Πόλεις Περιοχές - 2ο Μέρος: Κοτύωρα, Αργυρούπολη, Γκιουμούς Ματέν, Σαντά, Κρώμνη, Σούρμενα, Κόμανα, Οινόη
Κοτύωρα. Ο Ξενοφών αναφέρει την πόλη ως αποικία της Σινώπης, ο δε Όμηρος στην Ιλιάδα την αποκαλεί Κύτωρο. Το όνομα Κοτύωρα προέρχεται από το βασιλιά της Παφλαγονίας Κότυο και την ώρα (φρούριο). Μετα την ίδρυση του βασιλείου του Πόντου από τους Μιθριδάτες, τα Κοτύωρα υποτάχθηκαν σ' αυτούς.
Ο Στράβωνας αναφέρει ότι οι κάτοικοι των Κοτυώρων αποίκησαν την Φαρνακία, γεγονός που μας δείχνει ότι την εποχή εκείνη τα Κοτύωρα είχαν πολύ μεγάλο πληθυσμό. Κατά το 2ο αιώνα τα Κοτύωρα ήταν ένα μικρό χωριό. Όταν το 1461 αλώθηκε η Πόλις, τα Κοτύωρα ερημώθηκαν από τον Ελληνικό πληθυσμό τους. Τότε η πόλη ονομάστηκε από τους τούρκους Ορντού που σημαίνει στρατόπεδο, γιατί εκεί συγκεντρωνόταν ο στρατός του Μωάμεθ Β΄ του Πορθητή. Τα Κοτύωρα του Πόντου. Γύρω στα 1770 χριστιανικές οικογένειες από την Αργυρούπολη, τα χωριά Κορόξενα, Γαργάαινα, Δέσμενα, Κασσιόπη κ.ά., εγκαταστάθηκαν σε τοποθεσία ΝΔ των Κοτυώρων και σε απόσταση μίας ώρας από αυτά υπο την διοίκηση τούρκου διοικητή, του μουσελίμη. Εκεί έζησαν περί τα 60 με 65 χρόνια και αργότερα εγκαταστάθηκαν στην Ορντού όπου μετ' ολίγον ήρθαν να προστεθούν σ' αυτούς και κάτοικοι της Τραπεζούντας υπο τον φόβο πιθανού εξισλαμισμού τους. Τα κυριότερα προϊόντα που παρήγαγε και εξήγαγε ήταν το καλαμπόκι, τα φασόλια, τα φουντούκια, τα καρύδια, το δέρμα, το μαλλί, το λινάρι, τα αβγά το βούτυρο και η ξυλεία. Κατά τις αρχές του 20ου αιώνα η πόλη είχε περίπου 12.000 κατοίκους από τους οποίους οι 6.000 ήταν Έλληνες. Το 1917 ο πληθυσμός τους φτάνει τις 17.000 εκ των οποίων οι 7.000 ήταν Έλληνες. Η έξωση και ο αφανισμός του Ελληνικού στοιχείου από την πόλη των Κοτυώρων άρχισε τον Σεπτέμβριο του1917. Στις αρχές του 20ού αιώνα λειτουργούσαν εκεί 9τάξιο Γυμνάσιο ( Ψωμειάδειος Σχολή ), 4τάξιο δημοτικό σχολείο, νηπιαγωγείο ( Καρυπίδειος Σχολή ) και παρθεναγωγείο. Ο ελληνισμός των Κοτυώρων και των 57 γύρω ελληνικών χωριών, όπως, άλλωστε και ολόκληρος ο ελληνισμός του Πόντου, υπέστη τα πάνδεινα από τους Τούρκους που είχαν στόχο την ολοσχερή εξαφάνισή του. Κώμες, Πόλεις & Περιοχές στον Πόντο. Γεωγραφική, Ιστορική και Κοινωνιολογική περιήγηση στον Πόντο.
Αργυρούπολη. Πόλη του νομού Τραπεζούντας και έδρα της επαρχίας Χαλδίας. Πρίν το 1870 είχε 700 ελληνικές οικογένειες. Τουρκιστί ονομάζεται Κιμισχανά ή Γκιουμουσ χανέ. Κάτοικοι της περιοχής ήσαν οι Χάλυβες που ασχολούνταν απο την αρχαιότητα με τη μεταλλουργία. Είναι πόλη των μεταλλείων , κυρίως του αργύρου. Απέχει 100 χιλιόμετρα από την Τραπεζούντα και είναι έδρα της επαρχίας Χαλδίας. Ονομαστό ήταν το Φροντιστήριο Αργυρούπολης, που λειτουργούσε από το 1723. Με τον ξεριζωμό πολλοί Αργυρουπολίτες εγκαταστάθηκαν στη Νάουσα, φέρνοντας μαζί τους βιβλία και χειρόγραφα του Φροντιστηρίου, ψυχή του οποίου ήταν ο δάσκαλος και ευεργέτης Γεώργιος Κυριακίδης . Τελευταίος Μητροπολίτης ήταν ο Λαυρέντιος Παπαδόπουλος. Η αδελφότητα των Αργυρουπολιτών ήταν ένα αξιόλογο σωματείο που ίδρυσε ο Γεώργιος Χ. Ευθυβούλου, διευθυντής του Φροντιστηρίου Αργυρουπόλεως, όταν βρισκόταν ως γυμνασιάρχης στην Τραπεζούντα. Σκοπός της αδελφότητας ήταν η υλική υποστήριξη των σχολείων της Χαλδίας, παρουσιάζοντας αξιοσημείωτη δραστηριότητα και στην εποχή της, τα σχολεία της Χαλδίας γνώρισαν εξαιρετικά μεγάλη πρόοδο. Σύμφωνα με τον Κανδηλάπτη (Κάνι), η Αργυρούπολη ιδρύθηκε από τους κατοίκους της γειτονικής Τσάγχης, στα μέσα του 16ου αιώνα. Κατά τους θρύλους, χωρικός της περιοχής είδε μία νύχτα τυχαία ένα κομμάτι μεταλλεύματος αργύρου να λάμπει, το πήρε και το μετέφερε στην Τσάγχη για να το εξετάσει ένας ειδικός. Όταν διαπιστώθηκε ότι ήταν αργυρούχο μετάλλευμα, ερευνήθηκε η περιοχή και ανακαλύφθηκαν και άλλες φλέβες του ίδιου μεταλλεύματος. Μετά τη μετακίνηση των κατοίκων της Τσάγχης στο νέο χώρο, συνέρρευσαν και Τραπεζούντιοι, διωκόμενοι από τις τουρκικές αρχές, οι Καπλακτζήδες και οι Κετσετζήδες. Στη νέα πόλη ήρθαν κάτοικοι και από διάφορα χωριά της Χαλδίας, καθώς και από το Χάτς, το Αγρίδ' κ.α. Το 1530 όταν από την περιοχή πέρασε ο σουλτάνος Μουράτ ο Δ' κατευθυνόμενος προς Βαγδάτη, με υψηλό φιρμάνι του κήρυξε τα μεταλλεία αυτοκρατορικά, απαγορεύοντας την ιδιωτική εκμετάλλευση. Όλη η περιοχή κηρύχθηκε μπεϊλίκ και οι κάτοικοι μπεϊλικτζήδες δηλαδή προνομιούχοι. Με την παραπάνω διαταγή συστήθηκε και νομισματοκοπείο (ταρασχανές). Στην ακμή των μεταλλείων, ο πληθυσμός της Αργυρούπολης ξεπερνούσε τις 5.000 οικογένειες. Όγκος που συρρικνώθηκε πρίν τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο στο ένα πέμπτο. Πληθυσμιακά οι Έλληνες Πόντιοι ήταν πλειοψηφία με 2.500 ψυχές, 1000 των Αρμενίων και οι υπόλοιποι Μωαμεθανοί. Χαλδία - Αργυρούπολις Πόντου Gümüşhane (Πόλεις, Κωμοπόλεις, Χωριά, Τοπωνύμια, Ήθη, Έθιμα, Χοροί, Θρύλοι, Παραδόσεις, Πρόσωπα)
Γκιουμούς Ματέν (Μαδέν). Χωριό της επαρχίας Κιουμούς-Χατζήκιοϊ του νομού Σεβάστειας στα δυτικά της Μερτζιφούντας. Ονομαζόταν επίσης, μεταλλείο Σίμ, ή Κιουμούς Μαδενί, ή Γενί Κιουμούσχανε Μαδενί. Θρησκευτικά υπαγόταν στη μητρόπολη Χαλδίας όπως και τα άλλα διεσπαρμένα μεταλλεία στη Μ.Ασία. Οι κάτοικοί του στην πλειοψηφία τους ήταν μεταλλουργοί που μετανάστευσαν απο την Αργυρούπολη, ήταν μάλιστα φιλόθρησκοι και φιλόμουσοι. Το χωριό ιδρύθηκε περί τα 1760 και είχε περίπου 1700 οικογένειες. Τα μεταλλεία της περιοχής έδιναν ασημόχωμα απο όπου μετά τη επεξεργασία έβγαινε το ασήμι. Το χωριό είχε εκκλησία προς τιμή του Αγίου μεγαλομάρτυρα Γεωργίου του τροπαιοφόρου. Είχε και άλλους ναούς και μοναστήρι της Παναγίας, Μοναστήρ δερεσί ή Καπά δερέ. Οι υπηρεσίες των κατοίκων του Κιουμούς ματέν ήταν σημαντικές υπέρ της ανακύρηξης του Πόντου σε αυτόνομη Δημοκρατία. Οι κάτοικοι ήταν συγκροτημένοι σε αντάρτικες ομάδες υπό των οπλαρχηγών Χαράλαμπου Κοντοβραχνίδη και Ευάγγελου Ιωαννίδη. Η μουσικοχορευτική παράδοση των Ελλήνων του Γκιουμούς Μαδέν
Σαντά (Σάντα). Η περιοχή της Σάντας είχε 7 ελληνικά χωριά χτισμένα πάνω στις βουνοπλαγιές. Ιδρύθηκε το 1540 από τους κατοίκους Πλατάνων και Τόνγιας. Θρυλική υπήρξε η αντίστασή των κατοίκων της Σάντας εναντίον των Τούρκων κατακτητών. Ακόμα και οι γυναίκες οπλοφορούσαν για ν' αντιμετωπίζουν τους Τούρκους. Οι επτά ενορίες της Σάντας ήταν οι εξής:
1) Πιστοφάντων. Είχε 400 σπίτια (όπου αναφέρονται σπίτι, εννοείται η ύπαρξη οικογένειας, άρα 400 οικογένειες). Οι Ιεροί ναοί ήταν αφιερωμένοι στην Αγία Κυριακή, τον Άγιο Παντελεήμονα και τον Άγιο Χριστόφορο. Υπήρχε ένα σχολείο πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και μια πηγή η επονομαζόμενη του Χριστοφόρου. Η Ετυμολογία του ονόματος προκύπτει απο τις λέξεις πιστόφ = πυροβόλο όπλο + την κατάληξη "άντων" η οποία χρησιμοποιείται ως τοπωνυμικό επίθημα στα ελληνικά.
2) Zουρνατζάντων. Είχε 120 σπίτια, ενώ οι Ιεροί ναοί ήταν αφιερωμένοι στον Άγιο Γεώργιος, τον Άγιο Κωνσταντίνο και την Αγία Κυριακή. Υπήρχε ένα σχολείο πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η ετυμολογία Zουρνατζής συνθέτει τις λέξεις «zουρνά (ξύλινο πνευστό όργανο, ο αρχαίος οξύαλος)και η κατάληξη "-άντων", δηλαδή το χωριό των ζουρνατζήδων.
3) Τσακαλάντων. Είχε 53σπίτια, και Ιερούς της Ζωοδόχου Πηγής (της Παναγίας) και του Αγίου Γεωργίου, επίσης είχε ένα σχολείο πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η ετυμολογία προκύπτει απο τη σύνθεση των λέξεων τσακάλ' = το τσακάλι (ζώο) + πάλι την κατάληξη "-άντων".
4) Ισχανάντων. Είχε 150 σπίτια και Ιερούς Ναούς της Αγίας Κυριακής, του Αγίου Γεωργίου και δύο δημοτικά σχολεία, ένα αρρένων και ένα θηλέων. Ετυμολογία Ishan «πρίγκηπας στα αρμένικα» + άντων.
5) Kοζλαράντων. Είχε 60 σπίτια . Οι Ιεροί Ναοί ήταν του Αγίου Αποστόλου Πέτρου, του Αγίου Αποστόλου Παύλου, και ένα σχολείο πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης.
6) Πίνετάντων. Είχε 30 σπίτια. Οι Ιεροί Ναοί ήταν του Πρόφητη Ηλία και του Αγίου Γεωργίου, καθώς και ένα σχολείο πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης.
7) Τερζάντων. Είχε 200 σπίτια. Ιερό Ναό του Αγίου Θεοδώρου και της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Ετυμολογείται από τις λέξεις Tερζής που σημαίνει ράφτης στα Τούρκικά και την κατάληξη "-άντων". Σαντά (Σάντα - Dumanlı, Gümüşhane) Ιστορία Λαογραφία Πολιτισμός. Χωριά, Τοπωνύμια, Ήθη, Έθιμα, Χοροί, Θρύλοι, Παραδόσεις, Πρόσωπα. Οι περισσότεροι κάτοικοι της Σάντας είναι χριστιανοί(51%) ή κρυπτοχριστιανοί (49%). Μετά από 1857 με το hatti- Humayun και οι κρυπτοχριστιανοι γίνονται πλέον φανερά χριστιανοι.Οι περισσότεροι Έλληνες του Πόντου αναγκάζονται να αφήσουν τα σπίτια τους και να βρούν άλλο τόπο για να ζήσουν κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου 1877-78. Οι περισσότεροι από τους πολίτες της Σάντας κινούνται προς τη Δημοκρατία της Γεωργίας, την Αρμενία και το νότιο μέρος της Ρωσίας. Η αρχική γλώσσα τους είναι συνήθως Τούρκικά(αυτών που ζουν στην περιοχή μέχρι την ανταλλαγή πληθυσμών). Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου οι Έλληνες της Σάντας προσπάθησαν να οργανώσουν την οπλισμένη αντίσταση ενάντια στον τουρκικό στρατό. Οι ζώνες ανταρτών του Πόντου είχαν εμφανιστεί στα βουνά της Σάντας από το 1916 υπό την ηγεσία του Καπετάν Στυλιανού Koσμίδη και αντιστάθηκαν επιτυχώς στην τουρκική επίθεση στις 6 Σεπτεμβρίου 1921. Μετά από την ανταλλαγή πληθυσμών εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία και τη Θράκη. Η κώμη Νέα Σάντα ιδρύθηκε από τους Σανταίους στο νομαρχιακό διαμέρισμα του Κιλκίς στην κεντρική Μακεδονία. Η Ηρωϊκή Σαντά του Πόντου
Κρώμνη. Γνωστή κωμόπολη της επαρχίας Χαλδίας του νομού Τραπεζούντας. Στα ψηλά βουνά, όπου ήταν χτισμένα τα περισσότερα χωριά της περιοχής, κατέφευγαν πολλοί Έλληνες για να προστατευτούν από τις διώξεις των τούρκων. Η Κρώμνη του Πόντου / Κρώμνη Πόντου (Korom Korum Trabzon) Ιστορία Λαογραφία Πολιτισμός. Χωριά, Τοπωνύμια, Ήθη, Έθιμα, Θρύλοι, Παραδόσεις, Χοροί, Πρόσωπα. Οι ενορίες της Κρώμνης βρίσκονται στις κατωφέρειες του νότιου μέρους της ενώ στα βόρεια και ψηλότερα της μέρη βρίσκονται τα παρχάρια (λιβάδια-βοσκότοποι). Στα παρχάρια υπήρχαν οι καλύβες όπου κατά την περίοδο του θέρους διέμεναν οι ρωμάνες, οι γυναίκες εκείνες που αναλάμβαναν το άρμεγμα των προβάτων και των αγελάδων τα οποία έβοσκαν στους απέραντους βοσκότοπους των οροπεδίων.
Υπάρχουν μεγάλες ενορίες με πολλά σπίτια και μικρές με λιγότερα. Οι μεγαλύτερες ενορίες αποτελούνται από συνοικίες οι οποίες κατά το πλείστον παίρνουν τα ονόματα τους απ’ το όνομα κάποιας οικογένειας και βρίσκονται η μία κοντά στην άλλη. Οι ενορίες της Κρώμνης ήταν οι εξής:
1. Σιαμανάντων. Ήταν η μεγαλύτερη όλων και βρισκόταν κοντά στο ποτάμι της Κρώμνης. Συνοικίες της ενορίας Σιαμανάντων ήταν των: Σιαμανάντων, Γαραλάντων, Βαρτανάντων, Μωυσάντων, Τυρκάντων, Γοϊμψιάντων, Καλλιστράντων κλπ. Στην ενορία των Σιαμανάντων ανήκαν επίσης οι συνοικίες των Σεϊχάντων, Γεράντων, και τμήμα των Αλχαζάντων.
2. Μαντζάντων. Μεγάλη ενορία στα βόρεια της ενορίας των Σιαμανάντων σε υψηλότερη μάλιστα τοποθεσία. Περιελάμβανε τις συνοικίες: Άνω Μαντζάντων, Μουρατάντων, Τζερκεζάντων και Καλιστράντων.
3. Φραγκάντων. Επίσης μεγάλη ενορία, στα βορειοανατολικά των Σιαμανάντων και ειδικότερα της ανατολικότερης βόρειας κατωφέρειας της ράχης που έφτανε στο ποτάμι. Είχε τις συνοικίες: Στεφανάντων, Κουτζουράντων, Φραγκάντων, Παϊραμάντων, Σεϊχάντων και τμήμα του Αλχαζάντων.
4. Γλούβενα. Βρισκόταν στα δυτικά του Σιαμανάντων και διαιρείτο σε Άνω Γλούβενα και Κάτω Γλούβενα.
5. Ζεμπερέκια. Μικρή ενορία στα νότια της Γλούβενας κοντά στο ποτάμι.
6. Σιαϊνάντων. Πολύ μικρότερη ενορία κοντά στον ποταμό και στα ανατολικά των Ζεμπερεκίων.
7. Αληθινός. Μεγάλη ενορία που βρισκόταν σε κλίτος ψηλά απέναντι απ τις μεγάλες ενορίες στις από ανατολών βορειότερης ράχης που στρέφεται στα νότια. Συνοικίες του Αληθινού ήταν οι: Αλιάντων, Τσιράντων, Ζαραφαγκάντων, Πατσουβάντων, Τζαλαπάντων, Χασκουκάντων και Αντωνάντων.
8. Μόχωρα. Αρκετά μεγάλη ενορία στα ανατολικά του Αληθινού απομονωμένη μεταξύ των ράχεων Αληθινού και Αγίου Ηλίας Γίμερας (Γουμεράς).
9. Σαράντων. Αρκετά μεγάλη ενορία που βρισκόταν στην δεύτερη ομαλότητα της δυτικότερης από ανατολικά ράχης απέναντι από τον Αληθινό και πέρα από το ποτάμι της Μόχωρας. Εδώ υπήρχε μία από τις τριαντα-τέσσερις (34) κρυφές Εκκλησίες της Κρώμνης που χτίστηκαν για τους κρυπτοχριστιανούς της περιοχής. Μετά το Χάττι Χουμαγιούν και τη φανέρωση της κρυφής χριστιανικής πίστης το 1857, οι εκκλησίες αυτές έπεσαν σε αχρηστία και κατέρρευσαν η μία μετά την άλλη, αφού δεν υπήρχε πια λόγος να χρησιμοποιούνται ή να ανακαινίζονται. Η μοναδική εκκλησία που σώθηκε ως τη δεύτερη δεκαετία του αιώνα μας. Ήταν η Παλαιά Παναγία στη συνοικία Σαράντων της Κρώμνης.
10. Κωδωνάντων. Πολύ μικρή ενορία στα βόρεια του Σαράντων κοντά στο ποτάμι της Μόχωρας (τώρα ακατοίκητη)
11. Ρακάν. Ενορία μικρή και πλέον ακατοίκητη στα νότια του Σαράντων.
12. Τσαχματάντων. Ενορίας μέτριας έκτασης στα βορειοδυτικά του Σαράντων κοντά στο ποτάμι της Μόχωρας.
13. Ρουσταμάντων. Μικρή ακατοίκητη πλέον ενορία πίσω από την Γλούβενα, δυτικά στο κλίτος της ανατολικότερης χαράδρας που σχηματίζεται μεταξύ των δύο ανατολικότερων προς βορά ράχεων.
14. Νανάκ. Μεγάλη ενορία στα βόρεια του Ρουσταμάντων επι του δυτικού κλίτους της ανατολικής χαράδρας.
15. Λωρία. Αρκετά μεγάλη ενορία στα βόρεια του Νανάκ κοντά στις πρώτες κατωφέρειες της ίδιας χαράδρας.
Πέρα απ τις πιο πάνω ενορίες υπήρχαν και άλλες, τουλάχιστον ως ονομασίες. Ήταν συγκροτήματα οικιών μαζί με τα βοηθητικά κτίσματα, αχυρώνες – αποθήκες – σταύλοι, τα οποία στο σύνολο τους έφεραν το όνομα της οικογένειας στην οποία ανήκαν.
Σούρμενα - Σούρμαινα. Παραλιακή πόλη ανατολικά της Τραπεζούντας. Στα βουνά της, κατά τον Ξενοφώντα , ζούσαν οι Μάκρωνες . Εκεί λειτουργούσαν δημοτικά σχολεία και ημιγυμνάσιο. Η πρωτεύουσα της σύγχρονης κώμης και ο όρμος της, που επεκτείνεται μέχρι το σημερινό Αρακλί, κατά την αρχαιότητα είχε διαδοχικά τις ονομασίες Ψωρών Λιμήν, Ύσσος Λιμήν, Σουσάρμια, Σουσάρμαινα και Σουσούρμαινα. Στην ευρύτερη περιοχή, που συμπεριλαμβάνει και τις επαρχίες Αρσίν και Αρακλί το 16ο αι. υπήρχαν τουλάχιστον 100 χωριά, τα οποία μέχρι το 1515 ήσαν όλα αμιγώς ελληνικά. Σύμφωνα με τα οθωμανικά αρχεία εδώ λειτουργούσαν τα βυζαντινά μοναστήρια του Αγίου Ιωάννου, του Σωτήρος ή μονή του Χάλδου, του Αγίου Φιλίππου, του Αγίου Φωκά, του Σεβαστού, του Ιησού Χριστού, του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Θεοδώρου του Γαβρά (στο χωριό Ασσού) καθώς και τα μοναστήρια Φάρος, Στύλου, Σκαλιάρη και Γερακαριστός, που αφορούν πιθανόν τοπωνύμια στα οποία ήταν χτισμένα μοναστήρια. Τα ελληνικά χωριά της περιοχής άρχισαν να εξισλαμίζονται από τα μέσα του 16ου αιώνος. Στην περιοχή των Σουρμένων, σχεδόν όλα τα χριστιανικά χωριά βρίσκονταν γύρω από το ποτάμι Μοναχός και Μικροπόταμος (Κιουτσιούκντερε), ενώ τα τουρκικά απλώνονταν στην περιοχή του ποταμού Καράσου. Μερικά από τα χωριά αυτά παρέμειναν χριστιανικά μέχρι το 1922. Στα Σούρμενα υπήρχαν εξαιρετικά επιδέξιοι μαχαιράδες, τεχνίτες που κατασκεύαζαν μαχαίρια, τα οποία ήταν ξακουστά σ' ολόκληρη την Τουρκία. Επίσης, στην παραλία των Σουρμένων υπήρχαν ναυπηγοί που κατασκεύαζαν ξύλινες βάρκες και πλοιάρια. Ελληνικές κοινότητες και χωριά των Σουρμένων : Χουμουρκιάντων, Χαλανική, Κελόνσα. Το Χουμουρκιάντων, η Χαλανική και η Κελόνσα, ήταν οι οικισμοί κοντά στην παραλία που αποτέλεσαν τη βάση της νέας πόλης των Σουρμένων. Το Χουμουρκιάντων, που ταυτίζεται με το κέντρο της σημερινής πόλης, ήταν το διοικητικό και εμπορικό κέντρο της περιοχής και πριν το 1923 είχε 200 τούρκικες και 100 ελληνικές οικογένειες, που διατηρούσαν σχολείο και δύο εκκλησίες. Δυτικά του Χουμουρκιάντων ήταν ο οικισμός Χαλανική (Zeytinli), με 35 ελληνικές οικογένειες που συντηρούσαν εκκλησία και σχολείο. Ανατολικά του Χουμουρκιάντων ήταν η Κελόνισα ή Κελόνσα και κατοικούνταν από 300 ελληνικές οικογένειες. Εδώ κατασκευάζονταν τα περίφημα σουρμενίτικα μαχαίρια, που συνεχίζουν να αποτελούν μέχρι σήμερα σήμα κατατεθέν της περιοχής. Στην Κελόνισα υπήρχε επτατάξια αστική σχολή και η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη, καθώς και το Κάστρο της Ζάρχας, απομεινάρι της βυζαντινής εποχής. Σήμερα οι οικισμοί αυτοί έχουν ενωθεί και αποτελούν τον ενιαίο αστικό ιστό της πόλης των Σουρμένων. Οι Έλληνες των Σουρμένων είχαν δημιουργήσει πολύ ισχυρή κοινότητα στο Βατούμ, τον Βαθύ Λιμένα των αρχαίων Ελλήνων. Μέλη της κοινότητας αυτής είχαν ιδρύσει το σύλλογο «Προμηθεύς», που είχε σαν στόχο την ενίσχυση των δεσμών μεταξύ των σουρμενιτών που διέμεναν στο Βατούμ και αυτών που είχαν παραμείνει στα ελληνικά χωριά των Σουρμένων. Στα Σούρμενα λειτουργούσε ο φιλεκπαιδευτικός πολιτιστικός Σύλλογος«Ήλιος», ενώ ο αείμνηστος Φίλων Κτενίδης εξέδωσε και την εβδομαδιαία εφημερίδα Φωνή των Σουρμένων. Σούρμενα, Σούρμαινα, ή Σουσάρμενα του Πόντου / Σούρμενα Πόντου. Ιστορία - Γεωγραφία - Αποικισμός - Γλώσσα & Πολιτισμός
Κόμανα. Αρχαία πόλη του Πόντου, κοντά στην Τοκάτη. Ο Στράβων την αναφέρει ως κέντρο λατρείας. Στα Κόμανα πέθανε από τις κακουχίες και τις στερήσεις ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος το 407.
Οινόη. Αρχαία πόλις του Πόντου, ανάμεσα στην Αμισό και στα Κοτύωρα. Από τον 5ο αιώνα π.Χ. ήταν αποικία της Αττικής Οινόης. Το 1914 λειτουργούσαν εκεί δημοτικά σχολεία, μία αστική σχολή και ένα Παρθεναγωγείο. Το 1917 ο Ελληνισμός της περιοχής υπέστη απερίγραπτους διωγμούς από τους τούρκους. Οινόη Πόντου - Κάτω στη Μαύρη Πέτρα. Αρχείον Μέλπως Μερλιέ / Οινόη Πόντου (Unye). Ήθη, έθιμα, χοροί και τραγούδια των Ελλήνων της Οινόης του Πόντου. Αρχείον Μέλπως Μερλιέ
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία - Βασίλειος Β. Πολατίδης - www.kotsari.com