Τμήμα Μελανθίας ή Μελέτ - Επαρχία Κολωνείας Νικοπόλεως Πόντου
Τμήμα Μελανθίας ή Μελέτ - Επαρχία Κολωνείας Νικοπόλεως Πόντου
Το τμήμα τούτο έκειτο Β.Δ. του Καρά Χισάρ σε απόσταση 70 περίπου χλμ. επί υψομέτρου 1.348 μέτρ. (Βιτάλ Κινέτ 1890 Τόμ. Α΄ σελ. 790..). ...Ο ποταμός Μελάνθιος (Μελέτ Ιρμάκ) περνά διά μέσου του Μελέτ, την οποία διασχίζει από Ν.Α. προς Βορειοδυτικά. Στην ως άνω περιοχή, η οποία υπαγόταν διοικητικώς στη Νικόπολη, υπήρχαν 30 Ελληνικές κοινότητες, εκ των οποίων οι 15 μιλούσαν την Ποντιακή διάλεκτο, οι δε λοιπές την Τουρκική. Εξ αυτών δε οι μεν 25 υπάγονταν στην εκκλησιαστική επαρχία Νεοκαισαρείας, οι δε υπόλοιπες πέντε προσαρτήθηκαν στην εκκλησιαστική επαρχία Κολωνίας και Νικοπόλεως και αποτέλεσαν τμήμα αυτής. ...Η περιφέρεια Μελανθίας, την οποία οι Τούρκοι ονόμαζαν Μελέτ ή Μελέκ (= άγγελος, βασιλεύς), είχε πρωτεύουσα την πολίχνη Μεσουτιέ, η οποία όπως προκύπτει από τα ανευρισκόμενα Ελληνικά νομίσματα Μακεδονικής περιόδου και προγενεστέρων εποχών, και όπως αναφέρει ο Στέλλιος Μαρασλής, ήταν η επί Βυζαντινών χρόνων αρχαία Ελληνική πόλη Σάταλα.
Τα Σάταλα υπήρξαν έδρα ομωνύμου επισκοπής μεταξύ των πέντε τοιούτων της αρχιεπισκοπής Σεβαστείας, ήτοι Σατάλων, Σεβαστουπόλεως, Βηρίσσης, Αλνάδος και Εριθίνων. Άλλοι τοποθετούν τα Σάταλα στο σημερινό Τουρκικό χωρίο Σουλού Σεράι της Μ. Ασίας επί της Ν. όχθης του παραποτάμου του Ίριδος Τσεκερέκ Ιρμάκ (Σκύλακος) και κείται επί της αγοράς και των δημοσίων οικοδομών αρχαίας πόλεως, πιθανώς της υπό του Πομπηΐου ιδρυθείσης Νικοπόλεως. Σώζονται ίχνη θεμελίων εκκλησίας Βυζαντινού ρυθμού ως και 23 κιονόκρανα που φέρουν το σημείο του Σταυρού. Εκεί ανακαλύφθηκαν ελληνικές επιγραφές, εξ ών δήλον γίνεται ότι υπήρχε αρχαία πόλη Ηρακλεούπολις. Το όνομα αυτής αναγινώσκεται και επί διασωθέντος νομίσματος, στο οποίο παρίσταται και ο Ηρακλής.
Η πρώτη και μεγαλύτερη σε έκταση και πληθυσμό επισκοπή Σατάλων μεταξύ των άλλων πέντε εξέλιπε μετά την Τουρκοκρατία, τις ανοικτίρμονες ομαδικές σφαγές και τους βίαιους εξισλαμισμούς, η δε πολίχνη καταστράφηκε. Προϊόντος του χρόνου ο Σουλτάν Χαμήτ επί των ερειπίων της Μελανθίας (Μελέτ) έκτισε νέα πολίχνη την οποία ονόμασε Χαμητιέ, η οποία μετά την εκθρόνισή του μετωνομάσθηκε Μεσουτιέ (πόλη ευτυχίας) και ήταν έδρα της υποδιοικήσεως της περιοχής ταύτης. Κώμες, Πόλεις & Περιοχές στον Πόντο. Γεωγραφική, Ιστορική και Κοινωνιολογική περιήγηση στον Πόντο.
Η ωραία αυτή κωμόπολη ήταν κτισμένη ένθεν και ένθεν του ποταμού Μελανθίου, επί της δημοσίας οδού Ορδούς, Μεσουτιέ, Κοϊλά Χισάρ, Ζάρας και Σεβαστείας και είχε 250 οικογένειες, εκ των οποίων οι 100 ήταν Τούρκοι και Αρμένιοι, οι δε υπόλοιπες 150 ήταν ελληνορθόδοξοι, εγκατασταθέντες σε αυτήν εκ του παλαιοτέρου χωρίου Ματέν (Μεταλλείον). Ούτοι κατείχαν τα σκήπτρα του εμπορίου και εξέχουσα θέση στην πνευματική και κοινωνική ζωή της περιοχής εκείνης και διακρίνονταν για την επίδοσή τους στα γράμματα και τις εν γένει τέχνες. Κατά τα πρώτα έτη της ιδρύσεως της Ελληνικής κοινότητας οι ομογενείς εκκλησιάζονταν στη μικρή εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, η οποία στεγαζόταν σε μία επισκευασθείσα υπό των Μεταλλειωτών παλαιά οικοδομή κείμενη στον μαχαλά της Παναγίας, όπου υπήρχαν τα μέγαρα των εν Μεσουτιέ μπέηδων Ισμαήλ και Σαμή Μπέη, καθώς και το ωραιότατο Σελαμλήκ, το χαμάμ (λουτρό) και το τουρκικό τέμενος παρά τον Μελάνθιον ποταμό. Επί αρκετά έτη ο μικρός αυτός ναός με το εκ σιδήρου ελάσματος σήμαντρο και με τον σιδερένιο κωδωνοκρούστη εξυπηρετούσε τα θρησκευτικά καθήκοντα των χριστιανών.
Κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων οι φιλόθρησκοι ομογενείς, κατόπιν ενεργειών του διαπρεπούς τότε ιατρού Κωνσταντίνου Ταπεινού, όστις συναιτέλεσε τα μέγιστα στην προαγωγή της κοινότητας, και με τη συνεισφορά των χριστιανών και των πλουσίων Τούρκων μπέηδων, ανήγειραν στον απέναντι μαχαλά και δεύτερο ιερό ναό επ' ονόματι των Αγίων και Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης. Ο οποίος κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμοποιήθηκε από τις Τουρκικές αρχές ως καταφύγιο και καταυλισμός των εκτοπισθέντων και καταφευγόντων χριστιανών στην περιοχή εκείνη. Ιερείς που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στους ως άνω δύο ιερούς ναούς ήταν οι Μεταλλειώτες παπά Μελέτιος Τιμωνίδης, παπά Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, παπά Ιωάννης Ακριτίδης, ο παπά Κωνσταντίνος Μακρίδης εκ Μαδύτου Δαρδανελλίων (όστις διετέλεσε και διευθυντής) και τελευταίως ο παπά Κυπριανός Αμοιρίδης.
Παραπλεύρως του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου οι φιλοπρόοδοι και φιλόμουσοι κάτοικοι της κοινότητας διατηρούσαν μία διώροφη περίλαμπρη Σχολή, την οποία κατά το έτος 1900 μετέτρεψαν σε πλήρη οκτατάξια Αστική Σχολή με τέσσερις δασκάλους ως επί το πλείστον, μία δασκάλισσα και ένα παιδονόμο. Στο μικρό αυτό φυτώριο, το οποίο εξέπεμπε το φως των γραμμάτων μέσα σε ένα περιβάλλον όπου επικρατούσε το σκότος και η αμάθεια στα απομεμακρυσμένα εκείνα μέρη του υποδούλου ελληνισμού, συγκεντρώνονταν 150 και πλέον μαθητές και μαθήτριες από όλη την περιοχή του Μελέτ (Μελανθίας) και Επές για να διδαχθούν τα ελληνικά γράμματα και να διαιωνίσουν τον ελληνικό και χριστιανικό πολιτισμό παρά των κάτωθι κατά καιρούς διατελεσάντων δασκάλων: Αναστασίου Αναστασιάδη, Αναστασίου Θωμαΐδη, Χαραλάμπου Αχιλλέως, παπά Γρηγορίου Γρηγοριάδη, Ιωάννου Αμοιρίδη, Φιλίππου Πέτρ. Παπαδοπούλου, Κυριάκου Ταταρίδη (απάντων εκ του χωρίου Ματέν - Μεταλλειωτών), Στεφάνου Κ. Γεωργιάδη εκ του χωρίου Τσακμάν (όστις δίδασκε τη Γαλλική και Τουρκική), Αλεξίου Παυλίδη, Ανέστη παπά Δαμιανού εκ Μουζάμανα, Γεωργίου Ξανθοπούλου εκ Μεσουτιέ και Ηλία Παπαδοπούλου εκ Νικοπόλεως.
Μετά δε το 1900, οπότε λειτουργούσε πλέον πλήρης Αστική Σχολή, της οποίας διευθυντές υπήρξαν κατά περιόδους ο Μεταλλειώτης Χαριτωνίδης, παπά Κωνσταντίνος Μακρίδης, ο πολύς Αχιλλεύς Φυτανίδης εκ Κωνσταντινουπόλεως (επί του οποίου η Σχολή ευρισκόταν στην ακμή της), δάσκαλοι δε και δασκάλισσες οι Θεόδωρος και Ηλίας Παπαδόπουλος εκ Νικοπόλεως, οι δύο αδελφές του ως άνω παπά Κωνσταντίνου Μακρίδη, η Δέσποινα Ακριτίδου, Βαλασία Καλλιοντζίδου εκ Σινώπης, Πηνελόπη Αναστασιάδου εκ Ματέν και Πολυξένη Ιωακειμίδου (Ταταρίδου) και άλλοι. Πλην των ως άνω ευαγών ιδρυμάτων, η ακμάζουσα κοινότης Μεσουτιέ συντηρούσε επίσης μετόχιον και βιβλιοθήκη. Στη γραφικότατη αυτή πολίχνη, η οποία δικαίως ονομάσθηκε από τους Τούρκους τόπος ευτυχίας για τις φυσικές καλλονές και την προνομιούχο θέση της, οι μαθητές κατά την περίοδο του θέρους, κάθε Κυριακή μετά το τέλος της θείας λειτουργίας, εξόρμησαν διά του ελικοειδούς και εν είδει στεφάνου υπεράνω της πολίχνης διερχομένου δημοσίου δρόμου προς τη μεγάλη πεδιάδα, την εκτεινόμενη αμφιθεατρικώς κάτωθεν της βρύσεως του Πα σά Σινεκού. Εκεί παρά τον ποταμό Μελάνθιο, όστις με τους απεράντους Μαιάνδρους του εισέρρεε στον Εύξεινο Πόντο, οι μαθητές επιδίδονταν στο ψάρεμα, το κολύμπι και σε διάφορα άλλα παιγνίδια, κατά τη διάρκεια των οποίων έψαλλαν εθνικά άσματα, εκ των οποίων τεμάχιά τινα παραθέτομε στο τέλος της συγγραφής του τμήματος τούτου. Νικόπολη - Γαράσαρη Πόντου: Χωριά, Τοπωνύμια, Χοροί, ήθη, έθιμα, παραδόσεις
Κατά τις αυθεντικές πληροφορίες, τις οποίες παρείχαν οι εν Κιλκίς εγκατεστημένοι ευυπόληπτοι και ένθερμοι πατριώτες Αριστ. Σιδέρης (γλύπτης και καθηγητής Αγγλικής) και ο τουρκομαθής Θεόδωρος Κουρτίδης, στην τοιαύτη ανάπτυξη της Ελληνικής ταύτης κοινότητας συνέβαλαν πλην των άλλων προκρίτων οι Χατζηκώστας Γρηγοριάδης, Χατζησάββας Παπαδόπουλος και ο Μεταλλειώτης Ιωάννης Χατζή Αμοιρίδης, ο επονομαζόμενος υπό των κατοίκων Δελληγιάνες. Ο οποίος αποτελούσε εξέχουσα φυσιογνωμία στην περιοχή εκείνη με το κύρος, την ισχύ και τη μεγάλη εκτίμηση που απέκτησε μεταξύ του ομογενούς και του Τουρκικού στοιχείου. ...Αρχοντάνθρωπος αυτός και γενναιόφρων ομογενής κατώρθωσε να διασώσει αρκετούς ομογενείς καθώς και Τούρκους καταδικασθέντες στον διά της αγχόνης θάνατο επί λιποταξία, μεσολαβώντας παρά τω χιλιάρχω Αχμέτ Χαμτή Μπέη, μετά του οποίου συνδεόταν φιλικότατα.
Καθ' όλη τη διάρκεια της σκοτεινής εκείνης εποχής κράτησε τη μεγάλη ιδέα του έθνους εν Πόντω. Κατελθών ως πρόσφυγας στην ελεύθερη πατρίδα μετά την ανταλλαγή του 1924, εδίδαξε επί αρκετά έτη σε δημοτικό σχολείο και απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη το έτος 1949. Κατά τον Παγκόσμιο Πόλεμο το έτος 1914, όταν εξέσπασαν τα γεγονότα των Αρμενίων και άρχισε η διαρπαγή νεάνιδων (μεταξύ των οποίων το πρώτο θύμα υπήρξε η ωραιότατη θυγάτηρ του δικηγόρου Καραπέτ Εφέντη Ναχλικιάν υπό του Γενικού Γραμματέως της υποδιοικήσεως Εμίν Εφέντη) και η αγρία ομαδική σφαγή των Αρμενίων παρά το Ιγτίρ Νταγ, ο Ελληνικός πληθυσμός διήλθε ημέρες φρίκης, τρόμου, πείνας και δυστυχίας μέχρι της ανακωχής. Τελευταίως η κωμόπολη εκινδύνευσε να περάσει όλη από το αιμόφυρτο μαχαίρι του κακούργου δημίου του Ελληνισμού του Πόντου, Τοπάλ Οσμάν, αν δεν επενέβαινε ο φιλέλλην Τούρκος Σαμή Μπέης Καράγιακα, όστις απεσόβησε το μεγάλο εκείνο κακούργημα και διέσωσε τη ζωή εκατοντάδων Ελλήνων.
Μετά την ανταλλαγή, οι διασωθέντες Έλληνες κατέφυγαν στην Ελλάδα και εγκατεστάθηκαν στο Μαυροδένδριο Πτολεμαΐδος, στις περιφέρειες Κιλκίς, Λαγκαδά, Κοζάνης, Γρεβενών, Καστοριάς, Δράμας, μεμονωμένες δε οικογένειες στην Αθήνα και αρκετοί στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.
Πηγή: Ιστορία & Λαογραφία Κολωνίας και Νικοπόλεως Πόντου
Ποντι(α)κή Ιστορία & Λαογραφία – Βασίλειος Β. Πολατίδης – www.kotsari.com