Κωμοπόλεις της Κερασούντας του Πόντου (Α' Μέρος), του κ. Ιωάννη Παπαδόπουλου,
Εις την Υποδιοίκησιν της Κερασούντος υπήγοντο οι κωμοπόλεις Γιόλ-αγήζ της οποίας οι κάτοικοι ανήρχοντο εις 2000, εκ των οποίων οι 500 ήταν τούρκοι και 1500 Έλληνες, οίτινες είχον 2 εκκλησίας και ένα σχολείον.
Κασιόπη (Τουρκιστί Κεσάπ) με 2000 κατοίκους, με μίαν εκκλησίαν και εξατάξιον σχολήν, και η εις ανθηράν κατάστασιν ευρισκομένη κωμόπολις Πουλαντζάκη, με επτατάξιον σχολήν αρρένων και εξατάξιον σχολήν θηλέων, γενέτειρα του τέως Υπουργού αειμνήστου Λεωνίδα Ιασωνίδου. Οι κάτοικοι αυτής ανήρχοντο εις 4000, εκ των οποίων τα 4/5 ήταν Ελληνοχριστιανοί, που διετήρουν την εκκλησίαν του Αγίου Γεωργίου και το παρεκκλήσιον του Αγίου Δημητρίου. Ησχολούντο δε με το εμπόριον φουντουκίων, των δημητριακών και την παραγωγήν των πεφημοσμένων σταφυλών και οίνων (τη Πουλαντζακή τα σταφύλια και το κρασί, όπως έλεγαν). Οι σοβαρώτεροι έμποροι και εξαγωγείς, των ως άνω προϊόντων ήταν οι Μεταξάδες, Φελουκίδαι, Ιασωνίδαι και άλλοι. Εις τας κωμοπόλεις αυτάς, που ήταν παραλιακαί και η συγκοινωνία διεξήγετο με την Κερασούντα δια ξηράς και θαλάσσης, εγίνοντο λαϊκαί αγοραί, την Τρίτην εις Πουλαντζάκην, την Τετάρτην εις Κασιόπην και το Σάββατον εις Γιόλ-αγήζ, εις τας οποίας συνεκεντρώνοντο πλήθος κόσμου, με τα διάφορα γεωργικά, κηπευτικά των προϊόντα, και φουντούκια προς διάθεσιν και προμήθειαν των εκάστοτε οικογενειακών των αναγκών. Σκιαγραφία της Πουλαντζάκης του Πόντου
Άλλη σπουδαία κωμόπολις ήταν το Τσαρκράκ, που έκειτο Ν. Α. της Κερασούντος εις απόστασιν 70 χιλ. περίπου, μεταξύ Κίρκ-Χαρμάν (Σαράντα αλωνίων) και των οροσειρών Έρμεζ και Χάτσ—πέλ με τα 7 χωρία της, η οποία υπήγετο Διοικητικώς εις την Υποδιοίκησιν Τριπόλεως, εκκλησιαστικώς δε εις την Επαρχίαν Χαλδείας.
Οι κάτοικοι της κωμοπόλεως κατά τα τελευταία έτη ανήρχοντο εις 5000 περίπου κατοίκους εκ των οποίων οι 3.500 ήταν εγκατεστημένοι εις τας συνοικίας Πέραν μαχαλά ή Παναγίας, Πίκε ή Αγίου Γεωργίου, και Βλαχάντων ή Γαργαετάντων οι δε υπόλοιποι ήταν εγκατεστημένοι εις τα πέριξ αυτής ευρισκόμενα χωρία, που έκειντο ένθεν και ένθεν του ποταμού Έσπιες, όστις πηγάζων από τα Ν. Α. αυτού εκτεινόμενα βουνά διέρρεε την περιοχήν ταύτην και κατέληγεν εις την Μαύρην Θάλασσαν, και τα οποία ήταν τα εξής: Ινκί—κίοϊ με 350 κατοίκους, Ζαγράντων με 150 κατοίκους, Τοπολάντων με 250 κατοίκους, άνω Παχτζόπον με 250 κατοίκους, κάτω Παχτζόπον με 150 κατοίκους και Μεξέν με 350 κατοίκους. Πόθεν το όνομα της Πουλαντζάκης του Πόντου
Η γραφικωτάτη αύτη περιοχή με τα απέραντα κατάφυτα δάση, το υγιεινότατον κλίμα, τα άφθονα, δροσερά και κρυσταλλένια νερά που επήγαζαν από τα παρακείμενα βουνά, τα επί των ορέων εκτεινόμενα οροπέδια με πλουσίαν βλάστησιν, απετέλουν ιδεώδη εξοχικήν τοποθεσίαν. Η αποίκισις των μερών τούτων συνετελέσθη, όταν έπαυσαν να εργάζωνται τα μεταλλεία αργύρου της περιφερείας Αργυρουπόλεως, οπότε οι μεταλλουργοί και τεχνίται των μερών εκείνων διεσκορπίσθησαν εις διάφορα μέρη της Επικρατείας και κυρίως εις μέρη όπου υπήρχον μεταλλεία. Κατά τας αφηγήσεις των παλαιοτέρων μεταξύ των πρώτων εγκατασταθέντων μεταλλωρύχων και τεχνιτών εις την περιοχήν ταύτην ήταν, οι Κουθουράντ, Μαντακάντ, Ασλανίδαι, Κακουλίδαι, Σαφλίδαι, Παπαλαζαράντ, Σεϊτανίδαι Χαλπαχάντ, Φουρνιάδαι, Μελικίδαι, Γυργαετάντ και άλλοι οι οποίοι ανήγειραν τας οικίας των εις τας ως άνω συνοικίας του Τσιαράχ, οι δε κατόπιν τούτων αφιχθέντες οικογένειαι Καρακιαβούρ, Εμιρτζά, Παπακυράκου, Κιρεθέντ Κάλαι και πολλοί άλλοι ίδρυσαν το χωρίον Ινκίκιοι περί τα 3 χιλ. μακράν του Τσιαριάχ, προϊόντος δε του χρόνου αποικίσθησαν και τα άλλα πέριξ χωρία αυτού και ούτω κατά τα τελευταία έτη ο πληθυσμός της κωμοπόλεως ανήλθεν εις 5000 κατοίκους περίπου. Κερασούντα Πόντου (Giresun). Ιστορία, Γεωγραφία, Λαογραφία, Ήθη, έθιμα, χοροί και τραγούδια των Ελλήνων της Κερασούντας του Πόντου
Κατά τα πρώτα έτη οι μεταλλωρύχοι επεδόθησαν εις την εξόρυξιν μεταλλεύματος σιδήρου από το παρακείμενον βουνόν που το ωνόμαζον σίδερον, εκ του οποίου επήγαζε το υγιεινότατον νερό με το όνομα σιδερόνερον. Μετά παρέλευσιν ετών, όταν οι νεόαποικοι ούτοι είδον ότι, η εκμετάλλευσις των ορυχείων του σιδήρου ήταν δύσκολος και ασύμφορος, λόγω ελλείψεως μεταφορικών μέσων και διαθέσεως του μεταλλεύματος και τα εδάφη ήταν άγονα προς καλλιέργειαν, οι πλείστοι των κατοίκων εγκατέλειψαν τας εγκαταστάσεις και οικίας των, χωρίς να τας εκποιήσουν, και ακολουθούντες τον ρουν, του διερχομένου από το Τσιαράχ ποταμού Έσπιες, έφθασαν εις τας όχθας αυτού και μεταξύ Τριπόλεως και Κερασούντος, ίδρυσαν τας ανθούσας κωμοπόλεις και χωρία Έσπιε, Κεσάπ, Γιόλ αγούζ, Γιαγλί-τερέ, Γόζ-πικίν, Κεπέκλισε κ.λ.π. Οι φιλόπονοι ούτοι και φιλοπρόοδοι Ελληνοχριστιανοί, εντός ολίγου χρόνου, ανήγειραν τας νέας των κατοικίας και μετέβαλον τα φύσει εύφορα και γονιμώτατα αυτά μέρη εις απέραντους προσδοφόρους λεπτοκαρεώνας, ορυζώνας και εις αγροκτήματα, κατάλληλα δια την καλλιέργειαν αραβοσίτου και παντοίων κηπευτικών προϊόντων. Με τα χρήματα, τα οποία εκέρδισαν οι Χριστιανοί των μερών τούτων δια της διαθέσεως των προϊόντων των εις Κερασούντα Καράχισαρ και αλλαχού ανήγειραν μεγαλοπρεπείς εκκλησίας και σχολεία, μεταξύ των οποίων διεκρίνετο ο ευκλεής λιθόκτιστος εκ πελεκητής πέτρας ιερός ναός του Αγίου Γεωργίου, που εκτίσθη τα τελευταία έτη εις την κωμόπολιν Έσπιες. Αλλ' ουδέν καλόν άμικτον κακού. Τα μέρη αυτά παρά την ευλογίαν του Θεού, επειδή ήταν ελώδη και οι μετανάσται ούτοι, που ήρχοντο από ορεινάς περιφερείας, προσεβάλλοντο από ελονοσίαν, κατά την θερινήν περίοδον, επανήρχοντο εις τας πρώτας εις Τσαράχ εγκαταστάσεις των, δια να διέλθωσιν την περίοδον ταύτην και να αναπνεύσωσιν τον ζείδωρον και καθαρόν αέρα των πέριξ βουνών και να βοηθήσουν τους εις την περιφέρειαν αυτήν μονίμως εγκατεστημένους, περί τους 3000 συμπατριώτας των, εις την ανέγερσιν θρησκευτικών και ευαγών ιδρυμάτων.
Συνεχίζεται . . .
Σημείωση: 'Εχει διατηρηθεί η σύνταξη και η ορθογραφία του αρχικού κειμένου.
Κωμοπόλεις της Κερασούντας του Πόντου (Α' Μέρος), του κ. Ιωάννη Παπαδόπουλου, ὁ μόνος ὅστις διεσώθη ὡς ἐκ θαύματος ἀπὸ βέβαιον θάνατον ἐκ τῶν 13 Ἑλλήνων μουσικῶν καὶ ἠξιώθη νὰ περιγράψῃ ἐν τῷ παρόντι, ὡς αὐτόπτης μάρτυς, τὰ κακουργήματα τοῦ Τοπάλ Ὀσμὰν καὶ ἱστορικά τινα γεγονότα ἀνὰ τὸν Πόντον.
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com