάσουμε ψωμί από τα δικά μας σιτηρά, γιατί η Αρμένικη Κυβέρνηση μοίραζε 65 δράμια αλεύρι στο άτομο από την Αμερικάνικη βοήθεια. Δυστυχώς οι ελπίδες μας πήγαν χαμένες. Πάνω στο θέρος οι ακρίδες, που έπεσαν κοπαδιαστά, εξαφάνισαν όλα τα στάχυα. Δεν πήραμε ούτε ένα σπυρί σιτάρι. Το ίδιο έπαθαν και όλα τα γειτονικά χωριά και έτσι η πείνα άρχισε να βασανίζει τους κατοίκους. Και δεν έφθανε η πείνα που είχαμε, τώρα πληρώναμε και τα σπασμένα των Αρμενο-Τούρκων και μάλιστα πολύ ακριβά.
Το Χωριό Βεζίνκιοϊ του Κάρς Το γειτονικό τούρκικο χωριό Καλούκοϊ είχε συγκοινωνία, μέσω του χωριού μας, με τα Κούρδικα χωριά Μπαζαρτσούκ - Τεκνελή και άλλα. Πολλές φορές οι Αρμένιοι χωροφύλακες λήστευαν τους περαστικούς αυτούς και έπαιρναν και κανένα ζώο, για να χορτάσουν την πείνα τους. Τελευταία μάλιστα σκότωσαν και δύο αδέρφια Τούρκους για ένα βόδι. Οι Τούρκοι τότε δε χάνουν καιρό, παραμονεύουν το μεσημέρι έξω από το χωριό μας, 2 χιλιόμετρα, μέσα στο ρεύμα απ’ όπου θα περνούσανε για το χωριό τα κάρα που θα επέστρεφαν από την πόλη. Εκείνη την ημέρα όλα σχεδόν τα κάρα μετέφεραν χόρτο και καυσόξυλα για πούλημα στην πόλη. Στο γυρισμό, όταν έφτασε το πρώτο άδειο κάρο, οι Τούρκοι έπιασαν το κάρο και το οδήγησαν μακριά από το ρεύμα και αφού έδεσαν τον αμαξά με τα σχοινιά στο κάρο πήραν τα ζώα και έφυγαν. Με τον ίδιο τρόπο μέσα σε 2 ώρες πήραν όλα σχεδόν τα άλογα και τα βόδια και έφυγαν. Τους ανθρώπους μας δεν τους πειράξανε, γιατί ήτανε γνωστοί βοσκοί και παραγιοί στο χωριό μας για πολλά χρόνια. Και δεν έφτανε αυτό. Κάνανε και δύο επιδρομές τη νύχτα στο χωριό και πήρανε και άλλα ζώα. Εμείς δεν μπορούσαμε να αμυνθούμε, γιατί δεν είχαμε όπλα. Κάναμε παράπονα στο Νομάρχη και μας έστειλαν 7 χωροφύλακες για ασφάλεια, αλλά δυστυχώς η κατάσταση χειροτέρευε ακόμη περισσότερο και τότε αναγκαστήκαμε για δεύτερη και τελευταία φορά να εγκαταλείψουμε το χωριό μας για πάντα, χωρίς συγκίνηση και κλάματα, όπως την πρώτη φορά. Μετοικήσαμε στο Καρς, όπου περάσαμε το χειμώνα μαζί με άλλα χωριά, όπως Γιαλαούτστσαμ, Καρακιλσέ, Καράουργαν, Χαζνατάρ, Τουΐγούν και άλλα χωριά, που δεν είχαν ασφάλεια στα χωριά τους.
Η πόλη ήταν μισοκαταστραμμένη. Δουλειές δεν υπήρχαν. Το μεροκάματο πολύ πεσμένο. Μόνο ένα φουντ ψωμί (133 δράμια) αγόραζες μ' αυτό. Και το αλεύρι που μας χορηγούσανε στα χωριά, μας το κόψανε και αυτό. Έπεσε τότε μεγάλη πείνα ανάμεσα στους Έλληνες. Η μόνη σωτηρία μας και ελπίδα έμεινε να φύγουμε μια για πάντα από τον τόπο αυτό, που τόσο τον αγαπήσαμε και που τώρα κατάντησε για μας μαρτύριο και κόλαση. Στο Καρς έγιναν πολλές συνελεύσεις αντιπροσώπων ελληνικών χωριών. Η απόφαση ήταν να φύγουμε μια για πάντα για την πολυπόθητη και αγαπητή μας πατρίδα Ελλάδα. Έκαναν πολλά διαβήματα στην Ελληνική Αποστολή, που είχε την έδρα της στην Τιφλίδα, για να ενεργήσει προς την Ελληνική Κυβέρνηση. Η Αποστολή αυτή, με επικεφαλής τον Σταυρουδάκη, ήθελε να παραμείνουμε στα μέρη μας και να βοηθήσουμε τους Αρμένιους εναντίον των Τούρκων, ισχυριζόμενος ότι αυτή ήταν και η πολιτική της επίσημης Ελληνικής Κυβέρνησης του 1919. Και στο Καρς είχαμε Ελληνική Αποστολή με αρχηγό τον Αντισυνταγματάρχη Πολυχρονάκη. Αυτός είχε αντίθετη γνώμη, γιατί ήταν γνώστης των πραγμάτων. Ήξερε πολύ καλά ότι οι Έλληνες δεν μπορούσαν να κάνουν φιλία με τους Αρμένιους, οι οποίοι ήταν ανίκανοι να πολεμήσουν τους Τούρκους. Αυτοί ήξεραν μόνο να ληστεύουν τον άμαχο πληθυσμό. Αυτός ήταν ο λόγος που τον αντικατέστησαν με τον Κωνστανταράκη, που στην αρχή υποστήριζε την πολιτική του Σταυρουδάκη, γι’ αυτό έγινε εχθρός των Ελλήνων Καρσιωτών και υποστηρικτής των Αρμενίων.
Ο Κωνστανταράκης, που έγινε στα χρόνια της Δημοκρατίας Τμηματάρχης του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, γρήγορα κατάλαβε το λάθος, εισηγήθηκε στην Ελληνική Κυβέρνηση ότι, είναι αδύνατη η παραμονή των Καρσιωτών στα μέρη τους, και ούτε υπήρχε δύναμη να σταματήσει το ρεύμα για την κάθοδο αυτών στην Ελλάδα. Τέλος, η Ελληνική Κυβέρνηση έδωσε εντολή να μας μεταφέρουν σιδηροδρομικώς μέχρι το λιμάνι του Ευξείνου, το Βατούμ, για να μας μεταφέρουν με πλοία στην Ελλάδα. Στις αρχές Απριλίου 1919 φθάνουμε με το τρένο στο σταθμό Σαναήν, όπου μείναμε 2 μήνες τρώγοντας χόρτα για ψωμί. Η νεαρή Δημοκρατία της Γεωργίας, που είχε μεγάλη κρίση ψωμιού και τροφίμων, δεν επέτρεπε την παραμονή νέων προσφύγων στο έδαφός της παρά μόνο τη διέλευση. Γι’ αυτό περιμέναμε με ανυπομονησία την εμφάνιση στα λιμάνια του Ευξείνου των ελληνικών ατμοπλοίων. Επιτέλους έφθασε και εκείνη η πολυπόθητη ημέρα. Την 6η Ιουνίου ξεκίνησε η αμαξοστοιχία και την επομένη φθάσαμε στην Τιφλίδα, όπου η Κυβέρνηση των Μενσεβίκων της Γρούζιας μας εφοδίασε με ψωμί για δύο ημέρες. Μόλις φτάσαμε στο Βατούμ, την ίδια μέρα επιβιβαστήκαμε στο ατμόπλοιο “Ναυαγός”. Περάσαμε το Βόσπορο, Ελλήσποντο, μπήκαμε στο Αιγαίο Πέλαγος και τέλος φθάσαμε στο Καρά Πουρούν (Θεσσαλονίκης). Από εκεί, μετά την απολύμανση, μας μεταφέρανε στα παραπήγματα της Καλαμαριάς. Εδώ μείναμε 2 μήνες μέσα στα συρματοπλέγματα, γιατί έπεσε επιδημία, λόγω αλλαγής κλίματος και πέθαιναν κάθε μέρα πολλοί Καρσιώτες. Το Καρά Πουρούν γέμισε από νεκρούς. Σχετικό είναι και το τραγούδι που φτιάχτηκε τότε: Το τσόλ’ και το Καρά Πουρούν εγόμωσεν ταφία Ανοίξτε και τερέστ’ ατα όλα Καρσί παιδία.
Μετά, όσοι έμειναν ζωντανοί, τους μετέφεραν στην Πολίχνη (Θεσσαλονίκης), όπου και μείνανε προσωρινά μέχρι την Άνοιξη του 1921, οπότε η οικογένεια του υποφαινόμενου εγκαταστάθηκε οριστικά στην πόλη του Κιλκίς, όπου ήταν και άλλες 5 οικογένειες. Άλλες 5 οικογένειες εγκαταστάθηκαν οριστικά στην Πολίχνη και οι υπόλοιπες 40 περίπου οικογένειες στο Πρόχωμα του Νομού Θεσσαλονίκης.

Συνεχίζεται . . . .

Ποντιακοί Οικισμοί: Το χωριό Βεζίνκιοϊ του Κάρς (σημερινό ÖLÇÜLÜ) του κ. Στυλιανού Ν. Σαμουηλίδη - ΠΡΩΤΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ - Συνέχεια απο το προηγούμενο μέρος

Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com 

Print